Για την κρίση στην Ελλάδα και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα

 

 

Του  Ιωάννη Χ. Βούλγαρη

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής ΔΠΘ

     ivoulga@law.duth.gr

 

 

Με αγωνία παρακολουθούμε όλοι μας, όχι μόνο οι Έλληνες, την εξέλιξη της κρίσης που ξέσπασε ήδη από το 2009/2010 και συνεχίζεται και η οποία αφορά τόσο την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, η οποία βρίσκει τις ρίζες της ήδη σε παλαιότερο χρόνο (α), όσο και στην κατάσταση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος (ευρώ) και του μέλλοντός του, που απορρέει κυρίως από τον τρόπο δημιουργίας και λειτουργίας του (β), ο συνδυασμός των οποίων καθιστά την κρίση δυσεπίλυτη και κινδυνεύει να καταστρέψει σοβαρά όχι μόνο την Ελληνική οικονομία, αλλά και τα εγχείρημα της Ευρωπαϊκής  Ολοκλήρωσης (γ):

α) Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδος, με βραχύβιες εξαιρέσεις, υπήρξε προβληματική από την ίδρυση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους  και αυτό όχι μόνο λόγω των πολέμων και περιπετειών, εξωτερικών και εμφυλίων, όπου συχνά-πυκνά ενεπλάκη η Πατρίδα μας, αλλά και γιατί η Οργάνωση και Λειτουργία του εξακολουθούσε να στηρίζεται ουσιαστικά σε μεθόδους που είχαν ριζωθεί κατά τα 400 δουλείας μας στους Οθωμανούς κι αυτό παρά τις όποιες προσπάθειες Ελλήνων πολιτικών και διανοουμένων να αλλάξουν το κλίμα αυτό στην Ελλάδα: έτσι, η Ελληνική οικονομία στηριζόταν, συνήθως και ιδίως σε δύσκολες περιόδους, σε δανεικά και ξένες βοήθειες, με συνέπεια να αποκτήσει στρεβλή ανάπτυξη, που την χαρακτήριζαν οι σπατάλες και η αδιαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου πλούτου, αλλά και ο παρασιτισμός στη παραγωγική διαδικασία.

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και κατά τη μεταπολίτευση  (1974), ιδίως μετά την ένταξή μας στην ΕΟΚ το 1981: ένα σημαντικό μέρος των ενισχύσεων που μας δόθηκαν από αυτή και την ΕΚ/ΕΕ, που ακολούθησαν, για την αναδιάρθρωση της Οικονομίας μας και την οργάνωση των υπηρεσιών του κράτους, ώστε να γίνει η Οικονομία μας πιο ανταγωνιστική, δεν χρησιμοποιήθηκε ακριβώς για τους σκοπούς αυτούς, αλλά με διάφορους τρόπους καταναλώθηκε για μη παραγωγικούς λόγους (δάνεια ή ενισχύσεις σε επιχειρήσεις που δεν λειτούργησαν ποτέ ή στη διάρκεια της λειτουργίας τους έφυγαν στο εξωτερικό). Μάλιστα η μανία μας να πάρουμε άκριτα τις επιδοτήσεις αυτές μας οδήγησαν ορισμένες φορές να μην αντισταθούμε στους κινδύνους που περιέκλειαν για την οικονομία μας αυτές, όπως π.χ. περιορισμός ή και κατάργηση ορισμένων δραστηριοτήτων της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με βάση την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος των ενισχύσεων χρησιμοποιήθηκαν στην κατανάλωση κι όχι στις επενδύσεις και την παραγωγή.

Η καταναλωτική απόκλιση της Οικονομίας εντάθηκε ακόμη περισσότερο με μία εσωτερική (ανά) διανομή πλούτου, με βάση τόσο τις κοινοτικές ενισχύσεις, όσο και εσωτερικό και εξωτερικό δανεισμό, αλλά και εκτύπωση νομίσματος, με συνέπεια να αυξηθεί ο πληθωρισμός, να αυξηθούν οι κρατικές παροχές (ΑΤΑ των μισθών και συντάξεων, υποτίμηση του νομίσματος και συνεπώς αύξηση της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους).

