Γιώργος Γιαντάς: «Με ενοχλεί το ζύγι του έμπορα στη ζωή μας»

 

 Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Τους ένωνε η άχρονη ξαναγέννηση της πρώτης αγάπης κι έπαιρναν όρκους στο όνομά της. Ένα βράδυ του φθινοπώρου, αγκαλιασμένοι φιλήθηκαν στη μέση της κεντρικής πλατείας της πόλης, κάτω από μια σφοδρή νεροποντή, που έκανε τους περαστικούς να σκορπίσουν βιαστικά προς διάφορες κατευθύνσεις. Ήταν τόσο ραγδαία η βροχή, που έσταζε από τα πιγούνια και τις βλεφαρίδες τους. Mιλάμε με τον συγγραφέα Γιώργο Γιαντά.

-«Αύριο», στο τελευταίο σας βιβλίο, εκδόσεις Λιβάνη, η ιστορία ξεκινά όταν σημειώνεται η ρωγμή.. στη ζωή μιας πλούσιας κοπέλας;

Ακριβώς. Με μια ρωγμή στη ζωή της πλούσιας πρωταγωνίστριας, που αντανακλά και τους τριγμούς μιας ολόκληρης κοινωνίας, λίγο πριν το ξέσπασμα της κρίσης του 2008. Εδώ η πρωταγωνίστρια πλήττει αφόρητα παρά την ευμάρεια και τα υλικά αγαθά που την περιβάλλον, αποζητώντας κάτι που θα καταφέρει να καλύψει τα ψυχικά της κενά, επαναφέροντας την στην πραγματική ευτυχία, σε έναν έρωτα -ίσως- που κάποτε απλώς δεν ευδοκίμησε. Τριγύρω της περιφέρονται πρόσωπα που είτε κατέχουν την οικονομική εξασφάλιση και που τα κοινωνικά προβλήματα δεν τους απασχολούν καθόλου, είτε βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση με την επερχόμενη δυστυχία, όπως ο αδερφός της. Όπως συνήθως συμβαίνει, κάποιοι αγωνιούν, κάποιοι παλεύουν να επιβιώσουν, κάποιοι απλώς δεν αγγίζονται από τέτοια προβλήματα. Έτσι το «Αύριο» κινείται μέσα στη γενικότητα του κόσμου και πιο συγκεκριμένα, μέσα στην αναζήτηση χαμένων αξιών και προτύπων. Για την Άννα Μαρία του μυθιστορήματος, αυτή η αναζήτηση βρίσκει διέξοδο στην αναπόληση ενός νεανικού, μα ειλικρινούς έρωτα. Χωρίς να το γνωρίζει ούτε η ίδια και με την τόσο μάταιη ζωή που επέλεξε,, είναι διατεθειμένη να ανατρέψει τα πάντα για να ξανακερδίσει τα δικά της «θέλω». Εκείνα που παραμέρισε και αμέλησε απέναντι στους συμβιβασμούς και τις επιταγές της ιδιοτέλειας και της αποκατάστασης.

– Μια κατάδυση σε χρόνους και εποχές ειλικρινών ανθρώπινων σχέσεων;

Θα μπορούσε να διατυπωθεί κι έτσι. Όπως και σε προηγούμενο μυθιστόρημα αυτό το ζητούμενο θίγεται ακόμη και αν δεν αποτελεί μια άμεση προτεραιότητα. Προφανώς και οι σχέσεις έχουν αλλάξει «πεδίο», θεωρώ πως σε αυτό θα συμφωνήσουν πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου, που μεγάλωσαν σε δεκαετίες του ΄80 ή του ΄90. Πλέον πολλά πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά, η ιδιοτέλεια καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, ο εγωισμός πρωτοστατεί με μια ισοπεδωτική διάθεση, οπότε και η ζωή περιστρέφεται γύρω από τα αντίστοιχα πρότυπα, πολλές φορές εντελώς απροκάλυπτα. Το «Αύριο» είναι πράγματι μια νοσταλγική αναπόληση σε πιο αγνές, πιο απλές και αληθινές εποχές, ιδιαίτερα στα κεφάλαια που εξελίσσονται στο παρελθόν. Ένας λόγος που η χρονική σειρά της πλοκής μεταβαίνει διαδοχικά από το παρόν στο παρελθόν, ήταν και η προσπάθεια μου να καταδείξω αυτήν ακριβώς τη μετάλλαξη, τη μετατόπιση του σύγχρονου κόσμου γύρω από έναν «τετράγωνο» τρόπο σκέψης και μία καθαρά ορθολογική αντίληψη.

