Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ
Το κομμάτιασε το κρις-κράφτ που γύρισε να το μαζέψει όταν έπεσε στη θάλασσα από τη «μπανάνα”.
Θαλασσινά παιχνίδια κάτω από τον ίδιο ουρανό αλλά άλλον ήλιο. Στη Μύκονο. Των ποιητών, των ζωγράφων αλλά και των συγχρόνων Κροίσων. Των λίγων  ανέγγιχτων αλλά και συνυπαιτίων -τουλάχιστον, αν όχι συμπαραγωγών- της δυστυχίας των πολλών.
Ήταν το μονάκριβο παιδί ενός Έλληνα μάλλον πλούσιου οικονομολόγου, είπαν. Καλοκαίρι στη Μύκονο ή Μπαχάμες, χειμώνα στο Γκστάαντ ή τις Άλπεις. Εναλλάξ για να μην παράγεται ανία, αφού ο οικονομολόγος πλήττει στον υπερυπολογιστή του καθηλωμένος επί ώρες επιφέροντας πλήγματα σε αντιπάλους τους οποίους δεν γνωρίζει και δεν θα συναντήσει πιθανότατα ποτέ. Πλήττει, πλήττεται και συχνά προσβάλλεται από σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, πονοκεφάλους, βαρύ αυχενικό και συχνά παθολογική παχυσαρκία -είναι ελκυστικά τα junk foods τις ατέλειωτες ώρες των εικονικών μαχών.
Το άτυχο αγόρι: παιδί ενός ευπόρου.
Και γιατί στέκομαι επίμονα το επάγγελμα του πατέρα, μη ρωτήσεις. Αν ξέρεις. Αν δεν ξέρεις ή καμώνεσαι πως δεν, πάλι μη ρωτήσεις γιατί θα αναγκαστώ να σου πω.
Και θα είναι κοφτερή και ματωμένη σαν μαχαιριά η απάντηση. Όπως τα σπαράγματα του αθώου παιδιού που ανέσυραν από τον βυθό, τα κομμάτια ενός άλλου παιδιού σαν σπασμένη κούκλα στη Γάζα που είδα στο διαδίκτυο πριν από μέρες∙ έπαιζε κι αυτό μαζί με άλλα παιδιά σε μια αμμουδιά, ώσπου τα βρήκε η βόμβα.
Απάντηση παγωμένη και γκρίζα όπως  το άψυχο κορμάκι ενός άλλου παιδιού σε φωτογραφία στο διαδίκτυο. Θα είναι απάντηση αδειασμένη από συναίσθημα όπως τα άδεια μάτια των αμέτρητων παιδιών που λιμοκτονούν και περιμένουν τους γύπες να τα ανακυκλώσουν μόλις ξεψυχήσουν.
Παιδιά σε τόπους πολέμων, πείνας επιδημιών. Θύματα της ανελέητης  πυγμαχίας των ισχυρών στα ρινγκ με δάπεδα καμωμένα από τεντωμένα δέρματα αμέτρητων αδυνάμων. Όπως οι γούνες που ζεσταίνουν στις θερμαινόμενες αίθουσες δεξιώσεων τις κομψές φιλάνθρωπες  κυρίες από τα κομματιασμένα μικρά βιζόν.
Ισότητα δεν υπάρχει, δε μπορεί να υπάρξει, αντίκειται στους φυσικούς νόμους, έλεγε  με πίκρα κάποιος σήμερα το πρωί. Απαντώντας στον συνομιλητή του που επιμένει πως η Ισότητα οφείλει να παραμείνει αίτημα διαρκές -έστω μιας πρωτοπόρας μειοψηφίας ανθρώπων· ας ποδοπατιέται διαρκώς από τους ευνοημένους της Τύχης αλλά και από τους ίδιους  τους αμφισβητίες της φυσικής ανισότητας όταν βρεθούν στη θέση της Ισχύος. Μιλούσαν παθιασμένα για ένα πρόβλημα που το θέτει και το επιλύει η ίδια η Ζωή· Θεός, Τύχη ή Αναγκαιότητα. Ερήμην μας.
Είχα στήσει αυτί και άκουγα. Λίγο πριν είχα μάθει το φριχτό νέο για το κομματιασμένο αγοράκι και παλινδρόμησαν μπρος πίσω οι εικόνες από τα” άλλα παιδιά”.
Χοροπήδησε με κρότο μέσα στο αναστατωμένο κρανίο μου ο βάρβαρος συμψηφισμός, αλλά κατακάθισε γρήγορα.
Η Φρίκη είναι ακίνητη και απαιτεί απόλυτη σιγή. Στο βουβό σκοτάδι του μυαλού μου ανάβλυσε η Αχερουσία. Ακούω τώρα τον «βαρκάρη” και τον παφλασμό των κουπιών του. Στη βάρκα αμέτρητα παιδιά με τον οβολό στο στόμα. Μπροστά μπροστά  ο μικρός. Φαίνεται ήρεμος. Στον αέρα ο αρχαίος ψίθυρος: …κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον.
Η Ισότητα, λέω τώρα, παραμονεύει και μας αρπάζει στις δαγκάνες της τις πιο άγριες και τις πιο αμέριμνες στιγμές. Τραβώντας μας στην άβυσσο. Η ενέδρα της τόπος κοινός και μάθημα τελεσίγραφο.
Παλικαράκια και κορίτσια δολοφονημένα της αμνήμονος απανθρωπότητας έχετε γειά.
Μικρέ, γαίαν ελαφράν.
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here