Τα παραπάνω είχαν ως συνέπεια την επιδείνωση σταδιακά των δεικτών της Ελληνικής Οικονομίας και όχι την βελτίωσή τους, όπως αναμενόταν και είχε διαφανή αρχικά: παρά το γεγονός ότι η Οικονομία παρουσίαζε κατά καιρούς ανάπτυξη, έστω και περιορισμένη, το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών γινόταν συνεχώς αρνητικό και ο προϋπολογισμός ελλειμματικός με συνέπεια να αυξάνεται το δημόσιο χρέος.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που βρισκόταν η Ελληνική Οικονομία στα τέλη της προηγούμενης χιλιετίας ήταν και προτροπή του Ανδρέα Παπανδρέου, «Τσοβόλα δώσε τα  όλα!» : αν και υπήρχε μια γενικευμένη ευφορία, λόγω της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου μεγάλου μέρους του Ελληνικού πληθυσμού, που άμβλυνε τις κοινωνικές διαφορές αλλά και οδήγησε στο να γίνει η Πατρίδα μας πόλος έλξης μεταναστών, ιδίως μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στα Βαλκάνια, η δομή και λειτουργία της Οικονομίας μας εξακολουθούσε να είναι προβληματική και αβέβαιη ως προς το μέλλον της, πράγμα το οποίο πολλοί λίγοι είχαν συνειδητοποιήσει και εκφράσει δημόσια.

Αντίθετα η προσωρινή αυτή ευφορία είχε οδηγήσει αρκετούς να πιστεύουν, ότι η Ελλάδα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού «γίγνεσθαι», όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο (με τις μάλλον επιτυχημένες Ελληνικές Προεδρίες της τότε ΕΚ που άσκησε), αλλά και σε οικονομικό, στα πλαίσια μιας έντονα κεφαλαιοκρατικής και φιλελεύθερης πολιτικής που ίσχυαν.

Έτσι, για να προωθήσει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων για εσωτερικές επενδύσεις, το Χρηματιστήριο Αθηνών παρουσιάστηκε ως ο Ναός της Οικονομικής Δημοκρατίας, που θα μπορούσε να κάνει τους Έλληνες να πλουτήσουν, με συνέπεια τη σωρηδόν και άκριτη συμμετοχή στη λειτουργία του, που οδήγησε στην εκμετάλλευση του φαινομένου από τους επιτήδειους προκαλώντας τελικά ζημιές για την πλειονότητα των επενδυτών και της Οικονομίας.

Επίσης η ίδια ελευθερία, στη διακίνηση κεφαλαίων και την εγκατάσταση επιχειρήσεων στα πλαίσια της ΕΚ, οδήγησε Ελληνικές επιχειρήσεις στην έξοδό τους σε κράτη μέλη της ΕΚ, με δημιουργία υποκαταστημάτων τραπεζών, με συγχωνεύσεις και συνεργασίες με επιχειρήσεις κινητής τηλεφωνίας, γρήγορου φαγητού κ.ά.

β) Η περίοδος αυτή της οικονομικής ανάπτυξης της Ευρώπης κατά τη δεκαετία του 1990, στην οποία συμμετείχε, έστω και κατά μεγάλο μέρος φαινομενικά και η Ελλάδα, δημιούργησε τάσεις ευρύτερης οικονομικής ένωσης στα πλαίσια της ΕΚ, ένωσης σε βάθος, με την καθιέρωση νέων τρόπων και θεσμών οικονομικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης μεταξύ των ήδη κρατών μελών, αλλά και σε πλάτος με την εισδοχή νέων κρατών μελών μεταξύ των οποίων και κρατών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Το εγχείρημα βασίστηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) και στη προσχώρηση 10 νέων κρατών μελών (1993). Όμως ο τρόπος που επιχειρήθηκε (εμβάθυνση και διεύρυνση  σχεδόν παράλληλα και όχι διαδοχικά, δίνοντας χρόνο επιτυχημένης εφαρμογής της πρώτης) δημιούργησε πολλά προβλήματα, τόσο για τη ΕΚ/ΕΕ, όσο και για την Ελλάδα, τα οποία λειτούργησαν ως καταλύτης για την εμφάνιση της κρίσης του ευρώ, και  ιδίως τις επιπτώσεις του στην Ελλάδα:

