Για μια παλιά εθελούσια σοβιετική «καραντίνα»

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Κάποτε ετούτο το κτίσμα ήταν μια  υπέροχη τοποθεσία αναψυχής και ένα άκρως επιθυμητό ησυχαστήριο δημιουργίας των σοβιετικών συγγραφέων, αλλά σήμερα ένας πανάθλιος και βαρετός ξενώνας, ένα μικρό, σχεδόν εγκαταλελειμμένο  φτηνό και θλιβερό από κάθε πλευρά ξενοδοχείο. Η όλη δομή παρουσιάζεται στα μάτια του σημερινού επισκέπτη που θα αποφασίσει να φτάσει έως εδώ,  σαν να είναι κουρνιασμένη και να στηρίζεται σε μια απόκρημνη και βραχώδη πλαγιά αντικρίζοντας την ανοιχτή και μεγαλειώδη λίμνη Σεβάν της Αρμενίας. Υπήρξε ένα μοντερνιστικό, για την εποχή του, μέρος αναψυχής, μοναδικού ασύλου και ευκαιρία πνευματικής εργασίας, ένα πραγματικό καταφύγιο για σοβιετικούς συγγραφείς και ποιητές απ’ όλη την ΕΣΣΔ  στους κομμουνιστικούς εκείνους χρόνους, στην βορειοδυτική ακτή της λίμνης αυτής. Δύσκολα έφτανε κάποιος ως εδώ παλιότερα, αλλά σήμερα η διαδρομή γίνεται ολοένα και ευκολότερη, κι’ αυτό γιατί υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον από τους επισκέπτες, περισσότερο,  για την  ευρύτερη περιοχή της λίμνης Σεβάν. Μαζί με τη λίμνη, που ούτως ή άλλως αποτελεί από μόνη της αξιοθέατο, αξιόλογη αρχιτεκτονική δομή αποτελεί και το αρμενικό μοναστήρι του νησιού Σεβαναβάνκ (Sevanavank), του ένατου αιώνα. Και σε ξεχασμένους χρόνους, αλλά και σήμερα, είναι από τα πλέον επισκέψιμα σημεία της περιοχής το οποίο στην ουσία αποτελεί   μοναστηριακό συγκρότημα που βρίσκεται στην ίδια χερσόνησο στη βορειοδυτική όχθη της λίμνης που βρίσκεται και ο προαναφερθείς ξενώνας των σοβιετικών, κάποτε, συγγραφέων. Οι βεράντες του έχουν πράγματι εξαιρετική θέα, αλλά όλα θυμίζουν αποκλειστικά παρελθόν, λόγω της εμφανούς εγκατάλειψης της συντήρησης του ιστορικού κτιριακού συγκροτήματος. Κάποτε ανάμεσα σε εκείνους που  φιλοξένησε,   βρίσκονταν και αρκετοί γνωστοί διανοούμενοι, όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ.

 

Όπως ήταν το πρώην νησάκι Σεβάν το 1974, μετά δηλαδή τη μεταμόρφωσή του   σε χερσόνησο. Στην πλαγιά του λόφου, φαίνεται ξεκάθαρα το σπίτι των συγγραφέων.

 

