Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗ*

Τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση, γινόμαστε δέκτες πληροφοριών σχετικών με τη διεκδίκηση των οφειλόμενων από τη Γερμανία προς τη χώρα μας, πολεμικών επανορθώσεων.
Ομως δυστυχώς, παράλληλα με την διάχυση της πληροφόρησης αναπτύχθηκε και μια τραγική παρανόηση:
Το Διεθνές Δίκαιο επιτάσσει την καταβολή πολεμικών επανορθώσεων πρωτίστως για να θυμούνται οι επόμενες γενιές πόσο τραγικός μπορεί να είναι ένας πόλεμος και δευτερευόντως για να καλυφθούν οι οικονομικές ζημιές και οι απώλειες των εχθροπραξιών.
Να σας θυμίσω εδώ ότι η αγωγή του Διστόμου ασκήθηκε το 1995 από την τότε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας, η οποία εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος των Διστομιτών που συμφωνούσαν στην κίνηση αυτή. Οταν ο Γιάννης Σταμούλης ζήτησε από τον νομαρχιακό συμβούλιο Βοιωτίας την απαιτούμενη, γι’ αυτό, εξουσιοδότηση τους είχε πει:
«Η τρομερή ανθρωποθυσία των αμάχων Διστομιτών, τότε μόνο θα βρει τη δικαίωσή της, όταν η σύγχρονη και οι επερχόμενες γενιές, ορκιστούν στις ψυχές των θυμάτων ότι θα φράξουν τον δρόμο σε κάθε προσπάθεια αναβίωσης του φασισμού και του ναζισμού και θα θεμελιώσουν σε ατράνταχτο βάθρο τους δημοκρατικούς θεσμούς».
Η ωρίμαση των πολιτικών συνθηκών
Ας πάμε όμως λίγο πίσω, στο 1990. Είναι μια ημερομηνία ορόσημο, καθώς με την πτώση του τοίχους και την επανένωση των 2 Γερμανιών, αναβίωσε η συζήτηση για την υποχρέωση της Γερμανίας να καταβάλει τις οφειλόμενες από τον Β’ ΠΠ επανορθώσεις. Η υποχρέωση αυτή, όπως οι περισσότεροι γνωρίζουμε πλέον, είχε παγώσει με τη σύμφωνη γνώμη της διεθνούς κοινότητας το 1953.
Εκείνο που δεν είναι γνωστό είναι ότι και στην Ελλάδα αναβίωσε το 1990 η σχετική συζήτηση. Εγιναν κάποιες, λίγες είναι η αλήθεια για τη σπουδαιότητα του ζητήματος, ερωτήσεις στην ελληνική Βουλή.
Εκείνο που γνωρίζουμε πλέον και μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι οι εκλιπόντες Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης και Γιάννης Σταμούλης είχαν ενημερώσει για τη νομική διάσταση του θέματος τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου ήδη από τις αρχές του 1995.

 

Η άσκηση της αγωγής και η έκδοση της απόφασης της Λιβαδειάς
Η ιστορία είναι λίγο ως πολύ γνωστή: Η άσκηση αγωγής για τη διεκδίκηση ατομικών αποζημιώσεων από τα εγκλήματα των στρατευμάτων κατοχής, ήταν μια πρωτότυπη νομική ιδέα του δικηγόρου, ευρωβουλευτή και νομάρχη Βοιωτίας, Γιάννη Σταμούλη. Μια ιδέα που του ήρθε ξαφνικά, όταν έγινε μάρτυρας μια προσκυνηματικής διαδικασίας, στο Δίστομο, το χειμώνα του 1995, από γερμανόφωνους γέροντες.
Πολιτικά η κατάλληλη στιγμή ήρθε τον Ιούνιο του 1995, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου συνειδητοποίησε ότι στους κόλπους της Ευρώπης παιζόταν ένα βρώμικο παιχνίδι που θα οδηγούσε σε μια γερμανική Ευρώπη αντί μιας ευρωπαϊκής Γερμανίας.
Παγκόσμια νομική πρωτοτυπία, η αγωγή ήταν ήδη έτοιμη όταν τον Σεπτέμβριο 1995, οι Σταμούλης και Μαγκάκης κλήθηκαν από τον πρωθυπουργό. Ο πρώτος πήρε το πράσινο φως να καταθέσει την αγωγή αφού όμως ο δεύτερος – ως αναπληρωτής ΥπΕξ- θα οργάνωνε την επίδοση ρηματικής διακοίνωσης.
Αυτό ακριβώς έγινε: Στις 14 Νοεμβρίου 1995 επιδόθηκε η ρηματική διακοίνωση και στις 27 Νοεμβρίου κατατέθηκε η αγωγή του Διστόμου.
Η απόφαση 137/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς που την ακολούθησε, θεωρείται πλέον σταθμός. Και τούτο γιατί για πρώτη φορά στα νομικά χρονικά κρίθηκε από Δικαστήριο ότι ένα Κράτος, τα όργανα του οποίου παραβιάζουν το ανθρωπιστικό δίκαιο, οφείλει αποζημίωση στα θύματα των πράξεών του. Η επικύρωσή της εν λόγω αποφάσεως το 2000 από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, την έχει πλέον καταστήσει αμετάκλητη.
Η ιστορική αυτή απόφαση δυστυχώς παραμένει ακόμη ανεκτέλεστη.

