Γνωμοδότηση κόλαφος ΔΣΑ κατά κυβέρνησης για Επιτροπή Ανταγωνισμού: Αθέμιτη η εκ των υστέρων παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας, δεν νοείται σε σύγχρονο κράτος δικαίου

Γνωμοδότηση-κόλαφο για την κυβέρνηση, σχετικά με τις παρεμβάσεις της  στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, εξέδωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, μετά από σχετικό αίτημα μελών του που παύθηκαν από τις θέσεις τους στην Επιτροπή, μετά τις φωτογραφικές διατάξεις. Ο ΔΣΑ μιλά για ξεκάθαρη «αθέμιτη παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην κατοχυρωμένη στο εθνικό και ενωσιακό δίκαιο ενδοδιοικητική ανεξαρτησία των Αρχών και στη δικαιοδοτική λειτουργία τους».

Οπως αναφέρεται σε δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», σύμφωνα με την 13σέλιδη γνωμοδότηση, «δεν καμία θέση στο σύγχρονο κράτος δικαίου η απόφαση της κυβέρνησης να παύσει πρόωρα από τη θέση τους τα τέσσερα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Με τη θέσπιση ασυμβιβάστων που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο διορισμού των μελών αλλά εισήχθησαν κατά τη διάρκεια και πριν από τη λήξη της θητείας τους, κλονίζεται de jure και de facto η θεσμική ανεξαρτησία των ανεξάρτητων αρχών. Στην πραγματικότητα, η απειλή έκπτωσης των διοικούντων από τα καθήκοντά τους θα οδηγήσει στη φιλική στάση απέναντι στην εκάστοτε πολιτική εξουσία, κατά παράβαση των αρχών του κράτους δικαίου, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων στη διοίκηση που τους επέλεξε για να στελεχώσουν την Αρχή, τονίζεται χαρακτηριστικά.

Η επιστολή του ΔΣΑ δικαιώνει πλήρως τα τέσσερα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, την τέως πρόεδρο Βασιλική Θάνου, την τέως αντιπρόεδρο Aννα Νάκου και τα δύο μέλη, Νικόλαο Ζευγώλη και Ιωάννη Παύλοβιτς.

Οπως αναφέρει το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας:

Η γνωμοδότηση έρχεται λίγες μέρες μετά τη συζήτηση του αιτήματος αναστολής των εκπτώσεων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, δύο μέρες μετά τη δημόσια αποδοκιμασία της επιτρόπου Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ για την καρατόμηση της Βασιλικής Θάνου και ενώ αναμένεται η απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες για ένα θέμα «υψίστης σημασίας» και για την Κομισιόν.

Παραβίαση διατάξεων

Υπενθυμίζεται πως τα τέσσερα τέως στελέχη υποστηρίζουν ότι η θέσπιση του ασυμβιβάστου με τον νόμο 4623/2019 που ψηφίστηκε στις 9 Αυγούστου 2019 παραβιάζει μια σειρά διατάξεων τόσο της κοινοτικής όσο και της ελληνικής νομοθεσίας, ενώ χαρακτηρίζουν την επίμαχη ρύθμιση φωτογραφική.

«Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση περί ασυμβιβάστου εισάγεται αιφνίδια, ad hoc και εκ των υστέρων για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της οποίας το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο παρέχει επαρκείς εγγυήσεις αμεροληψίας» υπογραμμίζει ο ΔΣΑ και προσθέτει: «Στο μέτρο που η διάταξη είναι εξοπλισμένη με αναδρομική ισχύ, έχει ως συνέπεια την ακαριαία παύση, με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης, της θητείας των νομίμως ήδη υπηρετούντων μελών, ως ανώτατων δημόσιων λειτουργών, των οποίων επηρεάζεται δυσμενώς η υπηρεσιακή θέση. Ως γνωστόν, μέχρι σήμερα προβλεπόταν (άρθρο 4 παρ. 6 ν. 2773/1999) δυνατότητα αυτοδίκαιης έκπτωσης μόνο επί έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης για αδίκημα που επάγεται κώλυμα διορισμού κατά τον Υπαλληλικό Κώδικα».

Επιπλέον στη γνωμοδότηση υπενθυμίζεται πως η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στη διοίκηση των εν λόγω θιγομένων προσώπων, ενώ η αιφνίδια και μη αναλογική αυτή νομοθετική μεταβολή θεμελιώνει υπέρ των παυθέντων μελών νομικές αξιώσεις περί ακύρωσης των πράξεων, καταβολής μισθών, αποζημιώσεων, προσβολής προσωπικότητας κ.λπ.