– Πόσο άλλαξε τις ζωές μας η κρίση; Τι κερδίσαμε;

Τις παραμονές της Μικρασιατικής καταστροφής, ο κόσμος της Σμύρνης διασκέδαζε με την ίδια ένταση, παρόλο που γνώριζε πως ο όλεθρος θα του χτυπούσε σύντομα την πόρτα. Κάνοντας έναν παραλληλισμό, μα χωρίς να γενικεύω, η δική μας «διασκέδαση» εντάθηκε ακόμη και όταν τα σύννεφα της κρίσης φάνηκαν στον ορίζοντα. Είναι δύσκολη υπόθεση να εγκαταλειφθεί ο άκρατος καταναλωτισμός προς ένα πιο λιτό και απλουστευμένο βίο. Ιδιαίτερα όταν ο καταναλωτισμός έχει ταυτιστεί με την πρόοδο, ιδίως όταν ο υλισμός έχει συνδεθεί με την «καλυτέρευση». Ακόμη και τώρα ωστόσο εξακολουθώ να είμαι της άποψης πως η κοινωνία και ο κόσμος δεν ήταν οι άμεσοι υπαίτιοι για ότι συνέβη. Εκτός αν εξισώνουμε το μερίδιο ευθύνης σε ένα περιβάλλον που συμπεριλαμβάνει τον απλό κόσμο, την πολιτική, το χρηματοπιστωτικό τομέα. Υπήρχαν κόκκινα δάνεια, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, κακή διαχείριση στα οικονομικά πολλών οικογενειών. Υπήρξε όμως και ένας καταιγιστικός επικοινωνιακός πόλεμος, που ξεγέλασε πολλούς, πείθοντας τους πως είναι σε θέση να εξασφαλίσουν μέσω δανεισμού, μια ζωή πάνω από τις δυνατότητες τους. Αυτή ήταν και η επίπλαστη ευημερία προτού σκάσει «η φούσκα» και για την οποία η πρώτη τακτική που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτή της διαίρεσης των πολιτών και της διχόνοιας που εντέχνως σπάρθηκε. Ο τομέας του δημοσίου «τα έβαλε» με τον ιδιωτικό και αντίστροφα, οι μεν με τους δε, όλοι φταίχτες σε ένα σοσιαλισμό όμως, που κοινωνικοποίησε τους κινδύνους αφού πρώτα ιδιωτικοποίησε τα κέρδη. Με το βλέμμα στραμμένο στο δέντρο, χάθηκε το σκοτεινό δάσος των εξωχώριων «παρκαρισμένων» τρισεκατομμυρίων, της ευθύνης του χρηματοπιστωτικού τομέα για τις τιτλοποιήσεις και τα παρακινδυνευμένα επενδυτικά «τρικ», της ευέλικτης φοροαποφυγής που παρέχει πλέον αυτό που ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση. Έρχομαι λοιπόν στο τι κερδίσαμε της ερώτησης σας: Έστω και καθυστερημένα, πιστεύω σε ένα βαθμό κερδίσαμε μια ωριμότητα, πολλοί πλέον ερευνούν, αμφισβητούν, αντιλαμβάνονται ευδιάκριτα τι σήμαινε η κρίση και ποιοι πραγματικά φέρουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης. Κατανοώντας καλύτερα εκείνα που απλώς «επιβλήθηκαν» ή «σερβιρίστηκαν», είναι μια καλή αρχή για πιο συνετές επιλογές και ένα πιο αισιόδοξο μέλλον.

-Τι νοσταλγείτε από τα παιδικά σας χρόνια;

