Η ανατομία της ελπίδας: «Οι πικροί άνθρωποι» του Νίκου Κυριακίδη

 

 

«Η ελπίδα, η αισιοδοξία δεν διαψεύδονται ποτέ, γιατί η ΖΩΗ δεν είναι ο στενός μας βιολογικός κύκλος. Κι ας μας μαθαίνουν να τα μετράμε όλα με τη μεζούρα του ‘’τι θα προλάβω εγώ να δω, να ζήσω’’… Εναντίον της ελπίδας είναι σίγουρα η αποδοχή της αδράνειας, η αδυναμία να εξαχθούν συμπεράσματα, να μάθουμε όλο και κάτι παραπάνω. Τότε ο άρρωστος χορός έχει την αρρώστια της θλίψης, της ακινησίας. […] Δεν υπάρχει ποτέ πείνα αγάπης, σε καμιά εποχή δύσκολη.»

Θα προτιμούσα αυτή η συνέντευξη να άρχιζε από το τέλος. Να μου αποκαλυπτόταν το μυστικό που γλυκαίνουν οι πικροί άνθρωποι, να βεβαιωνόμουνα για το ότι η ποίηση εξακολουθεί και είναι αέναη καταλυτική δράση και δη πολιτική, ότι το γνώθι σ’ αυτόν είναι κρυστάλλινος καθρέφτης και ότι, όσοι ελπίζουν να επιστρέψουν στο ‘’σπίτι’’, μπορούν με ασφάλεια και βεβαιότητα να το κάνουν. Κυρίως γιατί οι όμορφοι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη να ξορκίζουν τον θάνατο, όντας αθώοι – άγιοι σε μία μαύρη χώρα.

Συνομιλούμε στην Press Publica με τον ποιητή Νίκο Κυριακίδη, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του ποιήματός του «Οι πικροί άνθρωποι» από τις εκδόσεις Όστρια.

  • «Οι πικροί άνθρωποι» ξεκινούν με μια δυνατή αναφορά στους όμορφους ανθρώπους… Αναγκαία η συνθήκη; Επαρκής;

 

  • Με πάτε λίγο στο τι σπούδασα, στα μαθηματικά. Μ αρέσει αυτό, γιατί μαθηματικά και ποίηση έχουν κάτι έντονα κοινό, την ανάλυση. Ξεκινάς συνειδητά από το ‘’τίποτε’’, δεν τακτοποιείς δεδομένα, αναζητάς, ξύνεις… Είναι αναγκαίο με ρωτάτε να είναι οι Πικροί άνθρωποι, Όμορφοι; Ο κάθε αναγνώστης του μικρού ποιήματος που αναφέρεστε, του κορμού-πυρήνα των ολοκληρωμένων Πικρών Ανθρώπων, θ’ απαντήσει ο ίδιος. Νομίζω πως περιγράφω την ‘’ομορφιά’’ τους… Για μένα, που εκείνη τη στιγμή έκανα τα βιώματα, τις εμπειρίες, τα συναισθήματα, εικόνες και τα κωδικοποιούσα σε λέξεις, ώστε ν’ ακολουθηθεί από τον κάθε αναγνώστη η αντίστροφη δική του πορεία, δεν ήταν ‘’αναγκαία συνθήκη’’, γιατί δεν ακολούθησα καμία ‘’μαθηματική λογική’’, ήταν κάτι πηγαίο, αυτόματο. Άραγε ήταν επαρκές; Αν δεν ήταν η σύνδεση – όχι η συνθήκη – επαρκής, σημαίνει πως δεν άγγιξε τελικά το ποίημα. Ξέρετε, στην ποίηση υπάρχουν κομμάτια τους, αναφορές, λέξεις, που απογειώνουν ή καταβυθίζουν ένα ποίημα, έναν που γράφει… Αυτό ας το πούμε: το στίγμα αυτού που γράφει.

