Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Προχτές, απογευματινή ώρα, δρομολογώντας ένα ακόμα σιγύρισμα και ξεσκόνισμα στη βιβλιοθήκη μου, έπεσα πάνω στα τρίτομα Άπαντα του Τίτου Πατρίκιου από τον «Κέδρο» και κάποιες άλλες μικρότερες ξεχασμένες συλλογές του ποιητή   και ξανάπιασα να διαβάζω αποσπασματικά  ορισμένα κείμενα του χαμένου στο χρόνο «Χωματόδρομου». Με είχαν συνοδέψει θυμάμαι για πολύ καιρό, και σε άτακτα χρονικά διαστήματα για χρόνια, πολλά χρόνια πριν, σε ατέλειωτες μέρες, νύχτες, σε διάφορα νοσοκομεία και μέρη, εδώ κι’ εκεί, ποιος τα θυμάται πια και γιατί άλλωστε, αν δεν συντρέχει κάποιος σημαντικός και ιδιαίτερος λόγος. Έτσι είναι! Γιατί ξαναγυρίζουμε σ’ αυτή την έρμη ποίηση όταν ζητάμε δύναμη, ένα σπρώξιμο να πάμε λίγο  παραπέρα από εκεί που είμαστε. Σαν σε παλιά αγαπημένη απ’ την οποία δεν ζητάμε τίποτα παραπάνω παρά τη γνώμη της αγόγγυστα σε κάτι που μας πονάει χωρίς καμιά υποχρέωση από μέρους μας. Ξαναγύρισα λοιπόν πάλι πίσω σε μέρη ξένα μα τόσο γνωστά με τις πρώτες συλλογές του ποιητή, αλλά εμένα ολοένα και περισσότερο με γδέρνει στο νου ο τίτλος της συλλογής, ο χωματόδρομος και μου φέρνει στο νου χωμάτινους καλοκαιριάτικους δρόμους στην ιδιαίτερη  πατρίδα μου, τα Τρίκαλα, την οποία εγκατέλειψα, οριστικά, πολλές δεκαετίες πριν.

Παιδικά χρόνια και εφηβικά, καλοκαιρινές ζέστες, μισολειωμένη από την αφόρητη ζέστη  άσφαλτο στους δρόμους όπου υπήρχε βέβαια, αδιάβαστες, ατάλαντες και ασυντόνιστες, μεταξύ τους, χορωδίες τζιτζικιών να πλημυρίζουν το ανίκανο αεράκι,  αγροτικά κάρα, αδιάφορα καρπούζια στις γειτονιές, υπέροχα μαύρα σταφύλια, σκόνη ατέλειωτη που προσπαθούσαν να καλμάρουν εκείνες οι παλιές υδροφόρες του Δήμου, καταβρέχοντας πρωί και βράδυ τους έρημους δρόμους, σκόνη ανακατεμένη με βραδυνές εξορμήσεις με τους συμμαθητές και τα πολύτιμα ποδήλατα από τη γειτονιά  προς την Καλαμπάκα, την Πύλη, το Ριζαριό, τα Μεγάλα Καλύβια, ή δεν ξέρω που αλλού, έτσι απρογραμμάτιστα και χωρίς σκοπό. Σίγουρα η νοσταλγία τροποποιεί τα πράγματα στη μνήμη μας, τα αλλάζει, τους δίνει άλλο χρώμα φιλτραρισμένο μέσα από περίεργα και πολύπλοκα πρίσματα, αλλά τελευταία όλο και πιο πολύ συλλαμβάνω τον εαυτό μου να μην ικανοποιείται απ’ τις καλοκαιρινές εξορμήσεις σε νησιά, παραλίες και ήρεμα καλοκαιρινά μέρη. Φαίνεται σαν να μη μου αρέσουν καλοκαιριάτικα τα Μουσεία στη Μπρυζ, βρίσκοντάς τα ανούσια, άτεχνα στο περιεχόμενό τους, ούτε οι καφετέριες και τα μπαρ στη  Γάνδη, ούτε οι χωρίς προειδοποίηση νεροποντές στις Βρυξέλες. Δεν με ικανοποιεί πια ούτε η Αλσατία, το Στρασβούργο κι’ ο επιβλητικός καθεδρικός του ναός  στη μέση της παλιάς πόλης. Βρίσκω τον καφέ στα Ιλίσια Πεδία  βαρετό με καμιά διάθεση χαλάρωσης παρά την εκκεντρική  διαφήμιση  της εταιρείας Louis Vuitton στο απέναντι πεζοδρόμιο και την ησυχία του Παριζιάνικου πρωινού. Και μέσα σ’ όλα αυτά, βλέπω τα τελευταία χρόνια πως κάθε λίγο και λιγάκι μας αποχαιρετούν και οι ποιητές της αντίστασης, εκείνοι που  μετουσίωσαν, μετέτρεψαν τις προσωπικές τους πληγές, τις χαμένες προσδοκίες της γενιάς τους, των συνοδοιπόρων τους, των συναγωνιστών τους, σε ποίηση. Και απομένουν πίσω, σε μάς, απελπιστικά λίγοι αριθμητικά, που πλέον τους χαρακτηρίζει περισσότερο η σιωπή, παρά η λογοτεχνική παραγωγή, αναμένοντας το μοιραίο!

Τώρα ξέρω λοιπόν !

Μάλλον ξεκαθαρίζουν μέσα μου μερικά πράγματα!

Όταν με το καλό, όπου νάναι,  σταματήσω τη σημερινή ενασχόλησή μου στα νοσοκομεία, ξέρω ότι με περιμένει ένας ξεχωριστός «χωματόδρομος», με κουρνιαχτό μπόλικο κάπου μακριά από δω, πραγματικός ή φανταστικός δεν έχει σημασία, ίσως, να αναποδογυρίσει  παλιές  μνήμες, πορείες  χωρίς πυξίδα, πολύχρονες  επιθυμίες, ανεκπλήρωτα  όνειρα, μέλλον χωρίς πρόγραμμα  και σχέδια,  να ανακατέψει την πραγματικότητα με τη φαντασία, την επιθυμία με το ανεκπλήρωτο, έτσι που στο τέλος να μην  ξέρεις αν αυτό που ήθελες κάποτε είναι αυτό που θέλεις σήμερα, αφού δεν θα  μπορείς να σκεφτείς, να δεις μπροστά σου ξεκάθαρα  απ’ την αφόρητη ζέστη, τον  καυτό λίβα και τη σκόνη που ξεσηκώθηκε αίφνης μπροστά στα υποψιασμένα μάτια σου!

Τώρα, ξέρεις! Μερικές φορές μπορεί να φύγεις, πραγματικά, μόνος!

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here