Η επόμενη δυσανάγνωστη μέρα

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Άγαλμα του  Ρουμάνου θεατρικού συγγραφέα, ελληνικής καταγωγής, Ιόν Λούκα Καρατζιάλε (1852–1912), μπροστά από το Εθνικό Θέατρο Βουκουρεστίου.

 

Η μεσογειακή μας νοοτροπία και συμπεριφορά μάς αναγκάζει πολλάκις να προτρέχουμε. Ίσως όχι περισσότερο από την ταινία «Η επόμενη μέρα» (The Day After, 1983), αλλά αναμφισβήτητα αισθητά. Εκείνη η ταινία υπαινισσόταν έναν φανταστικό πυρηνικό πόλεμο μεταξύ των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, στην πόλη του Κάνσας, που γρήγορα κλιμακωνόταν σε επικίνδυνο βαθμό, με το τρίτο της μέρος να αφορά τις απώτερες επιπτώσεις των πυρηνικών κατάλοιπων. Ίσως βέβαια  σε τελική ανάλυση, η παράμετρος αυτή να ικανοποιεί και κάποιες βύθιες ανάγκες μας. Τώρα, βρισκόμαστε ουσιαστικά στην αρχή της πανδημίας και αρχίσαμε ήδη να συζητάμε για το μέλλον μας. Μερικοί είναι πιο αισιόδοξοι, αφού ισχυρίζονται ότι είμαστε συνηθισμένοι σε παρόμοιες δραματικές εξάρσεις και πως θα την αντιμετωπίσουμε και αυτή με καλύτερο συγκριτικά τρόπο από άλλους, αναφέροντας ως επιχείρημα  πραγματικούς πολέμους και όχι διαφορετικές και φωτοτυπικές εκδοχές ενός σύγχρονου λογοτεχνικού, ιστορικού  ή πολιτικού λόγου. «Είμαστε σε πόλεμο» διακήρυξε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, έχοντας μπροστά του πολλαπλούς αποδέκτες. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι υπόλοιποι ηγέτες οι χώρες των οποίων βρίσκονται επίσης στο μάτι του αντίξοου και δυσανάγνωστου κυκλώνα. Η ανάγκη να φανταστούμε το μέλλον μας, προχωρά ένα βήμα παραπέρα, ίσως και να το προκαταλάβουμε. Έτσι απ’ αυτή τη σκοπιά, η όποια δόση επιστημονικής φαντασίας στη λογοτεχνία ή, για να εστιαστούμε περισσότερο, στην ταινία «Contagion» (2011), ένα ρεαλιστικό και  καλοφτιαγμένο θρίλερ με αφορμή την έξαρση κάποια επιδημίας που προβλήθηκε πρόσφατα στους τηλεοπτικούς μας δέκτες, για άλλη μια φορά, δημιουργεί ερωτηματικά του τύπου σε ποιο λοιπόν  βαθμό «η ζωή αντιγράφει την τέχνη», αφού τόσο η Κίνα όσο και οι νυχτερίδες βρίσκονται και πάλι  στο στόχαστρο της επικαιρότητας;

Η πανδημία του κορονοϊού, με κάποιον υφέρποντα τρόπο μας σπρώχνει σε παρελθούσες εποχές. Η κινηματογραφική ταινία «Η επόμενη μέρα» φαινομενικά παρέπεμπε σε κάποιο  αόριστο και αόρατο μέλλον, αλλά στην πραγματικότητα βυθίζεται στο σκοτεινό και ομιχλώδες παρόν εκείνης της Αμερικής. Πρόσφατα με  την  έξαρση της πανδημίας του κορονοϊού, οι τελευταίοι συνειρμοί ανατρέχουν δανειζόμενοι στοιχεία από το  μακρυνό παρελθόν και προβλέπουν μεσαιωνικές καταστροφές και ανομολόγητους ολέθρους σε μια κοινωνία αδύναμη  να ρυθμίζει κρίσιμες λεπτομέρειες του οίκου της, αλλά και να βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ στον απύθμενο φαταλισμό  προσεγγίζοντας, σε ανύποπτες στιγμές, ορισμένες γωνιές του ντετερμινισμού.