Στα πλαίσια της Ένωσης, ενώ στόχος ήταν η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), η πρώτη δεν μπόρεσε να λειτουργήσει ουσιαστικά, κυρίως λόγω των αντιθέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου (ιδίως για θέματα φορολογικής ενοποίησης), που βρήκε υποστηρικτές και μεταξύ των κρατών που προσχώρησαν στη συνέχεια, όσο και από την ανάγκη προσαρμογής ορισμένων από τα τελευταία αυτά κράτη (πρώην σοσιαλιστικά) στο ισχύον οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας της ΕΚ/ΕΕ που δεν άφηνε περιθώρια για μεταβολή και επέκτασή του. Αυτό είχε ως συνέπεια να αναθεωρηθούν οι οικονομικές πολιτικές ενισχύσεων με στόχο την προσαρμογή αυτή, αλλά και με συνέπεια να μειωθούν οι ενισχύσεις αυτές προς τα πιο αδύναμα μέλη της παλαιάς ΕΚ, μεταξύ των οποίων κυρίως η Ελλάδα. Για τους λόγους αυτούς οι Fr. Mitterrand   και  H. Kohl  αποφάσισαν να προωθήσουν μόνο τη νομισματική ένωση και μάλιστα μεταξύ των κρατών που θα το επιθυμούσαν. Όμως νομισματική ένωση χωρίς οικονομική είναι εύθραυστη, αφού στερείται βάσεως, ιδίως πρωτογενών αποθεματικών που προέρχονται από τη φορολογία (και τα έσοδα από αυτή του εκδότη του νομίσματος) .

Ο τρόπος αυτός δημιουργίας και λειτουργίας του κοινού νομίσματος δημιουργούσε παθογένειες, που κυρίως ήταν επικίνδυνες για τις πιο αδύναμες οικονομικά χώρες μέλη της ένωσης και του κοινού νομίσματος, αυτές των οποίων το ισοζύγιο του προϋπολογισμού τους στηριζόταν σε δανεισμό και ενισχύσεις και όχι στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους και τα έσοδα και ισοσκέλιση των εξωτερικών πληρωμών από τα έσοδα αυτά, κατηγορία στην οποία βρισκόταν η Ελλάδα.

Όμως για λόγους πολιτικού κύρους, τόσο του εγχειρήματος, όσο και της Ελλάδας (ως μέλους μέχρι τότε του σκληρού πυρήνα της ΕΚ/ΕΕ, λόγω και της στενής συνεργασίας των Κυβερνήσεων  G. Schroeder στη Γερμανία και Κ. Σημίτη στην Ελλάδα), η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες που προσχώρησαν στο εγχείρημα και τη λειτουργία του: αντί να φροντίσει να μεταρρυθμιστεί στην οργάνωση και λειτουργία της διοίκησης κατά τρόπο που θα βοηθούσε τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της τόσο εντός όσο και εκτός ΕΕ, για ανάκαμψη της Οικονομίας της και βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η συμμετοχή στο κοινό νόμισμα, αποφάσισε τη συμμετοχή της σ’ αυτό απροετοίμαστη, πιστεύοντας ότι αυτό θα βοηθούσε στην ανάκαμψη της Οικονομίας της.

