Η   διαφυγή του Μαρκ Σαγκάλ από τη Γαλλία και η αναπότρεπτη και μόνιμη επιστροφή του στο Σαιν-Πωλ-ντε-Βανς

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Σε προηγούμενα άρθρα μας, στην Press Publica, αναφερθήκαμε στο κυνήγι κάποιων μεγάλων μορφών της λογοτεχνίας από το  ναζιστικό καθεστώς. Μετά την εισβολή των ναζί στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939, μοιραία θα ερχόταν και η σειρά κάποιων άλλων. Οι φραστικές σε πρώτο στάδιο δηλώσεις συμπαράστασης της Γαλλίας και της Αγγλίας, θα έδιναν τη θέση τους σε κάτι ποιο ενεργό αμέσως μετά την εισβολή της Γερμανίας στη Γαλλία,  μέσω των συνόρων του Βελγίου.  Ότι ακολούθησε είναι γνωστό και καλά τεκμηριωμένο στις σελίδες της πολύτομης ετούτης ιστορίας. Η υπογραφή της ανακωχής του στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν με τους Γερμανούς, τον Ιούνιο του 1940, είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της Γαλλίας να βρεθεί υπό τη γερμανική κατοχή, αλλά και το υπόλοιπο, το νότιο δηλαδή, να ελέγχεται από ένα καθεστώς προσκείμενο φιλικά στον Πεταίν και φυσικά στους Γερμανούς. Όπως είναι ευνόητο, τον Ιούνιο του 1940, με την γερμανική κατάκτηση ουσιαστικά ολόκληρης της Γαλλίας,  μεγάλο κύμα προσφύγων, όπου βρίσκονταν μέσα και αρκετοί Εβραίοι,  κατέφυγαν εκόντες άκοντες στη νότια Γαλλία για να αποφύγουν τη σύλληψη  και την σχεδόν βέβαιη εξόντωσή τους, στη συνέχεια,  από τους προελαύνοντες Ναζί.  Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν και πολλοί εξέχοντες πολιτικοί αντιφρονούντες, διανοούμενοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η συμφωνία που προαναφέραμε της 22ης Ιουνίου, υποχρέωνε το καθεστώς Βισύ  του στρατάρχη Πεταίν,  να παραδίδει στη ναζιστική Γερμανία  οποιονδήποτε του ζητούσαν οι αξιωματούχοι της. Ανάμεσα σ’  αυτούς ήταν και ένας από τους μείζονες καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης, ο Ρώσος ζωγράφος εβραϊκής καταγωγής, Μαρκ Σαγκάλ (1887–1985). Γεννημένος στο Βιτέμπσκ της σημερινής Λευκορωσίας, γρήγορα έδειξε το ειδικό του ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, κάνοντας εκεί ότι  σπουδές ήταν εφικτό, αλλά  ολοκληρώνοντας  αργότερα τις γνώσεις  του στην πρωτεύουσα της Ρωσίας και την  Αγία Πετρούπολη, όπου εγκαταστάθηκε  το χειμώνα του 1906. Ανήσυχο πνεύμα, όπως ήταν, κατάφερε και πήγε, το 1910,  στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με το έργο μεγάλων ζωγράφων της εποχής, όπως οι  Πωλ Γκωγκέν,  Βίνσεντ βαν Γκογκ και Ανρί Ματίς, ενώ ταυτόχρονα  συνδέθηκε, φιλικά, και με τον Γάλλο ποιητή Γκιγιώμ Απολλιναίρ. Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή του απ’ εκεί και την επιστροφή του στην πατρίδα. Ξαναγύρισε όμως  εκ νέου στο Παρίσι, τον Σεπτέμβριο του 1923, για να ακολουθήσει μια πολύ πετυχημένη καλλιτεχνική πορεία. Στα απομνημονεύματά του, σημείωνε πως η χρονική περίοδος 1923-1933, υπήρξε η πλέον ευτυχισμένη της ζωής του, όχι μόνο σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αλλά και δημοσιότητας σε διεθνές επίπεδο και φυσικά των ανάλογων οικονομικών απολαβών. Όταν, όμως  αργότερα η γαλλική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία συνθηκολόγησης με τη ναζιστική Γερμανία την οποία προαναφέραμε, ο Σαγκάλ, όπως ήταν φυσικό,  δεν μπορούσε να παραμείνει ασφαλής στη Γαλλία, όπως και ένας μεγάλος αριθμός άλλων συγγραφέων και καλλιτεχνών.

