Φρένο των θεσμών στις μειώσεις φόρων

Μπλόκο στα σχέδια για μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος στήνουν οι θεσμοί, τινάζοντας στον αέρα τις ελπίδες να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος για την επιπλέον μείωση φόρων και εισφορών. Οι θεσμοί διαμηνύουν ότι η ελληνική οικονομία έχει ακόμη δρόμο να διανύσει μέχρι να είναι σίγουροι ότι «βγήκε στο ξέφωτο».

Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει ζωντανό το αίτημα για μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος πριν από το 2022, οι δανειστές μοιάζουν αποφασισμένοι να μην αφήσουν να ολοκληρωθεί αυτή η συζήτηση. Παράγοντες με άμεση γνώση των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων αναφέρουν ότι η κυβερνητική επιμονή στην Αθήνα να διατηρηθεί ανοιχτό το αίτημα για μείωση του στόχου προκαλεί ιδιαίτερη ένταση στους δανειστές. Πρόθεση της Κομισιόν είναι αυτές οι εντάσεις να μη γίνονται δημόσια γνωστές, καθώς οι θεσμοί δεν θέλουν να δημιουργήσουν μια ακόμη πηγή ανησυχίας εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων, μεγάλων αλλαγών που θα φέρει το Brexit και της προεδρίας του απρόβλεπτου παράγοντα Ντόναλντ Τραμπ. Γι’ αυτό τον λόγο προσπαθούν να μην επικρατεί η αίσθηση ότι υπάρχει κλίμα έντασης στο μέτωπο των δημόσιων οικονομικών, είτε στην Ελλάδα είτε σε άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Η άρνηση αυτή βάζει φρένο στο σχέδιο μείωσης φόρων καθώς μοιάζει αδύνατο να βρεθούν τουλάχιστον 3 δισ. ευρώ, όπως υπολογίζονται οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Στη λίστα με τους προς κατάργηση φόρους, η οποία όμως κινδυνεύει να παγώσει λόγω της εμμονής των θεσμών, περιλαμβάνονται η κατάργηση ή τουλάχιστον η σταδιακή μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης το 2021, η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος κ.ά.

Για να εφαρμοστούν οι μειώσεις πρέπει να βρεθεί ο αντίστοιχος δημοσιονομικός χώρος με την κυβέρνηση να έχει ποντάρει πολλά στη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά και στον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης. Για το πρώτο οι θεσμοί δεν φαίνονται διατεθειμένοι να προχωρήσουν. Για τον ρυθμό ανάπτυξης τόσο η πορεία της οικονομίας όσο και οι γεωπολιτικές εντάσεις δείχνουν ότι η επίτευξη του στόχου αποτελεί δύσκολο στοίχημα.

Σε κίνδυνο θα μπορούσαν να μπουν ακόμη και οι μειώσεις φόρων οι οποίες δεν προκαλούν αλλαγές στην εκτέλεση του προϋπολογισμού. Για παράδειγμα η σχεδιαζόμενη μείωση του ΕΝΦΙΑ θα χρηματοδοτηθεί από την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών τιμών, ενώ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα γίνει αντί της μείωσης του φόρου στις επιχειρήσεις. Ωστόσο, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με το αν ο στόχος του υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος μπορεί να επιτευχθεί σε περίπτωση που προχωρήσουν ακόμη και αυτές οι δημοσιονομικά ουδέτερες μειώσεις φόρων.

Οι πρώτες ενδείξεις αναφορικά με την τύχη του ελληνικού αιτήματος θα καταγραφούν στην κατάθεση του μεσοπρόθεσμου τον Απρίλιο ή τον Μάιο. Όμως οι θεσμοί έχουν ξεκινήσει το παιχνίδι των αναβολών, μεταθέτοντας χρονικά την επίσημη συζήτηση. Είναι ενδεικτικό ότι το οικονομικό επιτελείο καλλιεργούσε προσδοκίες ότι η συζήτηση θα μπορούσε να ξεκινήσει περί τα τέλη του 2019. Όμως όχι μόνο δεν ξεκίνησαν επίσημα οι συζητήσεις, αλλά οι θεσμοί εκτιμούν ότι τέτοια συζήτηση θα μπορούσε να ξεκινήσει στα τέλη της άνοιξης με αρχές καλοκαιριού.

Με την πρακτική των καθυστερήσεων είναι προφανές ότι επιχειρούν να ματαιώσουν τις ελληνικές προσδοκίες καθιστώντας χρονικά αδύνατο να καταγραφεί η όποια συμφωνία για τον προϋπολογισμό του 2021. Αιτία είναι οι ισχυρές αντιδράσεις που υπάρχουν ακόμη από τους «σκληρούς» της ευρωζώνης αναφορικά με τη χαλάρωση κάποιων από τις πολιτικές σκληρής λιτότητας, όπως είναι η επιβολή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ζητούμενο η εξυπηρέτηση του χρέους

Αξιωματούχοι της Κομισιόν εκτιμούν ότι ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία σε επίπεδο θεσμών και ελληνικής κυβέρνησης, αυτή δεν θα περάσει από τα κοινοβούλια κάποιων χωρών. Οι ίδιοι παράγοντες αναφέρουν ότι οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών δεν εμπιστεύονται ακόμη την ελληνική οικονομία, με αποτέλεσμα να μη θέλουν να βάλουν σε κίνδυνο την ομαλή πληρωμή των δόσεων των δανείων, έστω και αν η ελληνική οικονομία αδυνατεί να συνεχίσει να παράγει υψηλά πλεονάσματα. Σε αυτήν τη λογική οι θεσμοί προτάσσουν ως λύση τη δημιουργία ενός μηχανισμού διαχείρισης των υπερπλεονασμάτων τα οποία η ελληνική οικονομία θα πρέπει να συνεχίσει να παράγει εάν θέλει να ξεφύγει από τη σκληρή δημοσιονομική λιτότητα.

Με αυτό τον μηχανισμό θα δοθεί η δυνατότητα να υπάρχει μεγαλύτερη χρονική ευελιξία σχετικά με τη χρήση των υπερπλεονασμάτων, δηλαδή να χρησιμοποιούνται και την επόμενη χρονιά από αυτήν που δημιουργήθηκαν, χωρίς όμως να διορθώνεται ο παραλογισμός των υψηλών στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος. Με αυτό τον τρόπο όμως η ελληνική οικονομία θα είναι αναγκασμένη να συνεχίσει να πετυχαίνει υπερπλεονάσματα ώστε να μπορεί να εφαρμόζει μειώσεις φόρου. Με λίγα λόγια, ο θησαυρός κινδυνεύει να αποδειχθεί άνθρακες.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here