 

  • Οι γυναίκες και τα παιδιά καταλαμβάνουν κομβικές / συμβολικές θέσεις στους «Πικρούς ανθρώπους». Γιατί αυτή η επιλογή;

 

  • Σίγουρα γιατί μιλώ για τη ζωή και μάλιστα για μια ζωή που η πίκρα της γεννιέται, γιατί δεν είναι μια ολόκληρη ζωή κατά την ανθρώπινη φύση, είναι μια ‘’πρόβα ζωής’’, σε μια εποχή που ακόμη βιώνεται η ανθρώπινη προιστορία. Οι γυναίκες είναι η αρχή και η συνέχεια της ζωής. Δύσκολο να μιλήσεις για ποτάμι, χωρίς πηγές. Η όποια μίζερη Πατριαρχία, που είναι παιδί της Προιστορίας, δεν αποτελεί με την ‘’διανομή της δυστυχίας’’ στους θύτες και πρώτιστα στα θύματά της, παρά απόδειξη όσων αναφέρω κι εγώ στο ποίημα. Τα παιδιά πάλι… Είναι αυτό που έρχεται, αυτό που θα έρθει, είναι αυτά που πραγματώνουν κάθε στιγμή ένα διαρκή ενεστώτα. Χωρίς παιδιά θα νικούσε ο Θάνατος, που τόσο τα τρέμει.

 

  • «Οι γονείς τους μιλάνε για νεκρούς μήπως ξορκίσουν την επανάληψη» Τα ζωντανά πρότυπα πού πήγαν;

 

  • Νομίζω πως στο βάθος, αναζητούμε, λέμε ακριβώς το ίδιο. Οι γονείς δεν μιλάνε για νεκρούς αναζητώντας στο χτες να βρούνε πρότυπα, αλλά όπως κάνουν οι πολλοί, απλοί, λαικοί άνθρωποι κάθε εποχής, για να ξορκίσουν – να η επιλογή της λέξης – τον θάνατο… Nα τον αποδιώξουν. Φυσικά κάποιοι νεκροί είναι πρότυπα ζωής, αλλά εδώ δεν μιλάμε γι αυτό. Μιλάμε για την πρωτόλεια άρνηση του θανάτου, μια αναφορά ενδεικτική πως δεν τον φοβάσαι, τον επικαλείσαι, χορεύεις μαζί του. Άρα από γενιά σε γενιά μαθαίνεις να τον θυμάσαι, να τον ονειρεύεσαι, να τον νιώθεις κοντά σου τον νεκρό ’’σου’’, τους ‘’δικούς σου νεκρούς’’. Τα ζωντανά πρότυπα σ’ ενεστώτα χρόνο είναι δυνητικά οι πάντες. Θα αναγνωριστούν ειδικά σαν φύγουν, στο παιχνίδι της ζωής θα είναι αυτοί που θα ήθελες να είναι μπροστά, αν πρέπει να υπάρξει κάποιος μπροστά… Kαι πάντα αυτή η ανάγκη υπάρχει. Όμως δεν θέλησα να μιλήσω για πρότυπα ούτε εδώ, ούτε γράφοντας γενικότερα.

 

  • Και η έκρηξη του τυχαίου, που έγκειται, στους προκαθορισμένους & προγραμματισμένους με ακρίβεια καιρούς μας;

  • Η τυχαιότητα δεν υπάρχει απλά, είναι ο κανόνας, αφού η αρχή πάντων είναι το ‘’τίποτε’’, όπως μας είπε ο Ηράκλειτος. Όμως την ξέρουμε την τυχαιότητα πια καλά. Δεν είναι η απουσία κανόνων, τάσεων, νομοτελειών. Η νέα Φυσική με τη βοήθεια των νέων Μαθηματικών που ξέρουν, τα όρια τους, την μη πληρότητα τους, ξέρουν πως απ αυτήν – από το ‘’χάος’’, βγαίνει ‘’τελικά’’ η αρμονία, η τάξη, κοντολογίς μια νέα ισορροπία που θα πάρει την θέση της όποιας τάξης υπήρχε πριν. Τυχαιότητα και νομοτέλεια είναι σε πλήρως διαλεκτική σχέση σ’ ένα κόσμο, μη γραμμικό, που όμως μπορούμε να παρατηρούμε την εξέλιξή του. Στο σύμπαν, στην Ιστορία, στην ίδια τη μεμονωμένη μας ατομική ζωή. Έκρηκτικά, από το τίποτε τα ξεκινήματα, αλλά όχι με κατάληξη στο άγνωστο απόλυτο Τίποτε. Έναν φοβισμένο προγραμματισμένο κόσμο σαν τον σημερινό, με προγραμματισμό κατά βάση άναρχο, η τυχαιότητα τον οδηγεί συχνά στον αγνωστικισμό, στην ατομική και συλλογική ακινησία. Αλλά ξέρουμε τις τυχαίες εκρήξεις στη χαοτική περιοχή, ξέρουμε τις γεννήσεις από θανάτους πλανητών, αστέρων, ξέρουμε την μη γραμμική σπειροειδή εξέλιξη της Ιστορίας, ξέρουμε την απροσδιόριστη αλλά ελέγξιμη εξέλιξη μιας κρίσης κολπικής μαρμαρυγής, μιας καρδιάς που πάσχει. Άγνωστο το ‘’πότε’’, το ‘’πόσο ακριβώς’’, το ‘’πως’’ του γίγνεσθαι, αλλά όχι η τάση του. Φοβάμαι πως εδώ, σίγουρα σας κούρασα… Ακολούθησα μάλλον τον εξαίρετο ποιητή-γιατρό Παπαδίτσα, που μιλώντας και θεωρητικά για τη σύγχρονη ποίηση στα γραπτά της Πάτμου, ξεκινούσε από τις εξελίξεις στη τότε νέα φυσική.