 

Μερικές συγκλονιστικές αλλαγές στις οποίες κανείς δεν δίνει σημασία
Στην 20ετία αυτή το δίκαιο του Διστόμου έγινε γνωστό στα πέρατα της γης. Στη Νότιο Κορέα 3 γηραιές κυρίες, θύματα του ανθρωπιστικού εγκλήματος της αναγκαστικής εκπόρνευσης, κατά τη διάρκεια της Ιαπωνικής Κατοχής, ακολούθησαν το παράδειγμά του. Στην Κίνα ζητήθηκε η επιδίκαση αποζημιώσεων για τη φρικτή σφαγή στη Νιαντζίν, όπου o αριθμός των θυμάτων, κατά τη διάρκεια του Σινοιαπωνικού πολέμου το 1937, παραμένει απροσδιόριστος (πιθανά και να φτάνει τις 300.000). Η ίδια η ιστορία του Διστόμου ακούστηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπου η Γερμανία προσπάθησε να γλυτώσει από την τεράστια ηθική και νομική υποχρέωση που τη βαρύνει, εμμένοντας μικρόψυχα σε νομικίστικα επιχειρήματα, αγνοώντας την επιχειρηματολογία του ανθρωπιστικού δικαίου που προοδεύει.
Γεγονός είναι ότι η Χάγη προσέδωσε στο θέμα, μία νέα δυναμική και ακόμη περισσότεροι πολίτες έγιναν κοινωνοί και γνώστες της υπόθεσης.
Γεγονός όμως επίσης είναι, ότι κατά την εικοσάχρονη μάχη της «διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων», η γερμανική πλευρά κράτησε, με σταθερότητα, την ίδια απαράλλακτη στάση: μια στείρα φραστική αναγνώριση των ευθυνών του γερμανικού Δημοσίου, χωρίς ίχνος έμπρακτης και ειλικρινούς ανάληψης των σχετικών ευθυνών. Ηδη από τον Ιανουάριο του 1996 ο κ. Κλάους Κίνκελ (τότε ΥΠΕΞ και Αντικαγκελάριος της Γερμανίας) δήλωνε ρητά ότι η Γερμανία «δεν πρόκειται να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» και ότι «επί του θέματος αυτού δεν θα υπάρξει ούτε χιλιοστό παρέκκλισης».
Σας θυμίζει μήπως κάτι αυτό; Μήπως σας θυμίζει το περίφημο «το θέμα θεωρείται νομικά και πολιτικά λήξαν» της Καγκελαρίου Μέρκελ το 2015; ή το ακόμη προσβλητικότερο που είπε ο κ. Σόϊμπλε «αυτά είναι ανοησίες»;
Η θέση της Ελλάδας ποια είναι, όμως; Εσείς την ξέρετε; Προσωπικά δεν διέκρινα ποτέ σαφή και οργανωμένη ελληνική θέση. Σε κάποιες από τις κυβερνήσεις της 20ετίας αυτής, υπήρξαν άνθρωποι που, χρησιμοποιώντας τον θεσμικό τους ρόλο, έβαλαν ένα λιθαράκι. Και οφείλουμε να τους αναφέρουμε. Ακούστε τα ονόματά τους. Θα τους αναφέρω με τη χρονική σειρά των πρωτοβουλιών τους:
Χάρις Καστανίδης: έπεισε τον τότε πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου να παρέμβει η Ελλάδα στη Χάγη, εξασφαλίζοντάς της τη διεθνοποίηση που της έπρεπε.
– Αδωνις Γεωργιάδης: χρησιμοποιώντας το εργαλείο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, επανέφερε τη συζήτηση του θέματος στην ελληνική Βουλή.
Δημήτρης Αβραμόπουλος: ξεκίνησε την αναζήτηση στοιχείων μέσα στο χάος των ελληνικών αρχείων.
