Του ΓΙΑΝΝΗ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

Οι πρυτάνεις διαφωνούν με όλες τις προβλέψεις του νομοσχεδίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που εισηγούνται οι υπουργοί Κεραμέως και Χρυσοχοϊδης. Και δικαίως.

Πρώτα από όλα γιατί ενώ οι πρυτάνεις ζήτησαν θέσεις καθηγητών πανεπιστημίου, καθώς και θέσεις επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, η κυβέρνηση τους έδωσε 1.000 θέσεις… αστυνομικών.

Με αποτέλεσμα τα πανεπιστήμια να μείνουν με τεράστια κενά στη στελέχωσή τους, τα οποία δημιουργήθηκαν από τις συνταξιοδοτήσεις του προσωπικού που εδώ και 10 χρόνια, λόγω λιτότητας, δεν αναπληρώνονται ή αναπληρώνονται μερικώς, σύμφωνα με αλγορίθμους τύπου «για κάθε 5 συνταξιοδοτούνται 1 προσλαμβάνεται».

Υπενθυμίζεται ότι ενώ στην Ευρώπη, κατά μέσον όρο, ένας καθηγητής αντιστοιχεί σε 15 φοιτητές, στην Ελλάδα η αναλογία αυτή είναι ένας καθηγητής ανά 40 φοιτητές. Αντίστοιχα, η χώρα μας στην Ευρώπη είναι πρωταγωνίστρια στον αριθμό αστυνομικών σε αναλογία πληθυσμού, με 500 αστυνομικούς ανά 100.000 πληθυσμού, την ώρα που ο μέσος Ευρωπαϊκός όρος είναι 340 αστυνομικοί ανά 100.000 πληθυσμού.

Δεύτερος λόγος απόρριψης του νομοσχεδίου είναι γιατί ενώ οι πρυτάνεις ζήτησαν αύξηση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες λειτουργίας τους, η κυβέρνηση αύξησε τη χρηματοδότηση όχι των πανεπιστημίων, αλλά του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στο αίτημα για αύξηση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, δίνοντας 30 εκατομμύρια Ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 30% της συνολικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ, για προσλήψεις όμως όχι πανεπιστημιακών, αλλά των αστυνομικών που θα στελεχώσουν το ειδικό σώμα πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Αφήνοντας τα πανεπιστήμια με τη μειωμένη χρηματοδότηση που τους επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος των μνημονίων. Ειδικά για το ΑΠΘ η σημερινή χρηματοδότηση έχει συρρικνωθεί στο 30% εκείνης που το πανεπιστήμιο ελάμβανε πριν το 2010.

Τρίτος λόγος που οι πρυτάνεις απορρίπτουν το νομοσχέδιο είναι ότι ενώ ζητούν μεγαλύτερη αυτοδιοίκηση, ώστε τα πανεπιστήμια να πάψουν να είναι κρατικά και να γίνουν, όπως παντού, δημόσια, η κυβέρνηση συγκροτώντας πανεπιστημιακή αστυνομία και θεσμοθετώντας πειθαρχικές ρυθμίσεις χωρίς τη συναίνεση των πανεπιστημίων, ενισχύει μέχρι ασφυξίας τον κρατικό εναγκαλισμό.

Ενώ δηλαδή η τριτοβάθμια εκπαίδευση για να λειτουργήσει αποδοτικά, να βελτιωθεί και να γίνει ανταγωνιστική διεθνώς, πρέπει να απαγκιστρωθεί από τη στενή κρατική επιτήρηση και να αποκτήσει ευελιξία και περισσότερη αυτοδιοίκηση, όπως συμβαίνει στα πανεπιστήμια του πολιτισμένου κόσμου, η κυβέρνηση, παραβιάζοντας τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση, όπως ορθά παρατηρεί η Σύγκλητος του ΕΚΠΑ, ενισχύει την κρατική εξάρτηση, αναθέτοντας τη φύλαξη των πανεπιστημίων στην αστυνομία. Και ακόμη, προβλέποντας πειθαρχικές ρυθμίσεις και ποινές για πειθαρχικά παραπτώματα δια νόμου, εμποδίζει τα πανεπιστήμια να αποφασίζουν από μόνα τους για τα του οίκου τους, όπως το Σύνταγμα προβλέπει.

Τέταρτος λόγος που οι πρυτάνεις αντιδρούν είναι ότι ενώ ζητούν εξορθολογισμό του αριθμού των εισαγομένων κάθε χρόνο στις πανεπιστημιακές σχολές και αντιστοίχιση του αριθμού αυτού με τις πραγματικές δυνατότητες των ιδρυμάτων, η κυβέρνηση, με την εισαγωγή μιας βαθμολογικής βάσης, κλείνει χρήσιμα και στρατηγικού χαρακτήρα περιφερειακά τμήματα και μειώνει στα τυφλά και χωρίς συναίνεση των διοικήσεων, κατά 20% τον αριθμό των φοιτητών.

Το πρόβλημα με τον αριθμό των εισαγομένων κάθε χρόνο στα πανεπιστήμια είναι ότι άλλον αριθμό φοιτητών δηλώνουν ότι μπορούν να εκπαιδεύσουν τα ίδια τα πανεπιστήμια, συνεκτιμώντας τις δυνατότητές τους σε προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμό και εντελώς άλλον αριθμό εγκρίνει το υπουργείο. Αν υπολογίσει μάλιστα κανείς και την αύξηση του αριθμού των εισαγομένων λόγω μετεγγραφών, τότε ο συνολικός αριθμός φοιτητών στα μεγάλα κεντρικά πανεπιστήμια αυξάνει έως διπλασιασμού σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητές τους.

