Του Νίκου Π. Σώκου

‘Εχουν περάσει αρκετές μέρες από τις εκλογές της εβδόμης Ιουλίου που ανέδειξε αυτοδύναμο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας με ποσοστό 39,85%. Δε μπορεί κανείς να αμφισβητήσει λοιπόν ότι “η δεξιά επέστρεψε”, όμως όχι απαραίτητα δυνάμωσε κιόλας. Η “επιστροφή στην κανονικότητα” είναι μια φράση που ακούγεται από πολλούς ψηφοφόρους του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας τις τελευταίες μέρες και δεν έχουν άδικο, από την άποψη ότι το κόμμα τους επέστρεψε στα ποσοστά που είχε στην προ κρίσης εποχή. Μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για μια ισχυρή κυβέρνηση που στην μετά μνημονίων εποχή έχει την ισχύ να κυβερνήσει για μια ολόκληρη τετραετία.

Από την άλλη πλευρά υπάρχει και μια ευρύτερα ισχυρή προοδευτική αντιπολίτευση τόσο από τον Σύριζα με ποσοστό 31,53%,από το Κίνημα Αλλαγής με ποσοστό 8,1%, καθώς και από το Μέρα25 και το 3,44% του. Αν ληφθούν υπόψιν συνολικά αυτές οι μετρήσεις θα διαπιστωθεί ένα ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο της Νέας Δημοκρατίας και κατά προέκταση της συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα γενικότερα.

Όμως παρόλο που οι περισσότεροι Έλληνες είναι μάλλον προοδευτικοί, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει και έτσι η δεξιά είναι τελικά η νικήτρια των εκλογών. Ποίες ήταν οι αντικειμενικές αιτίες αυτής λοιπόν της ήττας για την αριστερά και τον προοδευτικό χώρο; Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα συμπαγές μωσαϊκό πολλών διαφορετικών ιδεολογικών στοιχείων που κυμαίνεται από τον φιλελευθερισμό ως την λαϊκίστικη δεξιά τόσο στα στελέχη όσο και στους ψηφοφόρους της. Εκεί λοιπόν που στις υπόλοιπες χώρες υπάρχει διαφορετικό κόμμα των φιλελευθέρων, διαφορετικό κόμμα συντηρητικών κλπ, στη Ελλάδα όλα τα παραπάνω τα καλύπτει η Νέα Δημοκρατία. Αυτό δημιουργεί μια ενιαία πολιτική δύναμη που στον βωμό της εξουσίας θυσιάζει τις εσωκομματικές διαφωνίες της. Έχει την δυνατότητα λοιπόν να συσπειρώνεται και εν τέλει να νικά σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις. Στον αντίποδα ο χαρακτήρας της συσπείρωσης στην αριστερή πτέρυγα είναι πολύ πιο χαλαρός ειδικότερα ύστερα από το 2012 με την έντονη αύξηση του ποσοστού του Σύριζα και την αντίστοιχη μείωση του Πασόκ. Αυτό σημαίνει ότι ένας αριστερός μπορεί πιο εύκολα να μεταβεί από τη μια αριστερή-κεντροαριστερή δύναμη στην άλλη με τεράστια ευκολία μέσα στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις.

Για την ήττα βέβαια σαφώς έχουν μερίδιο ευθύνης κι αυτές καθαυτές οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις. Πρώτος το πρώην κυβερνών κόμμα, ο Σύριζα, ο οποίος ενώ έβλεπε καθημερινά τον πόλεμο που δεχόταν από αρκετά μέσα ενημέρωσης καθώς και από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης τα οποία είχαν δημιουργήσει ένα αντισύριζα μέτωπο, απαξιούσε προωθώντας ένα δεσποτικό κι αλαζονικό πρόσωπο, το οποίο ασχέτως με το τι πραγματικά ίσχυε αποξένωνε τον κόσμο από το κόμμα που ψήφισε τον Σεπτέμβρη του 2015. Επιπλέον όντας ως το 2012 ένα κόμμα του 5% περίπου, το οποίο μέσα σε λίγους μήνες ανέβηκε πάρα πολύ ποσοτικά δεν είχε πότε ιδιαίτερα μεγάλη στελέχωση και δεν μερίμνησε κιόλας ύστερα γι’αυτό, σε αντίθεση με παραδοσιακά μεγάλα κόμματα, όπως το Πασόκ ή η Νέα Δημοκρατία. Τέλος ενώ ο Σύριζα σηματοδοτούσε όπως έλεγαν τα σλόγκαν του το 2015 ένα “ξεμπέρδεμα” με τις παλαιές πολιτικές μεθόδους ουσιαστικά σε πολλά ζητήματα φέρθηκε με τεχνικές, οι οποίες μόνο “ξεμπέρδεμα” δεν ήταν… Αποκορύφωμα φυσικά υπήρξαν τα “καλά” μέτρα που ανακοινώθηκαν τον Μάη λίγο πριν τις ευρωεκλογές που από πολλούς και όχι άδικα θεωρήθηκαν προεκλογικό δωράκι και τροφή για σφοδρή κριτική από τους αντιπάλους του.