Νοσταλγώ την απουσία της τεχνολογίας και της επικράτησης της εικόνας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω και τα οφέλη τους. Αναπολώ το παιχνίδι τους δρόμους, την ανεμελιά, παλιούς φίλους που έχασα τα ίχνη τους, ακόμη και την ίδια την αίσθηση της «άγνοιας», που με τον τρόπο της παρέχει μια μοναδική ικανοποίηση και ευτυχία. Ίσως εκείνες οι γενιές δε βιάζονταν ιδιαίτερα να μεγαλώσουν, ούτε να φαίνονται «μικρομέγαλοι», όπως επίσης δεν είχαν καμία απάντηση στο τι μπορεί να σημαίνει «bullying», βία και επιθετικότητα μέσα σε αυλές σχολείων. Θυμάμαι την περίπτωση τριών εξωσχολικών νεαρών που εισήλθαν σκαρφαλώνοντας στο σχολείο, στράφηκαν εναντίον των μαθητών, ήταν επιθετικοί. Οι δάσκαλοί τους απομόνωσαν, έπιασαν τον έναν και κάλεσαν την αστυνομία. Μιλώ για δασκάλους που σεβόμασταν, ήταν αυστηροί και συνάμα σωστοί στη δουλειά τους.  Νοσταλγώ λοιπόν μια εποχή χωρίς internet café και που, κατά την οποία,  δεν είχαν ισοπεδωθεί κάποια πράγματα, στο βαθμό που τα παιδιά να σκληραίνουν την ψυχή τους για να επιβιώσουν ή να πέφτουν θύματα κακοποίησης στην αυλή ενός σχολείου.

– Σε ποιους άλλους απευθύνεστε όταν γράφετε;

Σε όποιους ενδιαφέρονται απλώς για λίγη καλή λογοτεχνία, για ένα δουλεμένο έργο, για μια διαφορετική σκοπιά για τα πράγματα. Λέω διαφορετική, αφού η ματιά καθενός που συγγράφει και προσεγγίζει ένα κοινωνικό ή ιστορικό θέμα, είναι υποκειμενική, είναι όμως ταυτόχρονα και μια ευκαιρία για τον αναγνώστη να προσεγγίσει θέματα από μια άλλη σκοπιά. Επιπλέον, ιδιαίτερα τα δύο ιστορικά μυθιστορήματα που έγραψα, στοχεύουν και σε όσους απλώς ενδιαφέρονται για ιστορικά ντοκουμέντα, όσους μπορεί να κατέχουν λεπτομερείς γνώσεις σχετικά και τους ενδιαφέρει να διαπιστώσουν την εγκυρότητα της τοποθέτησης μου, την ακρίβεια, το συνδυασμό και την εναρμόνιση με την πλοκή και τη μυθοπλασία. Τόσο στο «Ως την τελευταία πνοή» όσο και στο «Θίασο της Μαριάννας Μάλτε» απευθύνομαι και στους απλούς φίλους της ιστορίας, που επιζητούν να ξανακοιτάξουν λεπτομερώς πτυχές του παρελθόντος, τοποθετημένες σε ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα.

-Η πατρίδα σας η Μυτιλήνη δίνει την καθημερινή της μάχη με τους πρόσφυγες…

Ίσως ο μεγάλος Οδυσσέας Ελύτης να έβρισκε μερικούς στίχους να χωρέσουν ολόκληρο αυτό το δράμα. Το «ριγμένο στο πέλαγος, γκριζοπράσινο φύλλο» που λέγεται Λέσβος, έγινε μια σανίδα σωτηρίας, βρισκόμενο στο επίκεντρο ενός φαινομένου με πολλές και διαφορετικές όψεις. Λόγω επαγγέλματος, έζησα την εμπειρία της διάσωσης ανθρώπου από πνιγμό, αντικρίζοντας εν μέσω καταστάσεων πανικού, την ευγνωμοσύνη, τα απεγνωσμένα «ευχαριστώ» για κάτι που αρχικά αποτελεί καθήκον. Η αίσθηση της βοήθειας και ειδικότερα της διάσωσης μιας ανθρώπινης ζωής, είναι κάτι δύσκολο να περιγραφεί, αποτελεί συγκίνηση που απογυμνώνει από ιδεολογήματα, από προκαταλήψεις και πολιτικές. Θεωρώ πως όσο κοιτάει κανείς αποστασιοποιημένος τέτοια γεγονότα, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να σκληρύνει τον τρόπο σκέψης του. Είναι μια οπτική που μεταβάλλεται δραστικά όταν πλησιάσεις κοντά, όταν κοιτάξεις πως πρόκειται για ανθρώπους σε ανάγκη και όταν φτάσεις να συλλογιστείς την περίπτωση να βρισκόσουν κι εσύ στη θέση τους. Από εκεί κι έπειτα, τα γεωπολιτικά παιχνίδια, οι προσφυγικές διαδρομές και η εκμετάλλευση, οι πιθανές επιλογές –αν υπάρχουν- αυτών των ανθρώπων, είναι ζητήματα εξίσου μεγάλης βαρύτητας, που θα χρειαζόταν μεγάλη έκταση στην κουβέντα μας για να αναλύσουμε.

