Γιάννης Πέτσας – Παρόδιος Στοά 2018

Της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΚΟΥΡΟΥ-ΧΡΟΝΗ

Από τα παραλειπόμενα του χρόνου που έφυγε, η έκθεση του Γιάννη Πέτσα (22 Νοεμβρίου έως 12 Δεκεμβρίου 2018) στην Παρόδιο Στοά, στη συμβολή των οδών: Αιόλου, Κολοκοτρώνη, Βασιλικής. Στο «τρίστρατο», εκεί όπου οι ήρωες των παραμυθιών στις αφηγήσεις της γιαγιάς μας, υποχρεώνονταν να διαλέξουν μονοπάτι. Και πάντα επέλεγαν το δυσκολότερο. Την έκθεση οργάνωσε το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης.

Ο Γιάννης Πέτσας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αθήνα, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το 1986, με δασκάλους στη ζωγραφική τον Γιάννη Μόραλη και τον Δημήτρη Μυταρά και στη σκηνογραφία τον Βασίλη Βασιλειάδη. Για πρώτη φορά εξέθεσε το 1992. Με την τωρινή έκθεση, όπως εμπιστεύθηκε στον Γιώργο Κιούση («Γιάννης Πέτσας: Άνθρωποι του Τριγώνου», Press Publica, 14 Νοεμβρίου 2018), μοιάζει να λύνει τη σιωπή του ύστερα από είκοσι χρόνια. Είναι παρήγορο πως ο λόγος του εξακολουθούσε να ακούγεται μέσα από τα μυθιστορήματά του:  Το «έβδομο ανακοινωθέν» (Ιωλκός, 2009), «Εικόνες από το τίποτα» (CaptainBook.gr, 2011), και «Ο ελέφαντας με τα ξυλοπόδαρα» (CaptainBook.gr , 2016).

Οδός Αιόλου· ολοζώντανες οι μαρτυρίες μιας διαχρονικής πορείας. Στην πλατεία Κοτζιά είναι ορατό τμήμα της ανασκαφής, που βρισκόταν έξω από την οχύρωση της κλασικής Αθήνας, με οικιστικά κατάλοιπα, εργαστήρια κεραμεικής των υστερορωμαϊκών χρόνων (3ος και 4ος αιώνας μ.Χ.) και τάφους από το, με μεγάλη διάρκεια χρήσης, νεκροταφείο (από τον 9ο έως τον 3ο αιώνα π.Χ.). Το παρακείμενο κτήριο της Εθνικής Τράπεζας ανέδειξε και συνυπάρχει αρμονικά με το θεμιστόκλειο τείχος που προστάτευε την αρχαία Αθήνα. Απέναντι το Δημαρχείο στους τοίχους του οποίου ιστορούνται δια χειρός Φωτίου Κόντογλου και Γεωργίου Γουναρόπουλου οι σημαντικές στιγμές του ιστορικού μας βίου. Από την ανοιχτή πόρτα της Αγίας Ειρήνης κατανυκτικές  ψαλμωδίες γυναικών σαν να μην τέλειωσε ακόμη η νεκρώσιμη ακολουθία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Στο τέλος του δρόμου φωτισμένο το Ερέχθειο και η βορεινή πλευρά του Παρθενώνα.

Την προσέγγιση στο «τρίστρατο» την εξέλαβα ως προετοιμασία για το έργο ενός καλλιτέχνη που έβλεπα για πρώτη φορά. Τα τριάντα ένα έργα του Γιάννη Πέτσα – έντεκα σε μουσαμά και ένα πολύπτυχο με είκοσι πίνακες σε κόντρα πλακέ – εξετίθεντο με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όλα με την όψη προς την τεράστια γωνιακή τζαμαρία της αίθουσας. Η έκθεση ήταν δηλαδή ορατή απ’ έξω κι όχι μέσα στην αίθουσα. Ο ιδιότυπος αυτός τρόπος θέασης απευθυνόταν σε όλους. Στους περαστικούς που η περιέργεια καθυστερούσε το βήμα τους· στους περισσότερο υποψιασμένους που σταματούσαν για να περιεργαστούν τα έργα, να διαβάσουν το κατατοπιστικό κείμενο του Κωνσταντίνου Μπάσιου· στους ένθερμους φίλους της τέχνης του Πέτσα που πραγματικά απολάμβαναν τα έργα του. Έργα που μετείχαν ποικιλοτρόπως στη ζωή αυτού του δρόμου που ακόμη και το όνομά του έρχεται από την αρχαία Ελλάδα (από τον «Αίολο» τον θεό των ανέμων).

Όπως ο ίδιος ο ζωγράφος διευκρινίζει, στη συνέντευξή του στον Γιώργο Κιούση, η ζωγραφική του υπήρξε πάντα ανεικονική. Αν και τα σακάκια από χαρτί, που κι αυτά εκτίθονταν, υπαινίσσονται την ανθρώπινη παρουσία. Η ιδέα των «χάρτινων γλυπτών» προέκυψε από το αγαπημένο του τζάκετ που δεν το αποχωρίστηκε ούτε στα φοιτητικά του χρόνια, ούτε στον στρατό, «ώσπου έγινε κουρέλι και έπρεπε να το πετάξω, αλλά δεν ήθελα και, έτσι, προτού το πετάξω, το έκανα κομμάτια, μετά πατρόν και στη συνέχεια το έφτιαξα αυτά τα σακάκια» (από τη συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση). Ο θεατής, ωστόσο, που αγνοεί την προϊστορία του «γλυπτού» οδηγείται σε άλλου είδους συμβολισμούς από τους στίχους του Σεφέρη· αναλογίζεται εκείνες τις μάχες που στοίχισαν τόσο πόνο, τόση ζωή και «πήγαν στην άβυσσο» ανώφελα.