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, εν τω μεταξύ, και συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη, ορισμένοι Αμερικανοί φίλοι και συνάδελφοι των προσφύγων συναντήθηκαν επειγόντως με κύριο σκοπό τη σύσταση της επονομαζόμενης  Επιτροπής Επείγουσας Διάσωσης (Emergency Rescue  Committee), με την ελπίδα   να μεταφέρουν όσο περισσότερες κατόρθωναν από τις πλέον εξέχουσες πολιτιστικές προσωπικότητες μεταξύ των προσφύγων στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεδομένης βεβαίως της γνωστής επικρατούσας τότε αντι-μεταναστευτικής διάθεσης μεταξύ του αμερικανικού κοινού, του Κογκρέσου και της διακυβέρνησης του Ρούσβελτ. Ήταν η εποχή, να σημειώσουμε,  κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση όχι μόνο ήταν αντίθετη στην απελευθέρωση των σφιχτών ποσοστών μετανάστευσης, αλλά το Υπουργείο Εξωτερικών σκόπιμα  δημιουργούσε  τεχνητά και ήσσονος σημασίας γραφειοκρατικά εμπόδια ώστε να αποφύγει τη χορήγηση περισσότερων θεωρήσεων διαβατηρίων και  μετανάστευσης που επέτρεπε μέχρι τότε ο νόμος, ειδικά για τους Εβραίους πρόσφυγες. Τελικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης αυτής αμερικανικής πολιτικής, υπήρξε ότι κατά τα έτη της παντοδυναμίας του Αδόλφου Χίτλερ (1933-1945) στην κεντρική Ευρώπη, μόνο το ένα τρίτο της γερμανο-αυστριακής ποσόστωσης ικανοποιήθηκε από τους Αμερικανούς, ενώ είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα μπορούσαν να είχαν σωθεί κάπου διακόσιες χιλιάδες πολίτες που προέχονταν από τις  χώρες που βρίσκονταν υπό την άμεση επιρροή  του Άξονα. Ευτυχής και καθοριστικής σημασίας, την συγκεκριμένη εποχή,  υπήρξε η συμβολή της πρώτης κυρίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της Έλινορ  Ρούσβελτ,  με την βοήθεια της  οποίας η προαναφερόμενη Επιτροπή Επείγουσας Διάσωσης εξασφάλισε τη διστακτική, αρχικά, συμφωνία  να παράσχει βίζα έκτακτης, έστω, ανάγκης σε ικανό αριθμό από εξέχοντες καλλιτέχνες και διανοούμενους και φυσικά  στις οικογένειές τους.

Το Εθνικό Μουσείο Σαγκάλ, στη Νίκαια.

 

