«Γιάννης Μόραλης, αναδρομή συγκίνησης στο Μουσείο Μπενάκη»

 

 

Αντί ξενάγησης από τη μαθήτριά του Φωτεινή Στεφανίδη


«Αχ, δάσκαλε, τι λύπη, πώς θα σας αποχωριστούμε…» είπε κάποιος.
Και ο Γιάννης Μόραλης: «Τριάντα πέντε χρόνια είναι αρκετά, δεν νομίζετε;»
Σε όλους μας μιλούσε στον πληθυντικό. Αν μέσα σε δύο μήνες το είχε γυρίσει στον ενικό, ήξερες. Σε συμπαθούσε. Κάτι παραπάνω, σε αγαπούσε.

Στο εργαστήριό του βρέθηκα έχοντας κλείσει μόλις τα είκοσι. Μας ζήτησαν να επιλέξουμε. Πολλοί δεν διάλεξαν να πάνε κοντά του μιας και θα ήταν η τελευταία του χρονιά στην ΑΣΚΤ. Άλλοι, θελήσαμε να τη ζήσουμε αυτή τη μία χρονιά. Καλά που κάναμε…
Είχε μια ρόμπα λαδιά με πολλά χρώματα ανεξίτηλα επάνω της από τη διδασκαλία ανάμεσα στα καβαλέτα. Την κρεμούσε πίσω από τη βαριά πόρτα του εργαστηρίου. Ντυμένος τις περισσότερες φορές με σακάκι και γραβάτα, τη φορούσε από πάνω. Στην τσέπη της φύλαγε ένα μπλοκάκι κι ένα κοντό μολύβι. Σαν ήθελε κάτι να εξηγήσει, σχεδίαζε τη σύνθεση που φτιάχναμε, την αντέγραφε στο μπλοκάκι, και πάνω εκεί, εξηγούσε με γραμμές και τόνους τι ήθελε να μας πει. Δεν επενέβαινε ποτέ στις σπουδές μας.
Ευτυχώς, για μένα, ο ακριβός ενικός ήρθε πολύ σύντομα.

Οι συνθέσεις στήνονταν από τον ίδιο. Ένα φόντο απλό και καθαρό. Μαύρο, γαλανό, ώχρα, λαδί. Επάνω εκεί δυο τρία πανάκια ζωηρόχρωμα σε μικρή επιφάνεια. Οι «δείκτες». Για να κρατάμε τις ισορροπίες έντασης και έκτασης. Ομόρφαιναν τη σύνθεση. Από μόνο του το μοντέλο με το φόντο του ήταν μία εγκατάσταση με σταθερές γραμμές, καμπύλες, εντάσεις. Σαν τα έργα του.

Τάξη. Αυστηρότητα και ελαφράδα. Αγάπη αληθινή που δεν ξεπερνούσε ποτέ τα όρια. Κατανόηση στην τρέλα μας. Συμβουλές για τη δουλειά (ποτέ σκέτο το μαύρο, πάντα με λίγη ώχρα μέσα) μα και για το ποτό (πρώτα το κρασί, ακολουθεί το κονιάκ). Το τσιγάρο του στερεωμένο στην κοντή μαύρη πίπα τσιγάρου σταθερά στο αριστερό του χέρι. Η δύναμη του αριστερόχειρα που πάντα παρατηρούσα.

Η μέρα του αποχαιρετισμού, η ταμπακιέρα, το ποίημα του Σεφέρη («Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης…») δακτυλογραφημένο και καλοδιπλωμένο βγήκε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Η φωνή ραγισμένη, η ανάγνωση γρήγορη, σαν να θέλει τη συγκίνηση, και πάλι να τρέξει από αυτήν μακριά το γρηγορότερο. Κρασί, χαμόγελα, σταυρωτά φιλιά. Αρχή καλοκαιριού του 1983.

Τις μέρες Πολυτεχνείου, για αρκετά χρόνια, και μετά που σταμάτησε από τη Σχολή, διακριτικά κοντά μας. Μας περίμενε να ανέβουμε με την πορεία την Πανεπιστημίου από του Zonars. Ερχόμασταν τελευταία, πάντα κλείναμε την πορεία αυτή. Έβγαινε εγκαίρως, μόνος. Όρθιος, με την ανοιχτόχρωμη καπαρτίνα πάνω από το σακάκι. Μία δωρική φιγούρα, έμοιαζε κι αυτή με τα έργα του. Κι ακόμη έφερε μια ελαφριά χάρη και τρυφερότητα. Γύριζα το κεφάλι. Μας χειροκροτούσε. Μία μοναδική φορά μου έγνεψε. Βγήκα από την αλυσίδα. «Γίνονται φασαρίες ψηλά», μου είπε. «Πρόσεχε σε παρακαλώ».

Ανεβαίνοντας πιο ψηλά στην ίδια πορεία, το Χίλτον. Εκεί τον χαιρετούσαμε εμείς. Πόσο η μακέτα που βλέπουμε στην έκθεση φανερώνει το όνειρό του. Η συντήρηση του έργου, επιτακτική σήμερα.

Πηγαίναμε στις εκθέσεις του, μα πιο πολύ ερχόταν εκείνος στις δικές μας. Η υπογραφή του, το στολίδι των βιβλίων εντυπώσεων. Και δυο λόγια καρδιάς στα εγκαίνια. Απομακρυνόταν ανάβοντας τσιγάρο.