Η εντύπωση αυτή ήταν σχεδόν κοινή: όχι μόνο η Κυβέρνηση του Κ. Σημίτη, πίστευε ότι οι Έλληνες θα μάθαιναν να κολυμπούν και στα βαθιά νερά της ΟΝΕ, αφού ήδη είχαν μάθει από τον Κ. Καραμανλή να κολυμπούν στα νερά (και με τα σωσίβια) της ΕΟΚ, αλλά και από την ΕΕ η οποία στην τότε πολιτική της σύνθεση πίστευε ότι προέχει η ευρύτερη συμμετοχή στο εγχείρημα, πιστεύοντας ότι αυτό θα μπορούσε να βελτιωθεί στη συνέχεια. Όμως οι ελπίδες αυτές μάλλον διαψεύστηκαν στη συνέχεια λόγω της ολιγωρίας που έδειξαν τόσο η Ελλάδα, όσο και ΕΕ. Καμία δεν προώθησε τα απαραίτητα αντίστοιχα «προ απαιτούμενα», δηλ. τις δομικές μεταρρυθμίσεις στη Ελλάδα, αλλά και την θεσμική οικονομική ενοποίηση στα πλαίσια της Ευρωζώνης, αν όχι και της ΕΕ. Αποτέλεσμα, η κρίση που ενέσκηψε και κτύπησε την Ελληνική Οικονομία, ως την πιο αδύναμη, αλλά που είναι βαθύτερη και αφορά τόσο το μέλλον της Ευρωζώνης όσο και ενδεχόμενα εκείνο της ΕΕ.

γ) Μοναδική λύση στην κρίση αυτή  είναι η κοινή προσπάθεια να γίνουν αυτά που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν κι’ από τις δύο πλευρές και οδήγησαν στην παρούσα κρίση. Η Ελλάδα θα πρέπει να αναδιαρθρώσει το σύστημα της και να γίνει ανταγωνιστική στα πλαίσια ενός διεθνούς οικονομικού συστήματος ελεύθερων συναλλαγών: σκέψεις για οποιαδήποτε μορφή (προσωρινής ή οριστικής) εξόδου από την Ευρωζώνη και ακόμη περισσότερο από την ΕΕ, θα πρέπει να αποκλειστούν, γιατί όχι μόνο θα επιδεινώσουν της παρούσα κρίση σε σημείο επικίνδυνο για την κοινωνική συνοχή και ειρήνη, αλλά και θα δημιουργήσουν και κινδύνους εξωτερικής ασφάλειας για τη χώρα μας.

Από την άλλη πλευρά της Ευρωζώνης η μη οικοδόμηση κοινής οικονομικής πολιτικής, ιδίως φορολογικής με αύξηση των κοινοτικών εσόδων, αλλά και αναδιανομή του κοινού πλούτου και δημιουργία αποθεματικών για το κοινό νόμισμα, αλλά και των εργασιακών σχέσεων,  δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ομαλή λειτουργία του νομίσματος αυτού, τυχόν δε έξοδος της Ελλάδας από το νόμισμα αυτό, εκτός του μεγάλου οικονομικού κόστους για την Ευρωζώνη και ιδίως τα πιο αδύναμα μέλη της, θα οδηγούσε και στο σταδιακό «ξέφτισμά»  της με την αποχώρηση ή κατάρρευση των τελευταίων αυτών κρατών. Όμως σε μια τέτοια περίπτωση οι κίνδυνοι δεν αποκλείονται ούτε για τα πιο ισχυρά οικονομικά κράτη της Ευρωζώνης.

Οι κίνδυνοι αυτοί όχι μόνο δεν είναι αμελητέοι, αλλά και τελείως ορατοί πλέον σε ένα διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό πλαίσιο που έχει αλλάξει άρδην από το 1990: από ένα διπολικό σύστημα, στο οποίο η ευρωπαϊκή ενοποίηση λειτουργούσε ως μεσαίος χώρος, περάσαμε σήμερα σε ένα πολυπολικό σύστημα, όπου λόγω επικράτησης σ’ αυτό των αρχών της Αγοράς και του Ανταγωνισμού (ελεύθερου;), δεν υπάρχει πλέον μεσαίος χώρος, αλλά οι παράγοντες τις διεθνούς Οικονομίας καταλαμβάνουν το χώρο που τους επιτρέπουν οι δυνάμεις τους.

Έτσι και εφόσον δεν αλλάξει η διεθνής κατάσταση, το συμφέρον της Ευρώπης είναι να παραμείνει ενωμένη και αρραγής, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει το διεθνή ανταγωνισμό και γι’ αυτό να επιχειρήσει τις οποίες δομικές μεταρρυθμίσεις απαιτούνται στην Ευρωζώνη και την ΕΕ, αλλά και στα κράτη μέλη της, της Ελλάδας μη εξαιρουμένης αν όχι και πρωτίστως!  

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here