Στο σημείο αυτό, σημαντική υπήρξε και η παρουσία της  προσωπικότητας του Βάριαν Φράι  (Varian Fry, 1907-1967) στην όλη υπόθεση. Ο τελευταίος,  είχε λάβει κλασσική εκπαίδευση στο Χάρβαρντ και ως δημοσιογράφος εξωτερικών υποθέσεων που ήταν, προσφέρθηκε να ταξιδέψει στη Γαλλία του Βισύ για να οργανώσει την εν λόγω ‘έξοδο’ από τη χώρα και την απομάκρυνση των εμβληματικών μορφών της τέχνης. Ήρωας, σε τελική ανάλυση, ο Φράι ήταν ένας εκλεπτυσμένος νεαρός  με ραφιναρισμένα γούστα που του άρεσαν τα κλασσικά ελληνικά,  τα εκλεκτά κρασιά και πολλά άλλα περίεργα πράγματα. Ο τρόπος και η εμφάνισή του, όπως θα παραδεχόταν αργότερα,  δεν έδειχναν σίγουρα τον παράτολμο άντρα που θα προχωρούσε σε εκείνο το επικίνδυνο εγχείρημα και μάλιστα μέσα στο στόμα του λύκου και κάτω από  τη μύτη των ναζί.  Όπως αποκαλύφτηκε  στη συνέχεια, ήταν πραγματικά πλημμυρισμένος από υπερβολική δόση θάρρους, ενέργειας, τόλμης  και φυσικά της ανάλογης αποφασιστικότητας. Βεβαίως αν προστρέξουμε στο βιογραφικό του σημείωμα, θα πληροφορηθούμε πως προηγουμένως, στα 1935 συγκεκριμένα, βρέθηκε τοποθετημένος στη Γερμανία με δημοσιογραφική αποστολή, όπου είχε ήδη δει και βιώσει, ιδίοις όμασι, τη βία του ναζιστικού όχλου εναντίον των Εβραίων του Βερολίνου, και αυτή ακριβώς η εμπειρία, κατά πάσα πιθανότητα, τον οδήγησε τώρα να συμμετάσχει στην Επιτροπή Επείγουσας Διάσωσης που οργανωνόταν δειλά-δειλά στη Νέα Υόρκη. Η συνέχεια της ιστορίας, υπήρξε ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις. Τον Αύγουστο του 1940, έφτασε στο Βισύ της Γαλλίας, με τρεις χιλιάδες κρυμμένα δολάρια και μια λίστα  τριακοσίων ατόμων που αναζητούσε εναγωνίως η Γκεστάπο.  Ο Βάριαν Φράι, προετοιμασμένος για ότι θα ακολουθούσε,   έσπευσε αμέσως να έρθει σε επαφή και συνεννόηση με μια ομάδα Εβραίων, Γερμανών και άλλων ακτιβιστών που βρίσκονταν απέναντι στους Ναζί, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και ενός αριθμού Αμερικανών που εμπλέκονταν στη βοήθεια και προσπάθεια των προσφύγων να ξεφύγουν από την κόλαση που ορθωνόταν ολοένα και μεγαλύτερη και απειλητικότερη μπροστά τους.  Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Χιράμ ή Χάρρυ Μπίνγκχαμ Δ’   (Hiram (Harry) Bingham IV, 1903 –1988),  ο υποπρόξενος των Η.Π.Α. στην πόλη της  Μασσαλίας, ο οποίος σημειωτέον έκρυβε πρόσφυγες στη μισθωμένη βίλα του στα περίχωρα της πόλης, και τον οποίο ο Φράι αργότερα τον  αποκάλεσε ως ‘συνεργάτη του στο έγκλημα’, εννοώντας προφανώς  ‘έγκλημα’ τη διάσωση των προσφύγων από τα χέρια των Ναζί και των Γάλλων συνεργατών τους. Αψηφώντας, σε ένα βαθμό, τους προϊσταμένους του στην Αμερική, ο Μπίνγκχαμ προμήθευε τον Φράι με τα κατάλληλα  ταξιδιωτικά έγγραφα   τα οποία ήταν εξαιρετικά χρήσιμα ώστε να προστατευθούν επαρκώς οι πρόσφυγες κατά τη μετακίνησή τους. Ο Φράι με τη βοήθεια του Μπίνγκχαμ και κάποιων άλλων, υπό το πρόσχημα μιας νόμιμης επιχείρησης βοήθειας για πρόσφυγες, κατάφερε και δημιούργησε ένα μυστικό και παράνομο, φυσικά, δίκτυο που εδραζόταν στο ξενοδοχείο Splendide της Μασσαλίας. Τα καλά νέα βεβαίως εξαπλώθηκαν γρήγορα ανάμεσα στους πρόσφυγες και σύντομα πολλοί απ’ αυτούς άρχισαν να συγκεντρώνονται εκεί καθημερινά για περαιτέρω βοήθεια.  Σε μια περίπτωση, μάλιστα, ο Μπίνγκχαμ μπόρεσε και οργάνωσε ώστε  να μεταμφιεσθεί με γυναικεία ρούχα   και να αποδράσει από  στρατόπεδο  της Βισύ ο διάσημος Γερμανός εβραίος  μυθιστοριογράφος Lion Feuchtwanger (1884–1958), και αργότερα μεταμφιεζόμενος επίσης  κατάφερε να  ξεφύγει από τα γερμανικά σημεία ελέγχου, έως ότου μπορέσει το δίκτυο να τον βγάλει  απ’ τη χώρα.

Ο Παράδεισος’ (1960) του Μαρκ Σαγκάλ.