Αντίθετα, υπάρχουν τμήματα και σχολές στρατηγικού χαρακτήρα στην περιφέρεια, που ενώ μπορούν να υποδεχθούν μεγαλύτερους αριθμούς φοιτητών, τώρα απειλούνται με λουκέτο, καθώς η βαθμολογική βάση θα μειώσει τον αριθμό των φοιτητών όχι εκεί που χρειάζεται, στις περιζήτητες δηλαδή σχολές του κέντρου, αλλά αντίθετα, στις χαμηλής δημοφιλίας σχολές της περιφέρειας, που όμως έχουν δυνατότητες να φιλοξενήσουν περισσότερους φοιτητές.

Ο ορισμός του ανορθολογισμού και του παραλόγου. Διατηρούν τον υπερπληθυσμό στα δημοφιλή τμήματα που βουλιάζουν και μειώνουν τους φοιτητές, απειλώντας με κλείσιμο, τμήματα που αντέχουν πολύ μεγαλύτερους αριθμούς φοιτητών.

Πέμπτος λόγος απόρριψης του νομοσχεδίου είναι ότι ενώ οι πρυτάνεις ζητούν τη συμμετοχή των πανεπιστημίων στα εξεταζόμενα θέματα και στη βαρύτητα των μαθημάτων στις εισαγωγικές εξετάσεις, η κυβέρνηση επιβάλλοντας μια ψευδεπίγραφη βαθμολογική βάση, επιδιώκει τη συρρίκνωση του φοιτητικού πληθυσμού στα δημόσια πανεπιστήμια.

Στέλνοντας έτσι «πελατεία» στα αδιαβάθμητα, χωρίς αξιολόγηση και εκτός εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος ιδιωτικά κολέγια τριετούς φοίτησης, τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχίων των οποίων πρόλαβε να αναγνωρίσει ως ισότιμα με τις πενταετείς πανεπιστημιακές σπουδές.

Ο ρόλος της βαθμολογικής βάσης είναι ψευδεπίγραφος και δεν έχει καμία εκπαιδευτική σημασία.

Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν είναι εξετάσεις διαπίστωσης των γνώσεων των υποψηφίων, όπως οι εσωτερικές εξετάσεις εντός των ιδρυμάτων, για να έχει νόημα η βαθμολογική βάση, ως πιστοποίηση μιας ελάχιστης, κατά 50%, γνώσης της εξεταστέας ύλης. Αντίθετα, οι εισαγωγικές εξετάσεις είναι διαγωνισμός με συγκεκριμένο αριθμό εισαγομένων φοιτητών, οι οποίοι εισέρχονται στις πανεπιστημιακές σχολές κατά σειρά επιτυχίας.

Η εφαρμογή βαθμολογικής βάσης σε ένα διαγωνισμό με κλειστό αριθμό εισαγομένων κατά σειρά επιτυχίας είναι λοιπόν απολύτως προσχηματική και δεν έχει κανένα εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Δικαίως λοιπόν οι πρυτάνεις απορρίπτουν την βαθμολογική βάση ως μέσον εξορθολογισμού του αριθμού των εισαγομένων και ζητούν μεγαλύτερη συμμετοχή των πανεπιστημίων στις εισαγωγικές εξετάσεις και συγκεκριμένα στην επιλογή των θεμάτων και στον καθορισμό της βαρύτητας των εξεταζόμενων μαθημάτων.

Οι εισαγωγικές εξετάσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα και ένα μεγάλο μειονέκτημα.

Το καλό είναι ότι είναι αδιάβλητες.

Το κακό είναι ότι είναι το μόνο σύστημα όπου τον αποφασιστικό χαρακτήρα για την επιλογή των υποψηφίων σε μια εκπαιδευτική βαθμίδα τον έχει το εκπαιδευτικό προσωπικό της… προηγούμενης.

Για 5 λοιπόν διακριτούς λόγους, που αντιστοιχούν σε όλες τις προβλέψεις του νομοσχεδίου Κεραμέως – Χρυσοχοίδη, αυτό κρίνεται όχι απλώς ότι δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και δεν συμβάλει, ούτε κατ’ ελάχιστο στη βελτίωση της λειτουργίας των πανεπιστημίων, αλλά αντίθετα, τα θέτει σε νέους κινδύνους και σε μεγαλύτερες απειλές από εκείνες που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αποφύγει.

Αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι ικανή ή δεν την ενδιαφέρει να εκτιμήσει πόσες «ζαρντινιέρες» θα μετράμε στα πανεπιστήμια και πόσους… Γρηγορόπουλους θα θρηνήσουμε με την παγκόσμια πρωτοτυπία της μόνιμης παρουσίας αστυνομικών δυνάμεων, με προληπτικές μάλιστα αρμοδιότητες, εντός αυτών, οι πρυτάνεις και οι καθηγητές των πανεπιστημίων που θα συνεχίσουν να ζουν σε αυτά και μετά την ψήφιση του συγκεκριμένου νόμου, επειδή ακριβώς ενδιαφέρονται για τις συνέπειες που θα έχει στην πανεπιστημιακή ζωή, το απορρίπτουν.

Τα πανεπιστήμια με δυο λόγια απαντούν: «ΟΧΙ στην αστυνόμευση, ΝΑΙ στη φύλαξη των πανεπιστημίων».

Πηγή: TVXS

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here