Γιατί κρατούν με το ‘‘έτσι θέλω’’ κλειστές στη Κύπρο των μηδενικών κρουσμάτων τις σχολές έντεχνου χορού;

Toy ANΤΩΝΗ ΣΚΟΡΔΙΛΗ

Στη Κύπρο των … μηδενικών κρουσμάτων, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία ενώ έχουν περίπου για τα πάντα κυκλοφορήσει πρωτόκολλα επαναλειτουργίας, παραλείπονται – ωσάν να ναι αόρατες – των σχετικών διαταγμάτων οι (πολλές εκατοντάδες) σχολές έντεχνου χορού!

Τυχαίο; Τίποτε δεν είναι τυχαίο, ακόμα και η ως άνω ασύλληπτη γελοιότητα έχει την συγκεκριμένη επεξήγησή της. Απολαύστε:

Πολλές σχολές χορού – πιθανώς οι μισές – που λειτουργούν στην Κύπρο είναι ‘‘της αρπαχτής’’, ήτοι λειτουργούν εδώ και πολλά χρόνια κατά παράβαση της σχετικής (υπάρχει μόνο για το θεαθήναι) νομοθεσίας, διαθέτοντας – υπό την πλήρη ανοχή της πολιτείας – ακατάλληλους για τη διδασκαλία του χορού χώρους. Εκμεταλλευόμενες την διάχυτη στη Κυπριακή κοινωνία ημιμάθεια, κάμποσες από τις σχολές αυτές (της αρπαχτής) όχι απλώς επιβιώνουν αλλά τα ‘‘κονομάνε και χοντρά’’ στιβάζοντας στους χώρους – τρύπες τους όσα περισσότερα απ’ του ‘‘κόσμου τα παιδιά’’ μπορούνε.

Καλά κάνουν; Μέχρι πρόσφατα – πριν την εμφάνιση της πανδημίας – υπό την έννοια ότι το μπορούσαν, καλά έκαναν! Μπορούν άραγε ακόμα; Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το ζητούμενο της (ασφάλειας της) δημόσιας υγείας φέρεται ως αδιαπραγμάτευτο, η λογική απάντηση θα έπρεπε να είναι προφανώς και όχι. Προφανώς και όχι, μιας και χώροι ακατάλληλοι (σε ότι αφορά το μέγεθος όσο και τις λοιπές προδιαγραφές τους) επί χρόνια, θα ήταν παράλογο να υποτεθεί πως θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις νυν αυξημένες απαιτήσεις της πανδημίας.

Αυτό (θα έπρεπε να) συμβαίνει και στη Κύπρο, ανεξάρτητα των όποιων πολιτισμικών και ιστορικών της ιδιαιτεροτήτων, δεδομένης της χρόνιας ένταξής της στον λεγόμενο προηγμένο δυτικό κόσμο. Όπως πάνω κάτω συνέβηκε στην φερόμενη ως συγγενή πρώτου βαθμού Ελληνική κοινωνία, που παρά την κατά πολύ πιο δύσκολη σε σχέση με αυτήν της Κύπρου επιδημιολογικά εικόνα της, κάνοντας τα αντίστοιχα με άλλες αντίστοιχες δυτικές κοινωνίες όρισε τα αναγκαία κριτήρια ασφαλούς επανέναρξης της λειτουργίας (και) των σχολών τέχνης χορού. Από τις 18 Μαΐου η τέχνη του χορού διδάσκεται ξανά στα παιδιά που την αγαπάνε, από όσους και όσες στην Ελλάδα – ενδεχομένως με μεγάλες απώλειες συγκριτικά με την προ κορονοϊού περίοδο λόγω των αναγκαίων προσαρμογών – επιλέγουν ως οφείλουν να τηρούν τις προδιαγραφές ασφαλούς διδασκαλίας της.