Όμως, είτε έτσι είτε αλλοιώς, πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται πως ήδη βαδίζουμε στο δρόμο  της δύσης της αποκαλούμενης «παγκοσμιοποίησης». Το φευγαλέο και υπνωτικό αεράκι της νοσταλγίας σε στιγμές ανέμελες μάς σπρώχνει στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, τότε που κυριάρχησαν ορισμένοι αμφιλεγόμενοι, επίμαχοι και συζητήσιμοι όροι, όπως «το τέλος του αιώνα»  (Fin de siècle, για τη γαλλική γλώσσα), καθώς και ένα γενικότερο κλίμα απαισιοδοξίας για μια διάχυτη εποχή εκφυλισμού και  ταυτόχρονα για μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι στο τέλος του δρόμου, ο πολιτισμός οδηγούσε στην παρακμή.  Κι’ αν εκείνη η τάση επηρέασε αργότερα κάποια ενδιαφέροντα κινήματα, όπως εκείνα του συμβολισμού και του μοντερνισμού, δεν παύουν ορισμένοι  να υποστηρίζουν και να μας υπενθυμίζουν ότι παράλληλα άγγιξε  και κρυφές γωνιές του εθνικισμού και γιατί όχι του φασισμού.

Για να επανέλθουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα των καιρών, οι συμπεριφορές κρατών που βρίσκονται στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής  Ένωσης αρχίζουν να δονούν για άλλη μια φορά τα νερά της, κι’ αν η παρούσα κρίση συνεχιστεί ακόμα για πολύ, με άγνωστη κατάληξη για την πορεία και τον προορισμό του κοινού σκάφους.  Είδαμε τις προηγούμενες δεκαετίες την επιβουλή και επιβολή της παγκοσμιοποίησης πάνω στα εθνικά κράτη,  με ικανοποιητική υπερίσχυση  της πρώτης. Όμως για πόσο καιρό  θα μπορέσει ακόμα να υφίσταται αυτή η αναλογία;   Η ανάδυση εθνικιστικών νοοτροπιών τις τελευταίες εβδομάδες, είναι γεγονός. Σύνορα κλείνουν, απαγορεύσεις εξαγωγών υγειονομικού υλικού από ένα κράτος σε άλλο χωρίς νομική υπόσταση και εξήγηση, και τόσα άλλα ακολούθησαν την προ δεκαετίας οικονομική, συν τοις άλλοις,  κρίση με πολλούς χαμένους και λίγους κερδισμένους. Ποιοι ευθύνονται λοιπόν για την δεδομένη κατάσταση και ποιοι δρομολογούν τη χαριστική βολή, ή πιο σωστά βάζουν καινούργια θεμέλια, στο οικοδόμημα της «παγκοσμιοποίησης»; Την πανδημία θα ακολουθήσει μαθηματικά η μείωση των ταξιδιών σε αλλότριους προορισμούς, έτσι για να αναφερθούμε σε μια παράμετρο, μείωση εσόδων μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας,  δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης του μέσου πολίτη, και σίγουρα θα δρομολογηθεί σταδιακά, βέβαια, έλεγχος προσωπικών δεδομένων, με ότι απώτερο αλλά όχι μακρυνό συνεπάγονται όλα αυτά. Τα εθνικά κράτη θα ακολουθήσουν αναγκαστικά, για προφανείς λόγους, τάσεις επιστροφής σε πρότερες καταστάσεις γεωργικής και βιομηχανικής  παραγωγής τις οποίες διέλυσαν παράλογες, ύπουλες και άκρως εκμαυλιστικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και στις οποίες  μεγάλο μέρος των πολιτών πίστεψε χωρίς περίσκεψη  και αψυχολόγητα. Είναι άραγε τόσο μακρυνό αυτό το σενάριο; Πόσο θα επηρεάσει το γεγονός ότι δίπλα στην δοκιμαζόμενη Ιταλία βρίσκονται Κουβανοί, Κινέζοι και Ρώσοι, ενώ τόσοι άλλοι από τη γηραιά, όχι μόνο ιστορικά,  ήπειρο, περί άλλων τυρβάζουν;  Ποιους θλίβουν πραγματικά, κι’ όχι πρόσκαιρα, οι στρατιωτικές φάλαγγες θανάτου μέσα  στους έρημους δρόμους της γειτονικής χώρας; Πόσο κοντά βρισκόμαστε στα λεγόμενα του Αλμπέρ Καμύ όταν εκείνος υποστήριζε  ότι «Η παγίδα του μίσους είναι ότι σε δένει με τον χειρότερο εχθρό σου», άραγε;

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here