-Σας απασχολεί ως θέμα για επόμενο βιβλίο το μεταναστευτικό;

Ήδη έχω κάνει σχετικές προσθήκες σε ένα έργο το οποίο δουλεύω εδώ και περίπου δυόμιση χρόνια. Ουσιαστικά κάνω μια προσέγγιση στην ευρύτερη «εκμετάλλευση» που υπάρχει στο θέμα της μετανάστευσης. Ίσως μελλοντικά να ασχοληθώ εκτεταμένα με το θέμα, δεν το αποκλείω μα δεν είναι και στα άμεσα σχέδια μου.

– Τι σας ενοχλεί περισσότερο στην εποχή μας;

Αυτό το «ζύγι του έμπορα» στη ζωή μας, το να μετράται το καθετί σε χρήμα. Ας μου επιτραπεί κάπως να παραφράσω το Μπρεχτ, λέγοντας πως η εποχή μας επιμένει να ξεχάσουμε τι είναι οι άνθρωποι και να ξέρουμε την τιμή τους μονάχα. Ίσως όμως περισσότερο κι από αυτό, με ξαφνιάζει ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται ως μόνη αξία, ως ένας σκοπός που μπρος στην επίτευξη του δε μετρούν ούτε ηθικές, ούτε το πνεύμα, ούτε η ίδια η αξιοπρέπεια. Κάπου έχει χαθεί το μέτρο, η εγκράτεια, ο προορισμός. Μάλλον αυτό είναι το πιο απωθητικό, μαζί με τη γενικότερη ισοπέδωση. Δε βλέπω με θετικό βλέμμα τις όποιες «αυθεντίες» και τους αναχρονιστικούς τρόπους σκέψης του παρελθόντος, ωστόσο δε μου είναι και ευχάριστη η αίσθηση μιας εποχής που όλα έχουν μετατραπεί σε ένα απέραντο «ίσωμα». Διότι πάνω σε αυτό βρίσκει χώρο κι ορθώνεται η βία, ο αυταρχισμός, οι φανατισμοί.

-Το βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα και σας συγκίνησε;

Αν εννοείτε μυθιστόρημα, δεν έχω διαβάσει πρόσφατα κάποιο, μιας και ο χρόνος αναλώνεται στη μελέτη της βιβλιογραφίας για ένα επόμενο έργο. Μπορώ όμως να πω με σιγουριά πως με την ίδια συγκίνηση θα ξαναδιαβάσω έναν Καραγάτση, απολαμβάνοντας τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας και τη δεξιοτεχνία του. Ίσως επίσης να ξανανοίξω το «Μηδέν και το Άπειρο» του Καίστλερ με το ίδιο ρίγος. Υπάρχουν τόσα έργα στα οποία θα επιστρέψεις και με τη συγκίνηση της πρώτης φοράς θα ανακαλύψεις καινούριες όψεις που ίσως πριν να μην παρατήρησες. Αυτή ακριβώς η αίσθηση είναι που τα ανάγει σε έργα τέχνης, καθιστώντας τα άφθαρτα στη ροή του χρόνου.

-Μιλήστε μας για τα προηγούμενα σας βιβλία.

Υπάρχουν συνολικά τρία ακόμη μυθιστορήματα πριν το «Αύριο», όλα από τις εκδόσεις Λιβάνη. Το πρώτο το «Ως την τελευταία πνοή» είναι μια πρωτοπρόσωπη αναδρομή στη Σμύρνη του 1919-22 και τη Μικρασιατική καταστροφή. Υπάρχει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία που το συνοδεύει, ενώ η μυθοπλασία εξελίσσεται αρμονικά, παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα. Το δεύτερο, η «Mindland» είναι μια περιήγηση σε ένα μελλοντικό, δυστοπικό τοπίο, ένα μυθιστόρημα φαντασίας πλαισιωμένο με αλληγορικά μηνύματα. Το τρίτο, «ο θίασος της Μαριάννας Μαλτέ» αφορά τη ζωή μιας γυναίκας τη δύσκολη περίοδο της κατοχής του 1941-44, με στοιχεία της περιόδου αλλά και του θεάτρου και της ηθοποιίας.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here