Γεράσιμος Ρηγάτος: Παγκόσμια Ημέρα κατά της Λέπρας

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

   Έχουμε αναφερθεί και με άλλες ευκαιρίες σ’ ένα αναπτυσσόμενο, σύγχρονο και παγκοσμιοποιημένο εορτολόγιο, τελείως διαφορετικό από τα ως σήμερα γνωστά μας εορτολόγια. Πρόκειται για ημέρες που δίνουν την αφορμή να συζητηθεί ευρύτερα ένα θέμα που υφίσταται, που έχει ενδιαφέρον για τη ζωή και την ευημερία των ανθρώπων αλλά που, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να τους απασχολεί στην καθημερινότητά τους. Η 27η Ιανουαρίου έχει ορισθεί ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Λέπρας. Συζητούμε σχετικά με τον γιατρό και ιατροϊστορικό συγγραφέα Γεράσιμο Ρηγάτο.

Πόσο αρχαίο το νόσημα;

Πανάρχαιο, γνωστό αρχικά στους λαούς της Ανατολής. Αναλυτικά βρίσκουμε για τη λέπρα στο «Λευιτικόν», ένα από τα πέντε βιβλία της Πεντατεύχου (Τορά) που ασχολείται με θέματα της ισραηλινής λατρείας και τα οποία είχαν ανατεθεί στους ιερείς. Τα θέματα αυτά συχνά είχαν στενή σχέση με τα προβλήματα της υγείας, καθώς σχετίζονταν με την έννοια της «καθαρότητας» για την άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων και προνομίων. Στο ειδικό κεφάλαιο του Λευιτικού για τη λέπρα, άνθρωποι με σημάδια στο δέρμα ή ενδείξεις από την αφή του, από το τρίχωμα κλπ. έπρεπε να οδηγηθούν στον Ααρών (ή στους διαδόχους του ιερείς) για διάγνωση. Όταν μετά την παρακολούθηση η διάγνωση επιβεβαιωνόταν και ο άρρωστος κρινόταν «ακάθαρτος», απομονωνόταν σε μέρη όπου δεν θα μπορούσε να μολύνει άλλους, έφερε ειδική αμφίεση κλπ.

Στη δική μας παράδοση;

Αναμφισβήτητα γνωστή νόσος η λέπρα, περιγράφεται σε διάφορα σημεία της ιπποκρατικής συλλογής, κυρίως στα περί «Επιδημιών». Όπως γράφει ο Ιπποκράτης κατά τη νόσηση παχύνεται το δέρμα σε όλο το σώμα, συχνά συνοδεύεται από κνησμό (φαγούρα), αναπτύσσεται χρονίως, παροξύνεται κατά την άνοιξη, δεν είναι (κατά κανόνα) θανατηφόρα κλπ. Παραθέτουμε και άλλη τυπική στην περιγραφή της εικόνα πάσχοντος από λέπρα: «ξυσμώ είχετο παν το σώμα, μάλιστα δε τους όρχιας και το μέτωπον [  ] και το δέρμα παχύ ην καθ’ άπαν το σώμα και οίον περ λέπρη την πρόσοψιν…». Σημειώνουμε δε ότι λέπρα (λέπρη) εκτός από το γνωστό νόσημα δηλώνει κάθε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πολλά λέπια («λεπερός»→λεπρός). Αναφέρεται επίσης και το ρήμα λεπράω, δηλαδή πάσχω από λέπρα. Όπως βεβαίως και σε άλλους αρχαίους λαούς και μεταξύ των Ελλήνων, ό,τι χαρακτηριζόταν ως λέπρα δεν ήταν λέπρα με τη σημερινή βεβαιότητα. Πλήθος διαφόρων δερματοπαθειών συγχεόταν με το μείζον και φοβερό τότε νόσημα, τη λέπρα, ακόμα και αν ήταν κάποτε άλλη δερματοπάθεια.

Άλλοι Έλληνες γιατροί;

Επίσης γνώριζαν το νόσημα ο Ορειβάσιος και ο Αρεταίος και ο Παύλος ο Αιγινήτης και βεβαίως ο κορυφαίος μετά τον Ιπποκράτη, Γαληνός, που γράφει: «λέπρα είναι η μεταβολή του χρώματος στο μη φυσιολογικό με τραχύτητα (του δέρματος), φαγούρα, και πόνους, η οποία μερικές φορές εμφανίζει και απολέπιση, ενώ άλλοτε εξαπλώνεται σε περισσότερα μέρη του σώματος».