 

Ο Βάριαν Φράι  εργάστηκε ασταμάτητα, μέρα και νύχτα, για περισσότερο από ένα χρόνο, και κατάφερε με τους συνεργάτες του να φυγαδεύσει αρκετούς πρόσφυγες από τη Γαλλία μέσω των Πυρηναίων στη γειτονική Ισπανία και μέσω της  Μεσογείου  με πλοία σε πολλούς άλλους προορισμούς στην Αφρική, την Καραϊβική και αλλού. Πολλοί δρομολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, όπου ήταν ασφαλείς από τη Γκεστάπο, δύο χώρες στις οποίες οι πρόσφυγες μπορούσαν να κάνουν τις απαραίτητες  ενέργειες ώστε να καταφέρουν να  ταξιδέψουν στην Αμερική ή κάπου αλλού ασφαλείς.

Ο Αδάμ και η Εύα εκδιώκονται  από τον Παράδεισο’  (1961).

 

Συνολικά, ο Βάριαν Φράι, ο Μπίνγκχαμ  και φυσικά όλα τα άλλα μέλη του δικτύου διάσωσης κατάφεραν να σώσουν περίπου δύο χιλιάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων αρκετών γνωστών καλλιτεχνών, όπως ο Ρώσος μοντέρνος ζωγράφος εβραϊκής καταγωγής Μαρκ Σαγκάλ (Marc Chagall,1887-1985), ο Γάλλος καλλιτέχνης και θεωρητικός Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp, 1887 – 1968), ο Γερμανός ζωγράφος και γλύπτης Μαξ Ερνστ (Max Ernst, 1891 – 1976), ο Λιθουανός γλύπτης του κυβισμού Ζακ Λιπσίτζ (Jacques Lipchitz, 1891 –1973), και ακόμα οι νομπελίστες επιστήμονες Ενρίκο Φέρμι (Enrico Fermi, 1901–1954) ο Ιταλός φυσικός ο οποίος τιμήθηκε το 1938 με το βραβείο Νόμπελ Φυσικής, και ο Γερμανός γιατρός και βιοχημικός Ότο Φριτς Μέγιερχοφ (1884-1951) με βραβείο Νόμπελ το 1922. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε τον Εβραίο  Αυστρο-Βοημιανό μυθιστοριογράφο, θεατρικό συγγραφέα και ποιητή Φραντς Βίκτορ Βέρφελ (Franz Viktor Werfel, 1890 – 1945) με τα τόσο σπουδαία έργα στο βιογραφικό του, όπως επίσης τον  Ούγγρο συγγραφέα εβραϊκής καταγωγής Άρθουρ Καίσλερ (Arthur Koestler, 1905 –1983), τον Γερμανό αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους (Walter Gropius, 1883 – 1969), την  Γερμανοαμερικανίδα εβραϊκής καταγωγής, πολιτική επιστήμονα και φιλόσοφο Χάνα Άρεντ (Johanna Arendt, 1906 –1975), και βεβαίως τον εφευρέτη του σουρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν (Andre Breton, 1896-1966). Ο Φράι βοήθησε επίσης στη διάσωση βρεττανών πιλότων οι οποίοι είχαν καταρριφθεί από τους Γερμανούς στη Γαλλία και προσέφερε σημαντική βοήθεια στη γαλλική αντίσταση για την οποία αργότερα του απονεμήθηκε και ο Σταυρός της Λεγεώνας της Τιμής, δεδομένου ότι βρισκόταν σε συνεχή κίνδυνο να συλληφθεί από τις αρχές του Βισύ οι οποίες θεωρούσαν το έργο του σε μεγάλο βαθμό ανατρεπτικό. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, ο Φράι και μια ομάδα συνεργατών του συνελήφθησαν από τη γαλλική αστυνομία του Βισύ και κλείστηκαν σε φυλακή και μόνο η παρέμβαση του Μπίνγκχαμ στο όνομα του Αμερικανικού Προξενείου, κατάφερε να εξασφαλίσει την ελευθερία τους.

Η κύρια είσοδος στο ιστορικό χωριό των καλλιτεχνών, Σαιν-Πωλ-ντε-Βανς, όπου βρίσκεται θαμμένος ο Μαρκ Σαγκάλ.