Η ιστορία του κτιρίου κάπως παράξενη και, εν πολλοίς, κατακερματισμένη. Σχεδιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 από την Ένωση Συγγραφέων της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αρμενίας, που ήθελε να ανεγείρει ένα σπίτι δημιουργίας, ένα επιδοτούμενο από το κράτος σπίτι καλλιτεχνών, κάπως ανάλογο και παρεμφερές με πολλά άλλα τέτοια που δημιουργήθηκαν εκείνη την εποχή σε ολόκληρη την απέραντη  σοβιετική ένωση. Η Ένωση των Συγγραφέων στην Αρμενία, τότε,  ανέθεσε σε δύο νέους αρχιτέκτονες, στον Gevorg Kochar (1901-1973) και στον Mikael Mazmanyan (1899-1971), την υλοποίηση του σημαντικού, όπως προοιωνιζόταν, έργου. Αυτοί εργάστηκαν με θέρμη και ολοκλήρωσαν το κλιμακωτό τετραώροφο ξενοδοχειακό κτίριο το 1935, το οποίο  σύντομα άνοιξε τις πόρτες του σε επισκέπτες συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Γεννημένος στην Τιφλίδα της Γεωργίας στα 1901,  ο Gevorg Kochar πέθανε το  1973 στο Γερεβάν της Αρμενίας. Είχε σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Μόσχα και δίδαξε  στο Πολυτεχνείο Καρλ Μαρξ στο Γερεβάν, από το 1932 έως το 1937. Το έργο που άφησε πίσω του στην Αρμενία, μεγάλο. Σχεδίασε οικιστικά κτίρια,  τερματικό σταθμό του αεροδρομίου, κτίριο επικοινωνιών, διοικητικά  κτίρια και θέατρα.  Ανάλογα, φυσικά, ήταν και τα μετάλλια που έλαβε. Ο Mikael Mazmanyan, με τη σειρά του, ακολούθησε σε γενικές γραμμές ανάλογη πορεία με τον προαναφερθέντα συνεργάτη του, τον Gevorg Kochar. Καταγόταν κι’ αυτός από την Τιφλίδα της Γεωργίας, από οικογένεια τεχνιτών.  Μετά τις βασικές του γνώσεις που έλαβε εκεί, μετέβη κι’ αυτός επίσης στη Μόσχα, όπου και συνέχισε  σπουδές  ζωγραφικής και αρχιτεκτονικής. Γνώρισε τις δημιουργικές αρχές του ορθολογισμού και του κονστρουκτιβισμού και προσπάθησε, αργότερα,  να βρει τρόπους για να συνδυάσει οργανικά τη νέα αρχιτεκτονική με τα εθνικά χαρακτηριστικά της Αρμενίας. Το αρχιτεκτονικό και σχεδιαστικό του έργο στη Σοβιετική Αρμενία, τεράστιο. Τον Σεπτέμβριο του 1937, όμως, καταδικάστηκε για αντικαθεστωτική συμπεριφορά, και  το 1939 εξορίστηκε στο Νόριλσκ, μια ρωσική βιομηχανική πόλη δυτικά του ποταμού Γενεσέι, και πάνω απ’ τον Αρκτικό κύκλο. Ο υποχρεωτικός εγκλεισμός και η εξορία του εκεί, υπήρξαν όμως πολλαπλώς δημιουργικά.  Από το 1939 έως το 1954, εργάστηκε εντατικότατα στο γραφείο της Ομάδας Σχεδιασμού της πόλης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Mazmanyan έκανε μαζί  με συναδέλφους του, μια σειρά μεγάλων έργων, όπως  το γενικό σχέδιο της πόλης, το σχέδιο για το λιμάνι της πόλης Dudinka, σχέδια για μια σειρά συγκροτημάτων βιομηχανικών και μεταλλευτικών επιχειρήσεων, μια σειρά από οικισμούς, σχέδια κατοικιών και άφθονα δημόσια και διοικητικά κτίρια. Αποκαταστάθηκε, τελικώς, το 1954.

Το σημερινό συγκρότημα και παλιό ησυχαστήριο των συγγραφέων, όπως φαίνεται από ψηλά.

 