Φυσικά και από το Κίνημα Αλλαγής δεν έλειψαν τα λάθη και οι αστοχίες. Αρχικά με τον τρόπο που άσκησε την κριτική του στα υπόλοιπα κόμματα. Όσο και αν πάσχιζε να επαναλαμβάνει πως ο ιδεολογικός της αντίπαλος είναι η Νέα Δημοκρατία, στην πράξη η κριτική της επικεντρωνόταν στον Σύριζα, ο οποίος καλώς ή κακώς είναι ο νέος του γείτονας στο κατώφλι της κεντροαριστεράς. Αντί λοιπόν να ασκεί εποικοδομητική κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση επιδεικνύοντας την προοδευτική του ταυτότητα η οποία κρατά από το 1974, προτίμησε να κατακεραυνώνει τον Σύριζα περισσότερο και από την Νέα Δημοκρατία υιοθετώντας θέσεις οι οποίες κάθε άλλο παρά προοδευτικές είναι. Φανερό παράδειγμα είναι η διαφωνία του στην λύση του Σκοπιανού, του οποίου το Πασόκ ήταν χρόνια υπέρ μιας μικτής ονομασίας (Όπως και η Νέα Δημοκρατία). Αυτού του είδους οι στάσεις λοιπόν αντί να ενισχύουν το Κινάλ με ψήφους, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα μάλλον ενίσχυε την δεξιά… Επιπλέον παρ’όλη την τεράστια στελέχωση που έχει το Κινάλ από τα χρόνια του Πασόκ είναι γεγονός πως δεν είναι ένας συμπαγής πολιτικός φορέας, καθώς στο εσωτερικό του υπάρχουν διάφορες τάσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν αναπτύξει μεταξύ τους μεγάλες κόντρες και ένα κλίμα διχασμού που έχει καταστήσει αυτόν τον ετερόκλιτο πολιτικό φορέα, ωρολογιακή βόμβα.

Κάλως ή κακώς ο Σύριζα και το Κίνημα Αλλαγής παρ’ όλες τις ευθύνες που φέρουν για την ήττα του προοδευτικού χώρου είναι κι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι είναι οι λεγόμενες “προοδευτικές” δυνάμεις. Παρολ’ αυτά, συνεχώς υπάρχει μια ανούσια κόντρα για το ποίος πραγματικά είναι ο πιο προοδευτικός, ενώ στην ουσία και οι δύο παρουσιάζουν προοδευτικά χαρακτηριστικά. Αφού λοιπόν και οι δύο δυνάμεις αποτελούν την πρόοδο γιατί δεν επιχειρούν να γίνουν μια δύναμη ενιαία κόντρα στην συντήρηση της Νέας Δημοκρατίας;

Το 1961 ιδρύθηκε η Ένωση Κέντρου μια προοδευτική δύναμη με συμφωνία μεταξύ του Σοφοκλή Βενιζέλου, Γεώργιου Παπανδρέου και μικρών κεντρώων προοδευτικών δυνάμεων. Η ΕΚ παρόλο που περιείχε άτομα από την αριστερά ως την κεντροδεξία κατάφερε και νίκησε την ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1963 και κυβέρνησε ως την αποστασία του 1965. Ήταν η πρώτη κυβέρνηση που περιείχε το αριστερό στοιχείο. Μέτα τη δικτατορία η εποχή είχε αλλάξει ριζικά και γι’αυτό ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε μια νέα πολιτική δύναμη, το Πασόκ που πάλι περιλάμβανε ετερόκλητα αριστερά στοιχείο με κοινό γνώμονα την πρόοδο και τη δίψα για αλλαγή, ο Ανδρέας Παπανδρέου τα κατάφερε, το Πασόκ κυβέρνησε μέχρι σήμερα συνολικά 24 χρόνια!