Μικτή τεχνική σε κοντραπλακέ, 2017, 050×035 εκ.

 

Ο Γιάννης Πέτσας αποκαλύπτει επίσης στον Γιώργο Κιούση ότι από τα τριάντα πέντε του τον «βρήκε» η τυφλότητα για να καταλήξει τα δέκα τελευταία χρόνια να μην βλέπει. Και διευκρινίζει: «Δεν άλλαξε κάτι στη δουλειά μου, είναι η ίδια πορεία, αφού με τον ίδιο τρόπο δούλευα και πριν, απλώς παλιά έλεγχα το αποτέλεσμα σε φοβερό βαθμό, που ήταν και ανασταλτικός, με αποτέλεσμα τα έργα να μην τελειώνουν ποτέ, διότι πάντα ήθελα να αλλάζω διάφορα. Τώρα αυτό το συστατικό έχει φύγει και φαντάζομαι τα έργα όπως τα φανταζόμουν και πριν και απλώς τα κατασκευάζω. Είναι σημαντικό ότι είχα πριν κάποιες εντυπώσεις και χρώματα. Έχω τα πάντα στο μυαλό μου και σχηματίζω εικόνες διάφορες πια».

«Black note NO5», Μικτή τεχνική σε κοντραπλακέ, 2018, 050×035 εκ.

Αυτές οι έσωθεν έγχρωμες εικόνες μορφοποιούνται με τον τρόπο που πάντα έβλεπε ο Γιάννης Πέτσας, με τα χέρια του και την αφή· είναι το ίδιο το υλικό, η υφή του, η αίσθηση που προκαλεί το άγγιγμά του που οδηγεί το χέρι στη δημιουργία του έργου. Ο Γιάννης Πέτσας φαίνεται να συνομιλεί με μεγάλη οικειότητα με τους ρώσους κονστρουκτιβιστές. Προτεραιότητα έχει η ύλη, τα απλά, βιομηχανικά, ευτελή υλικά με τις δικές τους εγγενείς ιδιότητες που ο ζωγράφος όχι μόνον δεν προδίδει αλλά αξιοποιεί και αναδεικνύει· είναι οι εικαστικές τους ποιότητες που υπαγορεύουν τη φόρμα και ο καλλιτέχνης σέβεται τις επιταγές και την αναδεικνύει. Υπάρχει, ωστόσο, εδώ μια διαφορά, η ύλη μορφοποιεί ταυτόχρονα εκλάμψεις του σκότους· ο καλλιτέχνης καθίσταται σηματωρός που εκπέμπει με ειλικρίνεια και εκ βαθέων γνωρίζοντας (ή αγνοώντας) ότι εκεί  έξω υπάρχουν αποδέκτες.

«Άστεγος άνδρας»

Ανάμεσά τους έργα που αποτυπώνουν ή προμηνύουν τη συμφορά στο Μάτι. «Συγκλονίζει η ανάρτηση του τυφλού διασωθέντα από την πυρκαγιά στο Μάτι, Γιάννη Πέτσα» σχολίαζε η iefimerida (30 Ιουλίου 2018) κοινοποιώντας την ανάρτηση στο facebook του «τυφλού επιζήσαντα από το Μάτι», με την οποία εκείνος ζητούσε δικαίωση όχι μόνον για τον ίδιο αλλά και για όλους τους άλλους. Εκείνη την απέλπιδα φωνή του την άκουσα και στην έκθεση, όταν είδα δίπλα στα έργα του κουρνιασμένο έναν άστεγο άνδρα.

«Μα άστεγος; / Ήταν ο μόνος τρόπος νά ‘ρθω. / Τέλος πάντων, έπρεπε να το περιμένω αλλά δεν χρειαζόταν, μπορούσες απλώς ν’ ανακατευτείς με τον κόσμο»· λόγια του Γιάννη Πέτσα. Νύχτα, κρύα, νοεμβριάτικη· για μια στιγμή τ’ ολόγιομο φεγγάρι έσπασε το σκοτάδι, το ίδιο όπως τα έργα του Γιάννη Πέτσα τη σιωπή.

«Το παρόδιο φεγγάρι»

Print Friendly, PDF & Email

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Σα παιδάκι, που πρώτη φορά βρίσκεται σε τελετή βάφτισης – εκτός απ’ τη δική του που δε θυμάται ευτυχώς – και θαμπώνεται απ’ τα στολίδια, κι ύστερα συμπάσχει με το μωρό που κλαίει, κι ύστερα λίγο από περιέργεια και λίγο από ειλικρινές ενδιαφέρον αφήνεται και γίνεται μέρος της τελετής , μύστης από κούνια… έτσι αισθάνομαι διαβάζοντας αυτό το κείμενο…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here