Για να επανέλθουμε στο συγκρότημα, μεταξύ του 1932 και του 1965, κατά τη διάρκεια της παντοδύναμης Σοβιετικής κυριαρχίας, χτίστηκε εκείνο το γραφικό καταφύγιο για την ένωση των συγγραφέων στην πλατιά ακτή της λίμνης Σεβάν, λίγο  έξω από την κοντινή πρωτεύουσα  Γερεβάν της Αρμενίας. Τα δύο κτίρια που αποτελούν το συγκρότημα αυτό, ο ξενώνας (1932-1935) και το σαλόνι (1963-1965), σχεδιάστηκαν με εντυπωσιακά διαφορετική αισθητική, αλλά μοιράζονται περίπου τις ίδιες αρχιτεκτονικές απόψεις. Οι αξιοσημείωτες μορφολογικές επιλογές είναι αποτέλεσμα της στενής σχέσης της Αρμενίας με τη Σοβιετική Ένωση. Ο ξενώνας της Ένωσης Συγγραφέων που σχεδίασαν ο Gevorg Kochar και ο Mikael Mazmanyan, αποτελεί μοντέλο πρώιμων σοβιετικών πρωτοποριακών ιδεωδών, χρησιμοποιώντας αφηρημένες μορφές για να «…αντιπροσωπεύσει τον κοινωνικό ουτοπισμό και να δημιουργήσει μια λειτουργική, προοδευτική ισονομία του χώρου που υποδείκνυε και διευκρίνιζε τα ιδεώδη της επανάστασης…», όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε. Δύο χρόνια μετά την ολοκλήρωση του ξενώνα, δυστυχώς, οι αρχιτέκτονες έπεσαν θύματα του σταλινικού καθεστώτος, συνελήφθησαν και στο τέλος εξορίστηκαν στη Σιβηρία για δεκαπέντε συναπτά  χρόνια. Αποκαταστάθηκαν όμως,  μετά το θάνατο του Στάλιν, και το 1963 ανατέθηκε  εκ νέου στον Kochar  να προσθέσει το μεγάλο σαλόνι και να ανακατασκευάσει τον ξενώνα. Με την ενσωμάτωση καινούργιων ιδεών, υλικών, τεχνολογίας  και  στυλ, το νέο κτίριο συμπλήρωσε  το προηγούμενο και εναρμόνισε το σύνολο με το φυσικό τοπίο, ενσωματώνοντας τη θέα των μεσαιωνικών μοναστικών εκκλησιών της χερσονήσου και εναρμονιζόμενο κατά κάποιο τρόπο με αυτές. Από μια άποψη, το καινούργιο συγκρότημα μπορεί να είναι από πλευράς αρχιτεκτονικής έτσι όπως κρέμεται στην πλαγιά, ένα θαύμα, αλλά φαίνεται μάλλον ως μια δομή αρκετά επιβλητική, αλαζονική και  μάλλον  εκτός τόπου.

Σήμερα δίπλα στο σπίτι των συγγραφέων, ανεγείρονται τελευταία καινούργιες ξενοδοχειακές μονάδες.

 

* * * * *

Εκεί, λοιπόν, τον Ιούλιο του 1930, φιλοξενήθηκε ο Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ και η γυναίκα του. Δεν είχαν παιδιά, έτσι εκείνος καθόταν στο γραφείο του για να δουλέψει και εκείνη έβγαινε από το δωμάτιό τους σιγά-σιγά έξω απασχολώντας τα άλλα παιδιά τριγύρω και οδηγώντας τα με τον τρόπο της λίγο μακρύτερα ώστε να μην ενοχλούν τον ποιητή την ώρα που έγραφε. Τον προηγούμενο ακριβώς χρόνο, είχαν έρθει στην περιοχή και κατέλυσαν, οι μαθηματικοί  Αντρέι Ν. Κολμογκόρωφ (1903-1987) και Πάβελ Σ. Αλεξάντρωφ (1896-1982).  Αποτέλεσμα της παραμονής του Μαντελστάμ εκεί, ήταν και το βιβλίο «Ταξίδι στην Αρμενία», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1933 στο περιοδικό  Ζβεζντά (πέμπτο τεύχος, σελ. 103-125), και στην πραγματικότητα ήταν και το τελευταίο κείμενο που αντίκρυσε τυπωμένο ο συγγραφέας του. Να σημειώσουμε, με την ευκαιρία, ότι τότε το κτίριο βρισκόταν σε νησί, αλλά αργότερα με την αισθητή ελάττωση  του ύψους της λίμνης έγινε αυτόματα χερσόνησος.

Το σημερινό συγκρότημα του αρμενικού μοναστηριού Σεβαναβάνκ, λίγο πιο ψηλά απ’ το σπίτι των συγγραφέων στο λόφο.

 