Οι επόμενοι αιώνες;

Τα ρωμαϊκά στρατεύματα και οι μετακινήσεις τους από τις χώρες της Ανατολής προς τις χώρες της Δύσης διευκόλυναν τη διασπορά της νόσου. Τα χρόνια του Χριστού στην περιοχή του Ισραήλ – Παλαιστίνης η λέπρα αναφέρεται αρκετές φορές από τους Ευαγγελιστές, γεγονός που σημαίνει συχνή παρουσία της νόσου. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (8,1-4), αναφέρεται η θεραπεία λεπρού που προσέφυγε στον Ιησού και τον οποίο έστειλε στους ιερείς για πιστοποίηση της θεραπείας. Με τον ίδιο ή με πανομοιότυπο τρόπο αναφέρεται η θεραπεία του λεπρού και στο κατά Μάρκον (1,40-45). Όμως αυτός ο δεύτερος λεπρός δεν ακολούθησε τη σύσταση της πιστοποίησης της θεραπείας και, μη μπορώντας να μπει στην πόλη, παρέμενε στην έρημο διακηρύσσοντας το  θαύμα. Ο Λουκάς, που ήταν και γιατρός, περιγράφει δύο φορές θεραπεία λέπρας (5,12-14 και17,11-19). Η πρώτη δεν διαφέρει από τις περιγραφές των άλλων Ευαγγελιστών. Η δεύτερη διαφέρει διότι αναφέρεται σε δέκα λεπρούς που στάθηκαν μακριά του (όπως πρόβλεπαν οι κανονισμοί) και υπέβαλαν την παράκλησή τους κραυγάζοντας δυνατά. Από όλους όμως, μόνο ο ένας επέστρεψε να ευχαριστήσει μετά την πιστοποίηση της θεραπείας από τους ιερείς. Το πλήθος των καταγραφών είναι ενδεικτικό της συχνής παρουσίας του νοσήματος.

Από Μεσαίωνα ως τον 20ο αιώνα;

Οι Μέσοι αιώνες χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σκληρότητα τόσο στους πολέμους όσο και στην καθημερινή ζωή, βεβαίως και προς τους αδύναμους: αιχμλώτους, φυλακισμένους, ψυχοπαθείς, λεπρούς. Οι τελευταίοι, σε όλο τον κόσμο και στην Ευρώπη, ζούσαν σε απομόνωση, σε έσχατη ένδεια, με υποτιμητική αντίληψη. Κρόταλα, ειδική ενδυμασία, κέρατα (πνευστά) ήταν υποχρεωτικό να ηχούν αν αντιλαμβάνονταν ότι κάποιοι πλησίαζαν προς την περιοχή τους. Το φαγητό τους αφηνόταν σε παλαιά δοχεία ή σκεύη σε ορισμένα σημεία χωρίς οποιαδήποτε επαφή μεταξύ υγιών και ασθενών. Υπήρχαν ακόμη ειδικοί «νοσηλευτικοί» χώροι, συχνά αυτοσχέδιοι, αποκλεισμένες γειτονιές πόλεων, μεμονωμένα σπίτια σε αγρούς, κάποτε και με την οργάνωση αποικίας όπως η Σπιναλόγκα στην Κρήτη, που δημιουργήθηκε από τον Αρμοστή Πρίγκιπα Γεώργιο το 1904.

Και οι αλλαγές;

Η πρώτη ποιοτική αλλαγή έγινε το 1879 όταν ο Νορβηγός Γ.Α. Χάνσεν (1841-1912) ανακάλυψε τον βάκιλο που προκαλούσε τη νόσο. Το πρώτο μεγάλο βήμα για την αντιμετώπιση γίνεται το 1948 με παγκόσμιο συνέδριο στην Αβάνα, όπου ταξινομούνται οι εκδηλώσεις της νόσου, τα ιστολογικά, τα μικροβιολογικά και τα διαγνωστικά κριτήρια. Ποιοτικό βήμα ήταν και η αλλαγή της βαριά φορτισμένης κοινωνικά λέξης λεπρός από τη λέξη χανσενικός. Το 1941 κυκλοφορούν σουλφοναμίδες με πλήρως θεραπευτική δράση (φαινυλοσουλφόνη, σουλφαπυριδαζίνη). Στα καθ’ ημάς το λεπροκομείο της Χίου κλείνει το 1957 και η αποικία της Σπιναλόγκας το 1958. Τελευταίο από όλα έφυγε – αν έφυγε τελείως – η κοινωνική προκατάληψη για τη νόσο και τους ασθενείς της. Σε κάτι τέτοιο άλλωστε πρέπει να αποβλέπουν και αυτές οι «νεοπαγείς» Παγκόσμιες ημέρες.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here