Η μικρή μας αλληλογραφία. Το γιορτινό χαρακτικό από το τραπέζι μου στα χέρια του κάπου κοντά στα Χριστούγεννα. Η ιδιόχειρη απάντησή του λίγο μετά την Πρωτοχρονιά. Κάθε χρόνο και δυο λόγια παραπάνω. Περνώντας τα χρόνια πήρα το θάρρος να του στείλω βιβλίο με εικόνες μέσα, για μεγάλους. Την ώρα που έκλεινα το φάκελο, έμαθα το τέλος. Σαν να έχασα τον πατέρα μου.

Μας έμαθε να στήνουμε τα έργα μας. Να οργανώνουμε τη δουλειά και τη ζωή μας. Να λέμε όχι. Και ναι. Να αγαπάμε τα τέσσερα χρώματα. Ώχρα, μαύρο, άσπρο, χοντροκόκκινο. Λουλακί και βερμιγιόν για το στόλισμα. Η οικονομία της γενναιοδωρίας. Μοραλάκια μας έλεγαν. Είμασταν. Πώς όμως ανοίξαμε τόσο ξεχωριστά τα φτερά μας; Το άφησε κι έγινε, μόνο με την στάση του.

Αγαπούσε πολύ κάθε είδους μακέτες και σχέδια. Εκτιμούσε την αμεσότητά τους. Μας παρότρυνε σ’ αυτό. Όπως και στο να μην πετάμε αυτά τα προσχέδια. «Καρφίτσωσέ τα», μου έλεγε, «βάλ’ τα μαζί με το τελάρο, είναι καλύτερα, θα το καταλάβεις αργότερα». Όλη η λογική της έκθεσης αυτής στο Μουσείο Μπενάκη σαν να στέκεται σ’ αυτή τη συμβουλή.

Σαν να είναι μια αγαπητική συνάντηση η έκθεση, να μας άνοιξε τα συρτάρια του. Εφηβική αυτοπροσωπογραφία, σχέδια από πόλεμο, καφενείο στην Αίγινα, κήπος, προσχέδια, χαρακτικά, σημειώσεις, μακέτες, κεραμικά, γλυπτά, έργα πασίγνωστα ή και εντελώς άγνωστα, όλα με κοινά χαρακτηριστικά τη δύναμη, την αγάπη, το πάθος, τη λεπτότητα. Όλα αυτά μαζί κι άλλα ακόμη, που σαν να είναι ένα μόνον που λέγεται Γιάννης Μόραλης.

 

Η αναδρομική έκθεση του Γιάννη Μόραλη στο Μουσείο Μπενάκη στην οδό Πειραιώς θα λειτουργεί έως το Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Σημ.: Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από την έκθεση (επί τόπου τραβηγμένες για τούτο και οι λάμψεις από τις λάμπες στα τζάμια). Μία, εκείνη με το ποίημα του Σεφέρη και τον ίδιο να κοιτάζει εργασία στο καβαλέτο προέρχεται από το βιβλίο «Ι. Μόραλης / Άγγελοι, Μουσική, Ποίηση», Μουσείο Μπενάκη 2001.

 

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Το έργο του μαθητή δείχνει και το μέγεθος του δασκάλου. Εδώ τα λόγια του μαθητή, εκτός απ’ τη βαθιά αγάπη προς τον δάσκαλο, δείχνουν και το πώς η διδαχή αφορά μεν την τέχνη, μα και ολόκληρη τη στάση ζωής, την καθημερινότητα, θα τολμούσα να πω και το ήθος της επόμενης γενιάς! Συγκινητική – δηλαδή εξαιρετικά ουσιαστική – η ξενάγηση!

    • Ναι, Αργυρώ μου, αυτά τα τέσσερα γραμματάκια. Σ’ αυτό το ΗΘΟΣ του δεν μπορείς κάτι άλλο να προσθέσεις. Τα έχει όλα. Σ’ ευχαριστὠ!

  2. Φωτεινένια μου, είδα την έκθεση τρεις φορές, η ουσιαστικότερη ήταν αυτή, η τέταρτη περιήγηση, μέσα από το γραπτό σου. Όλα φωτίζονται, κάτι σκοτεινές γωνιές αποκαλύπτονται, βλέπεις στο βάθος τον άνθρωπο και τον ζωγράφο· και πλημμυρίζεις από τρυφεράδα και αγάπη για τα ωραία έργα και τις ωραίες σχέσεις που καταξιώνουν τον άνθρωπο και τη ζωή. Για μια ακόμη φορά, σ’ ευχαριστώ!

    • Αγαπημένη μου, κάθε σχέδιο, κάθε γραμμή, κάθε κηλίδα από το πινέλο του, δεν μπορείς να μην τη δεις μαζί με το βλέμμα του εκείνο που είχε κάτι παιδικό και σοφό μαζί, καθώς και την καρδιά που έφερε μεγαλοσύνη προς την καθαρότητα και προσπερνούσε τα άλλα με ευγένεια πάλι. Σίγουρος είσαι όταν βλέπεις έργο του ότι έγινε με καθαρή καρδιά και νου, κατακάθαρο!
      Και για τα λόγια σου τα τόσο όμορφα τι να πω… Τιμή… Πολλά τα ευχαριστώ, Γεωργία μου, με το καλό η γιορτή η μεγάλη!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here