Γράφει, κάπου στην αρχή του κειμένου ο Μαντελστάμ, «… περισσότερο από το εβδομήντα τοις εκατό του πληθυσμού του νησιού,  αποτελείται από παιδιά. Αυτά τα θηριάκια σκαρφάλωναν πάνω στους τάφους των μοναχών, και πότε βομβάρδιζαν το νερό με κάποιο φιλήσυχο κούτσουρο, εκλαμβάνοντας τις παγωμένες συσπάσεις του στο βυθό για τον σπασμό ενός θαλάσσιου φιδιού, πότε έφερναν από τις υγρές λόχμες αριστοκρατικούς φρύνους και δενδρογαλιές, με τα λεπτοδουλεμένα τους κεφαλάκια, πότε έτρεχαν πέρα δώθε ένα αποτρελαμένο κριάρι, το οποίο με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να καταλάβει ποιον ενοχλεί το φτωχό του σώμα και κουνούσε την αποκτημένη από τον περίπατο στην απλοχωριά παχιά του ουρά…». Για καλή του τύχη, όπως μας εξομολογείται ο Μαντελστάμ, την εποχή εκείνη μαζεύτηκε μια «… ολόκληρη πινακοθήκη ευφυών…», μεταξύ των οποίων ο εθνογράφος της περιοχής Ιβάν Γιάκοβλεβιτς Σαγκατελιάν και  ο Αρμένιος αρχαιολόγος και εθνογράφος Χατσατουριάν ή Ασατούρ Χατσατούροβιτς (1862-1938), ειδικός στην ιστορία του αρχαίου αρμενικού βασιλείου των Ουραρτού. Γεννημένος στη Βαρσοβία στα 1891, ο Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ, γνώρισε τη   γυναίκα του,  Ναντιέζντα Χάζιν,  τον Μάϊο του 1919 και παντρεύτηκαν το 1922. «…Δρόσισε πολύ/Απ’ το ανάγλυφο κοριτσίστικο μέτωπο», έγραφε αργότερα. Η επίσκεψή τους στην Αρμενία και φυσικά στο προαναφερόμενο σπίτι των συγγραφέων, έγινε το έτος 1930. Ένα χρόνο μετά, άρχισε να εργάζεται πάνω στο «Ταξίδι στην Αρμενία», που τυπώθηκε όπως είπαμε αρχικά σε περιοδική έκδοση.  Η παραμονή του ζεύγους εκεί ήταν σίγουρα μια εντυπωσιακή και όμορφη περίοδος, αφού πιο μετά, στο διάστημα 1934-1937, ο ποιητής βρίσκεται  στην εξορία του Βορόνιεζ, συνοδευόμενος εθελοντικά  από τη γυναίκα του.  Στις 27 Δεκεμβρίου του 1938,  τέλος, ο  Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ πεθαίνει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο Βταρόϊ Ριέτσκε. Η Ναντιέζντα Μαντελστάμ (1899-1980), αποτύπωσε όλες τις βιωμένες εμπειρίες, τις αναμνήσεις και τις σκέψεις της, στο ογκώδες και εκτεταμένο βιβλίο της «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ».

Πολλά χρόνια αργότερα, η Άννα Αχμάτοβα (1889-19660, η «αγία και πόρνη», η «Άννα Πασών των Ρωσιών», έγραφε στο ποίημα «Εμείς  οι τέσσερις» αναφερόμενη στον εαυτό της, τη Μαρίνα  Τσβετάγεβα, τον Μπορίς Παστερνάκ και τον Όσιπ Μαντελστάμ, «… Είμαστε όλοι μας μόνο για πολύ μικρό διάστημα επισκέπτες της ζωής, η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο από  συνήθεια»!

Βιβλιογραφία για πληρέστερη μελέτη

  • Αλεξανδρόπουλος Μήτσος: Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα  σμίξουμε πάλι. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Μάρτιος 2008. Αθήνα.
  • Αρμενία. Μικρή χώρα με μεγάλη ιστορία. Παγκόσμια Πολιτιστική Εγκυκλοπαίδεια. Τόμος 12ος (σελίδες 246-291). Τα μνημεία της Ουνέσκο. Εκδόσεις ΔΟΜΗ Α.Ε.  1999. Αθήνα.
  • Μαντελστάμ Εμίλιεβιτς Όσιπ: Ταξίδι στην Αρμενία. Πρόλογος-Μετάφραση-Ερμηνευτικές σημειώσεις: Γιώργος Χαβουτσάς. Εκδόσεις Ίνδικτος. Σεπτέμβριος 2007. Αθήνα.
  • Μάρσντεν Φίλιπ: Αναζητώντας τους Αρμένιους σε Βαλκάνια, Μ. Ανατολή και Καύκασο. Μετάφραση: Οχανές – Σαρκίς Αγαμπατιάν. Εκδόσεις Στοχαστής. 1999. Αθήνα.
  • Μαντελστάμ  Ναντιέζντα: «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ». Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου. Εκδόσεις Μεταίχμιο. 2011. Αθήνα.
  • Χέσνερ Βόλφγκανγκ: Άννα Αχμάτοβα: Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας. Μετάφραση: Ανίτα Συριοπούλου.  Εκδόσεις Μελάνι. 2007. Αθήνα.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here