Hell or High Water (Πάση Θυσία): Ενα γοητευτικά σκληρό μετα-γουέστερν

Σκηνοθεσία: David McKenzie
Ηθοποιοί: Chris Pain, Ben Foster, Jeff Bridges

Διατηρώντας μια εξοχή αίσθηση του χρόνου, της επιβεβλημένης διεκπεραίωσης και κυρίως του τόπου που συνεχίζεις να αγαπάς ακόμη και όταν δεν μένει επάνω του τίποτε για να αγαπήσεις, ο Ντέιβιντ Μακένζι ενορχηστρώνει ένα γοητευτικά σκληρό μετα-γουέστερν που αφήνει μόνο ένα από τα 24 καρέ του στο συναίσθημα. Και αυτό αρκεί και με το παραπάνω.


Η νέα ταινία του Σκωτσέζου σκηνοθέτη του «Νεαρού Αδάμ» αναλαμβάνει να δώσει φρέσκο αέρα και νέα προοπτική σε αυτό στο οποίο θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια ίσως το πιο παραδοσιακά “αμερικάνικο” είδος του σινεμά: το Γουέστερν. Αγκαλιάζοντας τις συμβάσεις μιας σχετικά γνώριμης θεματικής ιδέας αλλά κρατώντας από αυτές τελικά μόνο ό,τι πραγματικά χρειάζεται, ο Ντέιβιντ Μακένζι αφηγείται την ιστορία δύο αδερφών, οι οποίοι ληστεύουν τράπεζες για να αποπληρώσουν ένα τραπεζικό χρέος και να μην χάσουν τελικά το πατρικό τους, αλλά και αυτήν ενός γερασμένου Ρέιντζερ που τους καταδιώκει κατά μήκος της αχανούς πολιτείας του Τέξας. Κρίς Πάιν και κυρίως Μπεν Φόστερ συνθέτουν ένα δίδυμο με χημεία και ωριμότητα που όμοιά της έχουμε να δούμε εδώ και καιρό, συμπληρώνοντας ερμηνευτικά αλλά και συναισθηματικά ο ένας τον άλλο, ενώ ο Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του σκληροτράχηλου και δυσκίνητου αστυνομικού Μάρκους, μοιάζει να αναβιώνει την πολυβραβευμένη περφόρμανς του «Crazy heart» με μια παραπάνω δόση αυτοσαρκασμού και συναισθηματικού σκοταδιού. Όταν βέβαια η μάσκα πέφτει (έστω και για ένα μικρό, ίσως και απαρατήρητο στιγμιότυπο) το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από σπαρακτικό.

Ο Μακένζι συνθέτει ένα, καταπλακωμένο από την ίδια του τη φόρμα, δράμα καταδίωξης με σαρκαστικές παρεκκλίσεις, γεμίζοντας την οθόνη με ευρυγώνια πλάνα απίστευτου εστιακού βάθους, που φέρνουν στο μυαλό όχι μόνο το σχεδιασμό αλλά και στο ύφος του «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν. Το ελεγειακό τοπίο αντηχεί μοναξιά, ζοφερότητα και εγκατάλειψη, τονίζοντας την αιματοβαμμένη ιστορία του τόπου, αφού η γενοκτονία των γηγενών ινδιάνων της περιοχής, αλλά και η εξευτελιστική αντιμετώπιση των εναπομεινάντων απογόνων τους, αποτυπώνονται διακριτικά μεν, γλαφυρότατα δε.
Μέσα στο δυσθυμίκο και ανώφελο σύμπαν του σκηνοθέτη οι ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάζονται, συγκρούονται και όπως είναι φυσικό στο τέλος οι ζωντανοί καταλήγουν να μετρούν τις πληγές τους, στοχάζοντας πάνω στην “πραγματική” αξία όλων εκείνων των αποφάσεων και των επιθυμιών που τους ώθησαν στην καταστροφή. Η εικονογράφηση αποπνέει σκόνη και βρομιά, με το ελεγειακό τεξανικό τοπίο να συγκλίνει απειλητικά, πέφτοντας κυριολεκτικά πάνω σε όλους τους εξίσου τραγικούς χαρακτήρες (οι κεντρικοί ρόλοι παραδίδουν ερμηνευτικά διαπιστευτήρια υψηλής ποιότητας) ενώ η αδιαμφισβήτητα οσκαρική μουσική επένδυση των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις εντείνει τον οπτικό ίλιγγο αγγίζοντας παράλληλα μια αίσθηση βίαιης τρυφερότητας.

Όντας το πιο εμπορικό ανεξάρτητο κινηματογραφικό δημιούργημα της σεζόν που διανύουμε και έχοντας εξασφαλίσει σχεδόν καθολικά διθυραμβικές κριτικές, αυτό το κυνικό Γουέστερν βαρέων βαρών που είχε την ευκαιρία να φιγουράρει ως ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κερδίζει σχεδόν καθολικά το στοίχημα, αφού πρόκειται, το δίχως άλλο, για μία από τις πιο αξιόλογες ταινίες της χρονιάς.
4/5 Αστέρια

Πάνος Αχτσιόγλου

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here