 

  • «Σκεφτόταν τότε ο κάθε δυστυχής, πως πλησιάζει η επιστροφή στο σπίτι»: θυμίζει το γνωστό απόσπασμα του Ξενοφώντα, καθώς οι Αθηναίοι γκρέμιζαν τα τείχη τους, σαν σε γιορτή, γιατί πίστευαν ότι αυτή θα ήταν η στιγμή ελευθερίας στην Ελλάδα…

 

  • Όμορφο πολύ αυτό που σας γεννήθηκε μέσα σας, είναι η γοητεία της ποίησης αυτή. Ένα αρχικό ποίημα που αγαπιέται, αγγίζει δέκα ακόμη, γεννά έντεκα τουλάχιστον ποιήματα. Για μένα η αναμενόμενη γιορτή, ο Άδωνις που καθυστερεί για να θυμηθώ τον Έλιοτ, είναι η επιστροφή στην αρχική πηγή, στη ζωή κατά τις ανάγκες του ανθρώπου, κατά τη φύση του. Είναι η αρχή της ανθρώπινης Ιστορίας, είναι η επανάσταση που ανατρέπει την κακοήθεια του ταξικού διαχωρισμού, της εκμετάλλευσης, της κυριαρχίας του ‘’μαύρου’’. Έτσι που η ζωή μας -ας την πούμε χώρα κατά τον χώρο και τον τρόπο που τη βιώνουμε – να είναι μια ‘’μαύρη χώρα’’, ενώ η πλειονότητα που την κατοικούν, είναι ‘’αθώοι – άγιοι’’.

 

‘’Πάω σπίτι’’… Ποιά είναι η μήτρα που αναζητώ; Ίσως για πολλούς είναι και κάτι άλλο, ένας άνθρωπος που συμπυκνώνει το σπίτι, που συμπυκνώνει το ‘’εδώ που ανήκω’’. Ερωτευμένοι νέοι άνθρωποι που λένε: ‘’είσαι το σπίτι μου’’.

 

  • «Μένει η ελπίδα πως μια ‘’πρώτη ζωή’’ κρατάει ακόμη κι είσαι εντός της». Μένει η ελπίδα; Υπό ποιες συνθήκες;

 

  • Της Ολόκληρης ζωής, ελπίδα σ’ εποχές που μια λογιστική λογική δεν δείχνει τίποτε αισιόδοξο, είναι ο ηρωισμός των ‘’βουβών’’ εποχών. Μιλήσατε λίγο πιο πριν για ζωντανά πρότυπα και είπα, δυνητικά όλοι. Μ αυτήν την έννοια, απάντησα.

  • Κι αν η ελπίδα ταυτίζεται με έναν άρρωστο χορό; Ένα παιχνίδι στο οποίο οι όποιες σπαταληθείσες δυνάμεις χρησιμοποιούνται εναντίον της και η αισιοδοξία είναι στην πραγματικότητα αδυναμία; Αναφέρομαι στο ότι η ‘’ελπίδα’’ αποδείχθηκε η μεγαλύτερη διάψευση της τωρινής πολιτικής σκηνής στον τόπο μας, και θυμίζει λίγο τα θύματα του συνδρόμου της Στοκχόλμης.