Αυτό θα έπρεπε να συμβαίνει και στην Κύπρο στο όνομα αν μη τι άλλο τήρησης των θεμελιωδών (μιας δυτικής χώρας) προσχημάτων, απελευθερώνοντας την δυνατότητα στα ασαφή μέχρι σήμερα ψελλίσματα περί της ανάγκης κατανόησης και αξιοποίησης της νυν κρίσης (και της κάθε κρίσης) όχι μόνο ως δυσκολίας αλλά και ως ευκαιρίας (προόδου) να συναντηθεί με ένα κάποιο περιεχόμενο. Αυτό θα έπρεπε και στη Κύπρο να συμβαίνει, σημαίνοντας φρένο στη διαρκή εξίσωση προς τα κάτω, αξιοποίηση της ευκαιρίας να τεθούν και εφαρμοστούν προδιαγραφέ, τερματισμό του καθεστώτος της ημί-ανομίας που τροφοδοτούσε την εξίσωση προς τα κάτω για να μπορεί ταυτόχρονα να τροφοδοτείται από αυτή.

Όχι μόνο δε σήμανε αυτό που θα έπρεπε και στην Κύπρο να σημαίνει η κατανόηση-αξιοποίηση της κρίσης (και) ως δυνατότητας, αλλά επιβλήθηκε και υποβλήθηκε στη πράξη η παντελώς αντίθετη (της πρέπουσας) σημασία! Η κυρίαρχη στον Κυπριακό μικρόκοσμο δυναμική της ‘‘εξίσωσης προς τα κάτω’’ επέβαλλε το νόμο της με τον πλέον αυθάδικο τρόπο. Όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε να αναχαιτιστεί, αλλά – αντίθετα – αναβαθμίστηκε ακόμα περισσότερο επιχειρώντας να συμπαρασύρει και αυτούς που επί χρόνια της αντιστέκονταν στην πράξη!

Σε απλά ελληνικά (η εξίσωση προς τα κάτω στο νυν στάδιό της): Οι αναβαθμισμένες προδιαγραφές λειτουργίας που λόγω της πανδημίας απαιτούνται, αν και εφόσον όπως σε όλο τον προηγμένο κόσμο έγινε και/ή γίνεται συμπυκνωθούν σε ένα πρωτόκολλο λειτουργίας, για τις ουκ ολίγες στη Κύπρο σχολές χορού – τρύπες (της αρπακτής) που μέχρι σήμερα μάζευαν και μαζεύουν του κόσμου τα παιδιά θα σημάνουν απώλεια του μεγαλύτερου μέρους της πελατείας τους. Γι’ αυτό και οι λεγόμενοι εκπρόσωποί τους, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία αντί να επιμένουν στην ανάγκη της δημοσιοποίησης των προδιαγραφών επανεκκίνησης της λειτουργίας των σχολών – στο όνομα, καταρχάς, της ανάγκης των παιδιών να αρχίσουν σταδιακά να επιστρέφουν στη κανονικότητα της τέχνης που αγαπάνε, ο πρώτος και τελευταίος λόγος ύπαρξης μιας επιχείρησης σε όλο τον κόσμο δεν είναι (διότι δεν μπορεί να είναι) άλλος από την ικανοποίηση των αναγκών των πελατών της – πιέζουν ώστε το νυν καθεστώς της μη δημοσιοποίησης προσαρμοσμένων στη συγκυρία της πανδημίας προδιαγραφών να μην αλλάξει, να παραμείνει ανέγγιχτο. Βολευόμενοι να συνεχίσουν να τα κονομάνε με μαθήματα εξ’ αποστάσεως, αγνοώντας τις αρνητικές συνέπειες που στα παιδιά που κάνουν χορό η παράταση μετά από κάποιον εύλογο χρόνο της διαδικτυακής εκπαίδευσης επιφέρει, ποντάροντας τυχοδιωκτικά στον λυτρωτή χρόνο όλα κάποια στιγμή εξισωτικά (προς τα κάτω) με κάποιο τρόπο μαγικό να τα φέρει. Αυτό που στη τοπική καθομιλουμένη συμπυκνώνεται στον χαιρετισμό (μη) αυτογνωσίας ‘‘περνάμε’’…