 

Στις 29 Δεκεμβρίου 1940, ο Φράι   και ο Μπίνγκχαμ   συναντήθηκαν με τον Μαρκ Σαγκάλ,   στη βίλα του Μπίνγκχαμ,  για να ξεκινήσουν τον σχεδιασμό της  διαφυγής του απ’ εκεί.  Λίγο αργότερα, ο Φράι συνόδευσε τον Σαγκάλ στο Προξενείο των Η.Π.Α. στη Μασσαλία, όπου ο Μπίνγκχαμ του χορήγησε με συνοπτικές διαδικασίες μια βίζα μετανάστευσης, παρόλο που ο καλλιτέχνης δεν είχε τις απαιτούμενες ένορκες βεβαιώσεις και καταθέσεις. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, στη Νέα Υόρκη, είχε ήδη ζητήσει από το Υπουργείο Εξωτερικών να παραχωρήσει στον Σαγκάλ μια βίζα το Νοέμβριο του 1940,  αλλά χρειαζόταν το χρονικό διάστημα μέχρι τον Φεβρουάριο του 1941, ώστε να ολοκληρωθεί η σχετική απαραίτητη διαδικασία. Στις 8 Μαρτίου, ο Φράι   και ο Μπίνγκχαμ   ταξίδεψαν στο σπίτι των Μαρκ και Μπέλα Σαγκάλ   στο χωριό Γκορντ για να βοηθήσουν στο σχεδιασμό της διαφυγής τους από τη Γαλλία. Το Γκορντ και τότε, όπως και τώρα, ήταν μια μικρή γοητευτική,   παλιά κωμόπολη στην άκρη μιας απέραντης και ήσυχης κοιλάδας.  Στον Μαρκ Σαγκάλ,   άρεσε να μιλάει για τους πίνακές του και για τον κόσμο, φορώντας φαρδιά ξεχειλωμένα και  παλιά παντελόνια και σκούρο μπλε συνήθως  πουκάμισο. Το στούντιό του περιελάμβανε  ένα μεγάλο τραπέζι κουζίνας, μερικές ψάθινες  καρέκλες,   μια σόμπα με άνθρακα, ένα παραβάν, δύο καβαλέτα και πίνακες που περίμεναν το τελείωμά τους, ένα καθόλου όμορφο σκηνικό που να παρομοίαζε έστω κατ’ ελάχιστον εκείνο  του Ματίς.

Τον Απρίλιο, οι Μαρκ και Μπέλα Σαγκάλ μεταφέρθηκαν σε ξενοδοχείο στη Μασσαλία για να προετοιμαστούν για την αναχώρησή τους από τη Γαλλία, αλλά όταν η αστυνομία του Βισύ σάρωσε τα ξενοδοχεία της πόλης, συλλαμβάνοντας όλους τους Εβραίους, ο Σαγκάλ βρέθηκε αναγκαστικά κι’ αυτός μέσα στη φυλακή. Μαθαίνοντας   τις σχετικές ειδήσεις, ο Φράι  απείλησε έναν ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας ότι θα ξεκινούσε ένα  διεθνές σκάνδαλο, ερχόμενος σε επαφή με τους New York Times, στους υπευθύνους των οποίων θα  έλεγε για τη εν λόγω σύλληψη, εκτός αν απελευθέρωναν τον Σαγκάλ  μέσα σε λίγη ώρα. Ο εκβιασμός και η παρέμβαση του Φράι μαζί με την αντίστοιχη του Μπίνγκχαμ, είχαν όπως φάνηκε καλά αποτελέσματα και ο καλλιτέχνης αφέθηκε ελεύθερος.

Χαρακτηριστικό απόμερο σοκάκι του χωριού Σαιν-Πωλ-ντε-Βανς.

 

Στις 7 Μαΐου, ο Μαρκ Σαγκάλ και η σύζυγός του   πέρασαν στην Ισπανία με το τρένο και έπειτα συνέχισαν έως τη Λισαβόνα, φτάνοντας στην πορτογαλική πρωτεύουσα στις 11 Μαΐου.  Ενώ περίμεναν εκεί να απομακρυνθούν από τη γηραιά ήπειρο, η κόρη και ο γαμπρός τους (Ida και  Michel  Rappoport) προσπαθούσαν  να μεταφέρουν τα έργα του Σαγκάλ  τα οποία είχαν αποσταλεί στην Ισπανία, αλλά οι ισπανικές τελωνειακές αρχές κράτησαν τη συλλογή των έργων τέχνης του Σαγκάλ και αυτό έγινε σύμφωνα με πληροφορίες λόγω της αφόρητης πίεσης που ασκήθηκε από την  Γκεστάπο. Η Ida πήγε στη Μαδρίτη σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει τα έργα  τέχνης, αλλά ο Michel συνελήφθη ενώ προσπάθησε να διασχίσει τα γαλλο-ισπανικά σύνορα. Η Ida, ο Michel και τα κιβώτια με τα έργα τέχνης, τελικά, διέσχισαν τον Ατλαντικό σε ένα τρομακτικά επικίνδυνο ταξίδι με ένα εμπορικό πλοίο, το οποίο απέφυγε μεν τις  γερμανικές τορπίλες στο δρόμο του προς το Νέο Κόσμο, αλλά χτυπήθηκε και βυθίστηκε στο δρόμο της επιστροφής.