 

  • Πόσα θέματα στ αλήθεια… Δέος για να είμαι όσο πιο άμεσος, σύντομος μπορέσω! Η ελπίδα, η αισιοδοξία δεν διαψεύδονται ποτέ, γιατί η ΖΩΗ δεν είναι ο στενός μας βιολογικός κύκλος. Κι ας μας μαθαίνουν να τα μετράμε όλα με τη μεζούρα του ‘’τι θα προλάβω εγώ να δω, να ζήσω’’. Απίστευτος κι αφελής εγωκεντρισμός. Εναντίον της ελπίδας είναι σίγουρα η αποδοχή της αδράνειας, η αδυναμία να εξαχθούν συμπεράσματα, να μάθουμε όλο και κάτι παραπάνω. Τότε ο άρρωστος χορός έχει την αρρώστια της θλίψης, της ακινησίας. Τι ακίνητος σε καροτσάκι, τι ένα νευρόσπαστο που δεν πάει πουθενά… Τέλος του Παιχνιδιού, κατά τον μέγιστο Μπέκετ. Την ουσιαστική ακινησία, λοιπόν, ίσως με αστείες εκτονώσεις, που δεν μας πείθουν καν πως κάτι αποφορτίστηκε, ούτε καν αυτό. Διαψεύσεις πάντα θα υπάρχουν, προσωπικά στην τελευταία περίοδο της ‘’στενής πολιτικής’’ δεν είχα καθόλου αναμονές, για να έχω διαψεύσεις. Καλές κι οι διαψεύσεις, όταν φέρνουν αυτοκριτική, γνώση, προχωρήματα. Ας τελειώσω με το Σύνδρομο της Στοκχόλμης… Μα, αλήθεια είναι βομβαρδισμός θεμάτων, με τιμάτε να με ρωτάτε για τόσα πράγματα. Δεν πιστεύω σ’ αυτό το φροϋδικής λογικής Σύνδρομο, ίσως ήταν και παρέμεινε καλό εργαλείο για κάποιο FBI, διαφωνώ όμως απόλυτα με την αντιδραστική, σεξιστική, ουσιαστικά ομοφοβική, σίγουρα απόλυτα δογματική φροϋδική θεωρία, που αγνοεί την έννοια και το βάρος της εμπειρίας και της επιλογής, που ποτέ δεν θεράπευσε καμία σοβαρή ψυχική νόσο, ούτε καν την ‘’μαλάκωσε’’, αλλά ήταν και εξελίχθηκε σε πολύ πονηρό και συγκαλυμμένο δεκανίκι ‘’κανόνων’’ του συστήματος κι ιδίως σε βάρος της γυναίκας, που την έκανε μια μη ερωτική ‘’μάνα’’, βγαλμένη από τα χειρότερα της αρχαιότητας και του μεσαίωνα. (Ξέρω θα υπάρξουν πλήθη που γίνομαι αντιπαθής, σήμερα που φουντώνει ο ανορθολογισμός άρα κι αυτή η δοξασία ξανά αλλά αυτός είμαι.) Τα θύματα μιας απαγωγής λοιπόν, για να κλείσω με την Στοκχόλμη, δεν νιώθουν συμπάθεια ή μια κάποια ‘’ταύτιση’’ για τον ληστή-συνήθως όχι δικών τους πραγμάτων-όταν αυτός μάλιστα δεν τους βασανίζει λόγω του σοκ του τρόμου, αλλά γιατί ίσως σε ακραίες συνθήκες ‘’τον γνωρίζουν’’, ίσως γιατί κατά βάθος αυτή η συνάντηση τους τινάζει την συνείδηση στη σκέψη, πως ο αληθινός ληστής, βασανιστής, βρίσκεται ΑΛΛΟΥ.

 

  • «Γιατί συχνά πολλοί πεθαίνουν πάνω στην απότομη την ευτυχία, την μεγάλη.» Γιατί, αλήθεια;

 

  • Α, ναι… Είχα μια γριά θεία της μητέρας μου. Πολύ θρήσκα, νήστευε συνέχεια κι εξαντλητικά. Κάθε φορά μετά μια μεγάλη νηστεία κάποιου Επιτάφιου ιδίως, Πάσχα ή Δεκαπενταύγουστο, στο πρώτο της κανονικό γεύμα/δείπνο – πάντα λιτό – μετά τη νηστεία, ένιωθε δυσφορία. Όταν το μυαλό μας, η καρδιά μας, ζουν κάτι μόνον ή κυρίως σε μικρά διαλείμματα μιας στέρησης κι αυτό το διάλειμμα συνήθως είναι διάλειμμα ευτυχίας, αυτή η ευτυχία είναι ένα σοκ για τον οργανισμό. Πεθαίνουμε συχνά στο γλέντι πάνω, έτσι δεν είναι; Συνήθως όχι αυτοί που ξενυχτούν γλεντώντας, κάθε μέρα. Εικόνες, σκέψεις, αυτό μπορώ να καταθέσω, ίσως αυτό ακριβώς θέλω να καταθέσω.