Χρήστος Σταϊκούρας: ζήτησε μια πρώτη οικονομική προσέγγιση.
Βαγγέλης Βενιζέλος: Ζήτησε μια πρώτη νομική προσέγγιση.
Παναγιώτης Κουρουμπλής: Ηγήθηκε της κοινοβουλευτικής πρωτοβουλίας για τη δηιουργία της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος: Θέτει την υπόθεση υπό την αιγίδα του και αναφέρεται με κάθε ευκαιρία στην ελληνογερμανική εκκρεμότητα, εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση της διεθνοποίησης του εθνικού μας θέματος.
Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης: Εδωσε στο ελληνικό Κοινοβούλιο -και σε όσους Ελληνες βουλευτές κάθε πολιτικού χώρου το επιθυμούσαν- τη δυνατότητα να μιλούν επίσημα και τεκμηριωμένα για το θέμα.
Το αποτέλεσμα όμως των πρωτοβουλιών αυτών ποιο είναι; Η επίσημη Ελλάδα συναντάει την επίσημη Γερμανία σε μια στάση ίδια και απαράλλακτη: Στείρα φραστική αναγνώριση των δικαιωμάτων των Ελλήνων, χωρίς ίχνος έμπρακτης και ειλικρινούς ανάληψης των σχετικών πρωτοβουλιών.
-Πώς μπορεί η ελληνική Πολιτεία να αποδείξει ότι εννοεί αυτά που λέει;
Σήμερα λοιπόν, 20 χρόνια μετά, κανένας ελληνικός φορέας δεν φαίνεται να ηγείται της διεκδίκησης.
Τι θα μπορούσε να γίνει:
Φρονώ πως μόνον οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να δημιουργήσουν τη διαφορά. Συνεπώς είναι στα χέρια της τοπικής αυτοδιοίκησης -και των δύο βαθμών- να δομήσει μια σωστή ενασχόληση με το θέμα. Σήμερα 1 στους 3 τοπικούς άρχοντες (δημάρχους και περιφερειάρχες) προσπαθούν να συνεργαστούν με τη Γερμανία «στα κρυφά». Γιατί άραγε; Τι μπορούν να κάνουν αντ’ αυτού;
Αν αναζητήσουν σε τοπικό επίπεδο όλες εκείνες τις πρωτοβουλίες που υποστηρίζουν τη διδασκαλία της τοπικής ιστορίας, θα μπορέσουν να μεταλαμπαδεύσουν στους νέους την πίστη και την ενασχόληση με το θέμα και κατ’ επέκταση να τους κρατήσουν μακριά από τον δηλητηριώδη εναγκαλισμό των νεοναζιστικών μηνυμάτων.
Αν ξαναπροσφύγουν στην ελληνική δικαιοσύνη, θα της δώσουν την ευκαιρία να ακούσει την πρωτοποριακή απόφαση των Ιταλών συνταγματικών δικαστών και να τη «μεταφράσει» στα Ελληνικά.
Αν υιοθετήσουν, στην επικοινωνία τους με τους Γερμανούς εταίρους τους, τεκμηριωμένη και σαφή θέση απέναντι σε πρωτοβουλίες που μάλλον έχουν στόχο να σβήσουν -ωσάν με το σφουγγάρι στον μαυροπίνακα- την ιστορική μνήμη, θα καταφέρουν αν αντλήσουν από τη γερμανική οργάνωση και τεχνογνωσία χωρίς να εκχωρήσουν απαιτήσεις και ιστορική μνήμη.
Μόνον συνεπώς η τοπική κοινωνία μπορεί να εξοπλίσει την κεντρική διοίκηση με τη δύναμη της διεκδίκησης, καθώς «Φωνή Λαού, Οργή Θεού»!

 

*Η Χριστίνα Σταμούλη είναι δικηγόρος – υπεύθυνη του Αρχείου Ιωάννη Ε. Σταμούλη.

 

Από pelop.gr

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here