Το χωριό είναι γεμάτο, σήμερα, από πανάκριβες γκαλερί και μικρά εστιατόρια και καφέ. Και φυσικά από κόσμο.

 

Η διάσωση του Μαρκ Σαγκάλ ήταν μία από τις μεγαλύτερες και τελευταίες επιτυχίες του Φράι  και του Μπίνγκχαμ. Μαθαίνοντας τα νέα, οι Γερμανοί οργίσθηκαν όπως επίσης και οι υπάλληλοι της Βισύ, κάνοντας παράπονα στο Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών  σχετικά με το ύπουλο ρόλο και το έργο του Φράι και για  το λαθρεμπόριο προσφύγων. Ανησυχώντας έντονα για την αποφυγή προστριβής και διαταραχής των  αμερικανο-γερμανικών σχέσεων,  αφού οι Η.Π.Α. δεν βρίσκονταν ακόμα σε πόλεμο με τον Χίτλερ, το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α. αναγκαστικά αποτράβηξε τον Μπίνγκχαμ έξω από τη Γαλλία και ανακάλεσε το διαβατήριο του Φράι, υποχρεώνοντάς τον να επιστρέψει γρήγορα στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά από δεκατρείς συνολικά μήνες  αέναης και υπερεντατικής εργασίας για τη διάσωση των προσφύγων. Πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Φράι έγινε ένας από τους εκδότες ενός κορυφαίου περιοδικού, του ‘The New Republic’. Εκεί χρησιμοποίησε τις στήλες του περιοδικού για να ενημερώσει το αμερικανικό κοινό σχετικά με την κακομεταχείριση των Εβραίων στην Ευρώπη και για να πιέσει για δράση την κυβέρνηση των Η.Π.Α. ώστε να βοηθήσει τους πρόσφυγες.

Πληροφοριακή πινακίδα με τα ονόματα κάποιων γνωστών κατοίκων του χωριού. Κάτω χαμηλά βρίσκεται και αυτό του Μαρκ Σαγκάλ.

 

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 πέθανε η σύζυγος του Μαρκ Σαγκάλ, Μπέλα Ρόζενφελντ, και δύο χρόνια αργότερα ο Σαγκάλ επέστρεψε στην Ευρώπη. Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, ταξίδεψε ξανά σε όλη την Ευρώπη, αλλά τελικά   επέλεξε να ζήσει στην περιοχή της Κυανής Ακτής, η οποία μέχρι τότε είχε εξελιχθεί σε δημοφιλές καλλιτεχνικό κέντρο.  Ήδη ζούσαν εκεί, ο Ματίς  στο Σαιν-Πωλ-ντε-Βανς (Saint-Paul-de-Vence),  περίπου δέκα χιλιόμετρα δυτικά της Νίκαιας, ενώ ο Πικάσο  στο Vallauris, ένα προάστιο σήμερα της Αντίμπ. Ο Πικάσο μάλιστα έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό για το έργο του Σαγκάλ, παρά την καλλιτεχνική αντιπαλότητά τους.  Το καλλιτεχνικό έργο του Σαγκάλ στην περιοχή υπήρξε από κάθε πλευρά αξιοσημείωτο.