 

  • «Σ΄ένα βαζάκι πάντα αναποδογυρισμένο, ‘’Γνώθι σαυτόν’’».

 

  • Μα είμαστε εμείς σε φορμόλη σ’ αυτό το βαζάκι… Μας κοιτάζουμε καμιά φορά, γίνεται πιο εύκολο το όντως τόσο δύσκολο.

 

  • «Υπάρχει τόσος χώρος για αγάπη που δεν χωράει να πάρει την θέση του έρωτα». Περιοριστική η αγάπη στον έρωτα;

 

  • Η αγάπη είναι παντού, όσο αγκαλιάζονται τα κτίρια, τα μπαλκόνια, οι μικρές πλατείες, οι δρόμοι, η αγάπη μοιραία παίρνει χίλια πρόσωπα… Δεν υπάρχει ποτέ πείνα αγάπης, σε καμιά εποχή δύσκολη. Ίσα – ίσα συχνά τότε, η κοινωνική αγκαλιά, χωρίς καμία φαντεζί εκδήλωση της, μεγαλώνει. Ο έρωτας όμως δεν είναι μια ακόμη αγάπη… Είναι το μοίρασμα, η ανθρωποφαγία του, η εμμονή του, ο εγωισμός του, συχνά η πείνα του… Δεν τα μπλέκουμε. Είναι σα να μπλέκουμε την καθημερινή μέρα με τη γιορτή και σε συχνότητα και σ’ ένταση κι ίσως σε αλήθεια. Η καθημερινή πάντως, πάντα είναι αλήθεια… Η αγάπη δεν περιορίζει τον έρωτα, αν είναι δυνατόν! Απλά είναι κάτι άλλο από αυτόν. Μα ο έρωτας τελικά, ή πολύ συχνά, μετασχηματίζεται σε αγάπη… Και η φιλία, η συνήθεια, το ίδιο το αρχικό μίσος, η αντιπάθεια, χίλια δυό πράγματα, μετασχηματίζονται δυνητικά σ’ αγάπη. Δεν είναι όμως η ίδια η αγάπη. Αγαπάμε πολλούς είναι η αλήθεια, ποθούμε λιγότερους αλλά όχι λίγους, ερωτευόμαστε απελπιστικά πιο λίγους!

 

  • Αν η ποίηση είναι πράξη πρωτίστως, ποια πράξη συντελέστηκε με την έκδοση των «Πικρών ανθρώπων»; Προσωπικά και κοινωνικά;

 

  • Για μένα όταν γράφω, ειδικά για τα τρία απ τα τέσσερα – πλην του πρώτου – βιβλία μου, η πράξη είναι η αποβολή της αφόρητης πίεσης. Τα βιβλία μου, είναι ένα ποίημα, ή μία ποιητική ενότητα, ή μία σπονδυλωτή ιστορία… Δεν έχουν ανάσες, μου σπάνε το κεφάλι.Κι έπειτα δεν γράφω μ’ επιμέλεια, δε διαβάζω, μ’ επιμέλεια, δεν κάνω τίποτε επιμελώς. Μ εκρήξεις υπάρχω. Τρεις μέρες δεν γράφω τίποτε, μια μέρα πάλι ξαφνικά αρχίζουν πολλές ώρες πάλης με κάτι που δεν έχει παρά έναν διαμορφούμενο ασαφή κορμό, είναι κάτι που υπάρχει μέσα σου και επειδή είναι δύσκολο να το αντέξεις μόνος, ζητάει να απελευθερωθεί κι εσύ ζητάς ν απελευθερωθείς πια από αυτό. Ναι η ποιηση είναι πράξη, το είπατε όπως το νιώθω. Είναι το παιχνίδι του παιδιού σαν είναι μόνο, με τον ‘’φανταστικό του φίλο’’, ανάγκη επικοινωνίας με τον άγνωστο κι αμφίβολο, εάν ποτέ θα έρθει, συμπαίκτη.