Η γνωμοδότηση του ΔΣΑ ακυρώνει το σκεπτικό της αιτιολογικής έκθεσης του πρόσφατου νόμου για το ασυμβίβαστο και μάλιστα προειδοποιεί για τις ευρύτερες συνέπειες που θα επιφέρει, αρχής γενομένης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η θεσμοθέτηση της δυσμενούς αυτής πρακτικής της πρόωρης παύσης των διοικήσεων των Ανεξάρτητων Αρχών, όχι για αντικειμενικούς λόγους, όπως θα ήταν η παράβαση καθήκοντος και σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα.

«Με τη θέσπιση ασυμβιβάστων που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο διορισμού των μελών αλλά εισήχθησαν κατά τη διάρκεια και πριν από τη λήξη της θητείας τους, κλονίζεται de jure και de facto η θεσμική ανεξαρτησία των ανεξάρτητων αρχών. Στην πραγματικότητα, η απειλή έκπτωσης των διοικούντων από τα καθήκοντά τους θα οδηγήσει στη φιλική στάση απέναντι στην εκάστοτε πολιτική εξουσία, κατά παράβαση των αρχών του κράτους δικαίου, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων στη διοίκηση που τους επέλεξε για να στελεχώσουν την Αρχή (ΣτΕ 1508/2002) κ.λπ. Η ίδια δυσμενής συνέπεια επέρχεται, αναλογικά, μέσω της θέσπισης ασυμβιβάστου για διευθυντικά στελέχη της Επιτροπής και σε ό,τι αφορά για τη δυνατότητα εσωτερικής οργάνωσης και ανάθεσης καθηκόντων εκ μέρους της Ολομέλειας σε δικηγόρους ως υπηρεσιακά στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όπως αφορά τη θέση Γενικού Διευθυντή για τετραετή θητεία» επισημαίνει ο ΔΣΑ.

Συνθήκες εξάρτησης

Με άλλα λόγια, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν ενισχύεται η αμεροληψία, αλλά δημιουργούνται συνθήκες εξάρτησης από την πολιτική εξουσία για όλες τις Ανεξάρτητες Αρχές. Η καταληκτική πρόταση της γνωμοδότησης είναι εξίσου σημαντική και ξεπερνά κομματικές αντιπαραθέσεις, καθώς συνδέει άμεσα το εν λόγω θέμα (των διορισμών των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού) με την αναγκαία θεσμική θωράκιση των αρχών για την προστασία του πολίτη από καταχρήσεις που εκδηλώνονται στην αγορά από ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Οπως υπογραμμίζει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών για τα τέσσερα μέλη που παύθηκαν πρόωρα, «οι αιτούντες δικηγόροι, μέλη του ΔΣΑ, ανέστειλαν, όπως προβλέπεται στον νόμο, την επαγγελματική δραστηριότητά τους με την εύλογη πεποίθηση ευδόκιμης ολοκλήρωσης της θητείας τους. Η ανεξαρτησία κατά τη λήψη των αποφάσεων, είτε αυτές είναι αρεστές είτε όχι στην εκάστοτε πολιτική εξουσία, κατοχυρώνεται σε διατάξεις τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού δικαίου».

Και σε αυτήν την κατεύθυνση ο ΔΣΑ αναφέρεται στην πρόσφατη κοινοτική οδηγία (11/12/2018) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών-μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οδηγία, «η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει τους λόγους παύσης από την εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού των προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις ασκώντας τις εξουσίες συγκεκριμένων άρθρων ώστε να αρθούν τυχόν εύλογες υπόνοιες όσον αφορά την αμεροληψία τους και τη θωράκισή τους έναντι εξωτερικών παραγόντων». Παραθέτει, δε, τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου με αφορμή τρεις ανάλογες υποθέσεις (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Αυστρίας/Γερμανίας/Ουγγαρίας).

Υπενθυμίζεται πως η κύρια εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης της διαπιστωτικής πράξης με την οποία απομακρύνθηκαν από τη θέση τους τα τέσσερα μέλη θα γίνει στις 6 Δεκεμβρίου 2019 στην Ολομέλεια του ΣτΕ.

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here