Μέτα τις εκλογές της εβδόμης του Ιούλη η χώρα εισήλθε και πολιτικά σε μια μεταμνημονιακή περίοδο, με επιστροφή στον ισχυρό δικομματισμό και τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Αναμφισβήτητα η περίοδος που διανύεται δεν είναι τόσο σημαντική από πολιτικής άποψης όπως με την επαναφορά της δημοκρατίας το 1974, όμως δεν παύει να είναι μια περίοδο αλλαγών, μια περίοδος που ζητά κάτι νέο από τον προοδευτικό χώρο. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ύστερα από την ήττα του, έκανε ήδη μια μικρή νύξη για κάποιο ουσιαστικό άνοιγμα του Σύριζα και επίσημα στο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά προς το παρόν περιορίστηκε εκεί. Είναι θα έλεγαν πολλοί η ώρα να ανοίξει επιτελούς ουσιαστικά η συζήτηση για την μεγάλη προοδευτική παράταξη που δεν είναι ούτε το Κίνημα Αλλαγής, ούτε ο Σύριζα, αλλά ένας συνασπισμός των δύο αυτών μεγάλων εκπροσώπων της προόδου και άλλων πρόθυμων προοδευτικών δυνάμεων, απαλλαγμένος από τη μια από φιλοδεξιές φωνές του Κινήματος Αλλαγής και από την άλλη με έναν συνειδητοποιημένο Σύριζα λιγότερο αλαζονικό, μιας και έχει γνωρίσει πια την δυσκολία της διαχείρισης της εξουσίας, ο οποίος έχει αναγνωρίσει τα λάθη του κι δε πρόκειται να επαναλάβει.

Η αριστερά γενικότερα είχε πάντοτε ένα μεγάλο πρόβλημα, τις σφοδρές συγκρούσεις. Αυτή η κακή συνήθεια καλά κρατά από τα χρόνια της ρωσικής επανάστασης. Αυτή η νοοτροπία οδήγησε στην συνεχή διάσπαση των αριστερών ή κομμουνιστικών κινημάτων, φαινόμενο που παρατηρείται και στην Ελλάδα. Γενικότερα η αντιπαλότητα των αριστερών μεταξύ τους είναι μεγαλύτερη πολλές φορές ακόμη και από αυτή που εκφράζουν έναντι των πραγματικά ιδεολογικών τους αντιπάλων! Αυτή η συμπεριφορά δίνει έδαφος στις συντηρητικές δυνάμεις να συνεχίσουν ανενόχλητες την πορεία προς την εξουσία…

Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του κειμένου στην Ελλάδα η Νέα Δημοκρατία είναι ένα ισχυρό κόμμα διότι έχει μια ευρεία γκάμα ψηφοφόρων κάτω από το ιδεολογικό της κατώφλι. Η προοδευτική αριστερά στον αντίποδα είναι διαχωρισμένη ανάμεσα στον Σύριζα το Κίνημα Αλλαγής αλλά και στο Μέρα25, τα δύο πρώτα κόμματα έχουν κάποιες διαφορές ως προς τον πυρήνα τους, όμως κι ακόμα περισσότερες ομοιότητες όσο στην κοινωνική τόσο και στην οικονομική πολιτική. Αν λοιπόν αφεθούν οι μικροπολιτικές κόντρες και έλθουν σε ουσιαστική συνεννόηση μπορούν εύλογα να διαμορφώσουν μια νέα ενιαία βάση, βαθιά προοδευτική απαλλαγμένη από τα σκάρτα πολιτικά χαρακτηριστικά των κινημάτων του παρελθόντος, με έμφαση στα νέα πρόσωπα και στις καινούργιες ιδέες. Άλλωστε είναι καλό να θυμηθούμε ότι και ο Ανδρέας Παπανδρέου κάτι παρόμοιο δημιούργησε το 1974 άφησε πίσω το “παλιό” κόμμα του πατέρα του, την Ένωση Κέντρου και έδωσε φωνή σε κάτι πρωτοποριακό για τα δεδομένα της εποχής. Μάλλον ήλθε και η ώρα να δοθεί επίσης φωνή σε κάτι πρωτοποριακό για τα δεδομένα της σημερινής εποχής…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here