Σε αυτή την αδιανόητη στρατηγική (βολή) της βαθιάς καθυστέρησης, ο μέγας εχθρός είναι αυτοί που προσπαθούν αντί της εξίσωσης προς τα κάτω να τραβήξουνε όλα τα του χορού (και του τόπου ευρύτερα) προς τα μπροστά, αυτοί που πολύ έγκαιρα – λίγο μετά την έναρξη της καραντίνας – συνυπέγραψαν τη δημόσια θέση-δέσμευση πως οι σχολές τέχνης χορού μπορούν και πρέπει να είναι οι πρώτες που θα ανοίξουν το χορό της επανεκκίνησης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Ο μέγας χαμένος δεν είναι κανένας άλλος από τα παιδιά της τέχνης του χορού, τους πελάτες και λόγους ύπαρξης όσων έχουν επιλέξει στη ζωή ετούτη να προσφέρουν την δύσκολη και μαγική συνάμα υπηρεσία της χορό-διδασκαλίας.

Ο μέγας σύμμαχός τους, τέλος, δεν είναι άλλος από τους τοπικούς κυβερνώντες που προσπερνώντας κουτοπόνηρα – πρόκειται για παραδοσιακού τριτοκοσμικού τύπου κρυφτούλι πίσω από τοπικούς ειδικούς και ‘‘ειδικούς’’ – αυτό που σε όλο τον άλλο κόσμο έχει συμβεί, αφήνουν κενό γράμμα (ωσάν να πρόκειται για επτασφράγιστο μυστικό) τις νέες προδιαγραφές και ενεργοποιούν τον αυτοματισμό (της εξίσωσης) προς τα κάτω ακόμα πιο κάτω, όλο και πιο κάτω.

Τούτο το καθυστερημένο παιχνίδι της διαρκούς εξίσωσης προς τα κάτω, το τυπικό παιχνίδι της διαρκούς υποβολής και επιβολής (ανατροφοδότησης) των όρων της καθυστέρησης στις μη προηγμένες κοινωνίες κορπορατικού τύπου που παίζεται με μοναδικά εργαλεία του την επιμελημένη ασάφεια (ο χορός είναι μεν τέχνη που ως τέχνη διδάσκεται πλην όμως ανήκει στα αθλήματα, είναι και άθλημα που ανήκει στις τέχνες πλην όμως ως άθλημα δεν διδάσκεται) την χύμα κουτοπονηριά (τέλος πάντων μιας και τα μπερδέψαμε βάζοντας τα όλα μαζί για να μη τα μπερδέψουμε κι άλλο ας τα αφήσουμε όλα μαζί) και την προληπτική απουσία/υπονόμευση πραγματικών όρων και προδιαγραφών συζήτησης και προόδου (δε θα αλλάξει ποτέ τίποτε γι’ αυτό πείτε και κάνετε ότι θέλετε τελείως ελεύθερα, κάθε βλαξ από κάθε οργανωμένο σύνολο και μια ακόμα πιο προχωρημένη άποψη), θα ήταν έως και πολύ ξεκαρδιστικό αν δεν ήταν συνάμα μια υπέροχη πρόκληση: Για αυτούς που εκτιμούν ότι έχουν έστω και μια στο εκατομμύριο πιθανότητα, σε συνεργασία με όσους και όσες μοιράζονται την ίδια με αυτούς εκτίμηση να προσπαθήσουν καταλυτικά – φέρνοντας τα πάνω κάτω – να το αλλάξουν.

Υπάρχουν και τέτοιοι; Προφανώς και υπάρχουν, αν δεν υπήρχαν δεν θα διαβάζατε αυτό που διαβάζετε…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here