Στα 1973, εγκαινιάστηκε και άνοιξε τις πύλες του, στην πόλη της Νίκαιας, το Εθνικό Μουσείο Σαγκάλ, σε μια εξαιρετική τοποθεσία, σ’ ένα   λόφο   ακριβώς πάνω από την πολύβουη πόλη της  Κυανής Ακτής. Τριγύρω καταπράσινα δέντρα που προσπαθούν εναγωνίως, και  σήμερα,  να κατεβάσουν κάπως τη θερμοκρασία της ήρεμης, αλλά  αρκετά ζεστής και αποπνικτικής  καλοκαιρινής ατμόσφαιρας.  Ανίκανες και οι πολλές πράσινες ελιές και τα πλούσια φύλλα τους., καθώς και οι πέριξ κήποι.   Μέσα φυσικά στους χώρους του Μουσείου, η κατάσταση σαφώς αντιστρέφεται. Η συλλογή των βιβλικών θεμάτων του Σαγκάλ, βρίσκονται εκτεθειμένα ικανοποιητικά και το σπουδαιότερο σε μεγάλες αίθουσες. Ο Μαρκ Σαγκάλ, στη δεκαετία του 1960 και   του ’70, πρόσφερε στην πόλη που αγάπησε  ένα πολύ όμορφο δώρο από δεκαεπτά αριστουργήματα που αποτελούν το έργο του πάνω στη Βίβλο. Φυσικά, αυτά τα έργα αποτελούν μόνο ένα μέρος της πλούσιας μόνιμης συλλογής η οποία απαρτίζεται από πάνω από τετρακόσιους  πίνακες, υδατογραφίες, σχέδια με μελάνι και παστέλ. Ο ήρεμος χώρος του κτίσματος, παρατηρώ, ίσως να διαταράσσεται από τον μεγάλο αριθμό Ρώσων επισκεπτών, που και σήμερα, ανέβηκαν έως εδώ να θαυμάσουν έναν από τους πρωτοπόρους του Μοντερνισμού, του πολιτιστικού εκείνου κινήματος που σημάδεψε  καθοριστικά   τα καλλιτεχνικά δρώμενα στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη μέση του 20ου. Μεγάλοι σε διάσταση πίνακες κοσμούν τις σχετικά καινούργιες αίθουσες του Μουσείου, με τις απαραίτητες δίπλα και κατατοπιστικές πληροφορίες.

Ο τάφος του Μαρκ Σαγκάλ, όπως είναι  σήμερα.

 

Αργά το επόμενο απόγευμα με βρίσκει στο πανέμορφο χωριό Σαιν-Πωλ-ντε-Βανς, χτισμένο ψηλά σε έναν λόφο, σαν να εποπτεύει νότια την   πόλη. Πολλοί οι επισκέπτες του, ειδικά στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Μεγάλος αριθμός γκαλερί βρίσκονται μέσα στα στενοσόκακα με δημιουργήματα πλούσια σε έξυπνες και πρωτοποριακές ιδέες. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί απ’ αυτούς έζησαν εδώ για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής τους.  Ένας απ’ αυτούς ήταν φυσικά και ο Μαρκ Σαγκάλ. Σε τούτο το χωριό δημιούργησε αρκετά έργα του και εδώ άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Μαρτίου 1985, όπου και θάφτηκε. Κάπου προς τις  νοτιοανατολικές παρυφές  του χωριού, βρίσκεται το παλιό νεκροταφείο.  Μια πινακίδα, έξω απ’ αυτό, κατατοπίζει τους λιγοστούς, ούτως ή άλλως, επισκέπτες για τους γνωστούς και αγνώστους νεκρούς που αναπαύονται εδώ πάνω, κάτω απ’ τα ψηλά δέντρα και  με την υπέροχη θέα προς τα κάτω, την πόλη της Νίκαιας  και τη Μεσόγειο Θάλασσα, στο βάθος.  Δεν την είχα προσέξει ομολογουμένως μπαίνοντας μέσα, και αναγκαστικά ρώτησα, στα αγγλικά, μια κυρία πολύ προχωρημένης ηλικίας που φρόντιζε το τάφο ενός δικού της και αγαπημένου προσώπου μήπως γνωρίζει τον τάφο του ζωγράφου  Μαρκ Σαγκάλ. Μου απάντησε στα γαλλικά. Μάλιστα άρχισε να μου εξιστορεί κάποια στιγμιότυπα με αυτόν τον οποίο είχε γνωρίσει, όπως  μου εκμυστηρεύτηκε πολλές δεκαετίες πριν. Οι πενιχρές μου γνώσεις στη γαλλική γλώσσα,  δεν με βοήθησαν όσο ίσως θα ήθελα ετούτη τη στιγμή. Ήταν μια από τις λίγες φορές που μετάνιωσα όταν κάποτε μου δόθηκε η ευκαιρία να την βελτιώσω πολύ κι ακόμα να την τελειοποιήσω, και δεν το έκανα!

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here