 

Με ρωτάτε για το τι σημαίνει κοινωνικά, όλα είναι πολιτικά με την αυθεντική – ευρεία τους έννοια. Εμείς εδώ, μιλάμε, συμφωνούμε, διαφωνούμε, γνωριζόμαστε, μέσα στο ευρύ γήπεδο της ‘’κοινωνίας’’, άρα πράττουμε πολιτικά. Ας πούμε, λοιπόν, πως οι «Πικροί Άνθρωποι» ήταν μια καταγραφή της αλήθειας, κάποιου που ασφαλώς είναι ενάντια στο σύστημα, αλλά δεν πιστεύει πως οι θούριοι και τα ντοπαρίσματα ταιριάζουν στην εποχή που έζησε, που ακόμη ζει, δεν έχει την μεγαλοσύνη να καρφώνει απλά σταυρούς σε μνήματα, αλλά μοιράζει κάποια κομμάτια του, σε όσους θελήσουν να τα πάρουν. Και είναι πολύ σημαντικό, εάν τα πάρει έστω κι ένας άγνωστος του άνθρωπος. Και το συγκεκριμένο βιβλίο περιέργως έχει αγαπηθεί, από τότε που εμφανίστηκε η μινιατούρα-κορμός του, από πάρα πολλούς. Απλά αυτό με συγκινεί!

 

  • Κε Κυριακίδη, πως γλυκαίνουν οι πικροί άνθρωποι; Ας επεκτείνουμε λίγο τις σκέψεις σας!

 

  • Θέλω να ελπίζω πως βρήκατε κάποια γλύκα τους, γι αυτό με τιμάτε μ αυτή μας τη συνομιλία. Δεν ξέρω αν θα γλυκάνουν κι άλλο, σ’ αυτή τη τέλεια αντίφαση που είναι ολόκληρο το σύμπαν, η ζωή, εμείς οι ίδιοι, ονειρεύομαι να πάψουν να ζουν με κανόνα τον πόνο και την πίκρα. Εγώ πάντως δεν είμαι παρατηρητής τους – ουμανιστής… Τι απαίσιος όρος! – Είμαι ένας από αυτούς.

 

Γράφω ποιήματα, δεν νιώθω ποιητής. Γιατί ποιητές, είμαστε είτε όλοι, είτε ελάχιστοι που βιοπορίζονται απ αυτό, είτε κάποιοι που τους αποδίδεται ο τίτλος δίκαια ή άδικα από τους άλλους, σε κάποιο βάθος χρόνου. Πιστεύω στην ‘’απλή ποίηση’’, την χωρίς περίεργα ανόματα και όρους, ιστορικές αναφορές που πρέπει να γκουγκλάρεις για να τις βρεις, επίθετα, μετοχές, περιγραφές ντεκόρ. Η πάλη για να κατακτήσεις την απλότητα, δεν έχει τέλος, η πάλη για να δέσεις τρυφερά με ρυθμό έναν ωμό ρεαλισμό, δεν έχει τέλος… Πιστεύω πως ίσως μείνει, πως υπήρξε κάποιος με το όνομα μου, που έγραφε ‘’αντικανονική ποίηση’’, άλλοι την είπαν ‘’θεατρική’’, άλλη πεζοποιημάτων – παλιά ‘’βρισιά’’ αυτό – ποίηση που την έκρυψαν ως και να συνιστούσε κίνδυνο, αλλά που θέλω να πιστεύω, πως κατέγραψε την αλήθεια του, την πέτσα του.

Σας ευχαριστώ πολύ, από καρδιάς!

 

Ο Νίκος Κυριακίδης είναι μαθηματικός με μεταπτυχιακές σπουδές στην Επιχειρησιακή έρευνα. Το 2013 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα» από τις εκδόσεις Ars Poetica και το 2015 το «Γύμνασμα» από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Τον Ιούνιο του 2017 εκδόθηκε το βιβλίο του «Χρόνος» από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε ομαδικές ανθολογίες, ενώ έχει αποσπάσει βραβεία και επαίνους σε διαγωνισμούς ποίησης με πιο πρόσφατή του συμμετοχή το 2015 στον Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος της Κονενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης με θέμα «Πόλεμος και Ειρήνη». Συγγράφει επίσης θεατρικά έργα που ακόμα δεν έχουν παρουσιαστεί. Το 2018 εκδόθηκε το ‘’σπονδυλωτό’’ ποίημά του «Οι πικροί άνθρωποι» από τις εκδόσεις Όστρια, από όπου αντλήσαμε τις εικόνες για την ολοκλήρωση αυτής της συνέντευξης.

 

Ειρήνη Λίτινα.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here