Free State of Jones: Φυλετικές διακρίσεις, αμερικανικός εμφύλιος σε αντιπολεμική ταινία

 

 

Σκηνοθεσία: Gary Ross

Ηθοποιοί: Matthew McConaughey, Gugu Mbatha-Raw, Mahershala Ali

 

Φυλετικές διακρίσεις, νόμος του ισχυρότερου και Αμερικανικός εμφύλιος περιπλέκονται στο αντιπολεμικό δράμα του Γκάρι Ρος που, παρότι δεν είναι τόσο διεγερτικό όσο θα περίμενε κανείς, κερδίζει τελικά τις εντυπώσεις εξ αιτίας της σημαντικής πραγματικής ιστορίας του, και κυρίως του πρωταγωνιστή του

THE FREE STATE OF JONES

Το άστρο του Μάθιου Μακόναχι ξεκίνησε να λάμπει όταν ο ίδιος αποφάσισε να αφήσει κατά μέρος το φως και να περιπλανηθεί ερμηνευτικά στο σκοτάδι. Η απελευθέρωσή του από το καλογυμνασμένο sex symbol και η οδυνηρή διαπίστωση της ματαιοδοξίας της εξωτερικής εμφάνισης σε έναν κατασκευασμένο και επιφανειακό φιλμικό κόσμο, τον οδήγησαν στο στάδιο της κινηματογραφικής ωριμότητας και εν τέλη της ουσιαστικής επιτυχίας. Σχεδόν όλες οι τελευταίες ταινίες του (παρότι οι επικριτές του τον κατηγορούν για μανιερισμό) διέπονται από τη σοβαρότητα της περφόρμανς, την πίστη προς το εγχείρημα και τη συνειδητοποίηση του μεγέθους του κεντρικού ρόλου που ο Τεξανός ηθοποιός καλείται να ενσαρκώσει. Το συγκεκριμένο φιλμ μοιάζει να γνωρίζει πολύ καλά το ειδικό βάρος πρωταγωνιστή του, αφού ουσιαστικά του δίνει την άδεια να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Συνδυάζοντας βαριά, γήινη προφορά και ρίχνοντας τον τόνο της φωνής του όσο πιο βαθιά γίνεται, ο Μακόναχι αποδέχεται το γεγονός ότι αυτή η αντιπολεμική ταινία γύρω από την ταραγμένη ιστορία της Αμερικής, από τα χρόνια του εμφυλίου έως τις πρώτες απόπειρες αναγνώρισης των φυλετικών δικαιωμάτων των μαύρων στο Νότο, προορίζεται ουσιαστικά για παράσταση για ένα ρόλο.

Ο δημιουργός των πρώτων ‘Παιχνιδιών Πείνας’ και του πανέξυπνου ‘Pleasantvile’ Γκάρι Ρος, σκηνοθετεί περισσότερο με πείσμα παρά με ενθουσιασμό την πραγματική ιστορία του Νιούτον Νάιτ, ενός νότιου αγρότη, λιποτάκτη από το πεδίο της μάχης που γυρίζει πίσω στην κομητεία Τζόουνς του Μισισιπή, οργανώνοντας σταδιακά έναν μικρό στρατό αντιφρονούντων ο οποίος τελικά φτάνει να πολεμά κατά της Συνομοσπονδίας. Παρότι ο ίδιος ο Νάιτ θεωρείται ιστορικά μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, η ταινία του Ρος δεν αφήνει καμιά αμφιβολία, εξυψώνοντας τον μοναδισμό του ήρωα και αποτυπώνοντάς τον ως έναν ακούραστο πολεμιστή στο πλευρό της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το επίσης ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο θρύλος γύρω από την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή μοιάζει να γεννιέται χωρίς ουσιαστικά ένα προκαθορισμένο σχέδιο, ούτε κάποιον ανώτερο σκοπό, προσδίδοντας έτσι αληθοφάνεια στο κινηματογραφικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, προσπαθώντας να συμπτύξει μια προσωπική ιστορία με τα γεγονότα ενός ολόκληρου έθνους, το φιλμ χάνει λίγο την ορμή του, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό, εμπλέκοντας μαζί με ένα ρομάντζο που σιγοκαίει (αυτό μεταξύ του ήδη παντρεμένου Νάιτ και της μαύρης σκλάβας Ρέιτσελ) τις πρώτες παράτολμες πολίτικες δραστηριότητες αυτών που μέχρι τότε ονομάζοντας νέγροι και τελείως υποτιμητικά “boys”.

freestateposter

Αφοσιωμένο στον ιερό αγώνα των καταπιεσμένων και όχι σε έναν πόλεμο που δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα, το σενάριο μοιάζει να αφήνει πίσω του τις όποιες σκιές και ηθικές αμφιβολίες, καταλήγοντας όμως περιστασιακά να πνίγεται στους εμπνευσμένους (κρυπτο-μαρξιστικούς) μονολόγους του βασικού χαρακτήρα, ο οποίος ενώνοντας την εργατική τάξη της περιοχής του ενσταλάζει πρώιμες φιλελεύθερες ιδέες αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης και κυρίως ισότητας. Οι αληθινές ιστορικές λεπτομέρειες μάλλον μένουν στην άκρη αφού η ταινία εκφράζεται πρωτίστως μέσα από εξαντλητικά κοντινά πλάνα, κεντραρισμένα στα μονίμως υγρά μάτια του πρωταγωνιστή της. Δεν λείπουν βέβαια και εικόνες εξαιρετικής ομορφιάς αλλά και οδύνης, με σημαντικότερη ίσως τη σκηνή των γυναικών που με τις καρέκλες στα χέρια ξεκρεμούν απαγχονισμένους “προδότες” από τεράστια δέντρα. Τα επιμελή και λεπτομερέστατα σκηνικά (όπως και κουστούμια) αναβλύζουν αμερικάνικο Νότο, με το συμβολικό πέρασμα των επαναστατών από τα ρηχά νερά του βάλτου να αναπαριστά την αργή και δύσκολη μετάβαση προς τη γη της κοινωνικής επαγγελίας. Προβληματικά εντούτοις παρουσιάζονται τα παράξενα flash forward ογδόντα πέντε περίπου χρόνων μετά τα γεγονότα, έχοντας ως θεματική κυρίως σύνδεση την επιμονή και πίστη σε καθετί που μοιάζει ακατόρθωτο.

Παρά την αρκετά ασφαλή κινηματογράφηση, την τετριμμένη σε στιγμές αφήγηση και την ξεκάθαρη και έκδηλη θέση του (κάτι μεταξύ ’12 Χρόνια Σκλάβος’ και Ρομπέν των Δασών) το φιλμ παραμένει μια ενδιαφέρουσα και πολύ σημαντική ιστορία γύρω από έναν άνθρωπο που μάλλον άξιζε να ζει σε έναν κόσμο πολύ καλύτερο από αυτόν στον οποίο έζησε. Ο μακροσκελής συλλογισμός του σκηνοθέτη αργεί, αλλά τελικά ολοκληρώνεται με έξυπνες και διακριτικές αναφορές στο σήμερα, στέλνοντας τελικά ένα μήνυμα ότι παρότι  κάποιοι δεν παραιτούνται -ακόμη κι όταν εν μέρη πέτυχαν αυτο που ήθελαν- οι πληγές που χαράσσονται τόσο βαθιά και διαχρονικά μένουν ακόμη ανοιχτές, ίσως και να μην κλείσουν ποτέ. Άλλωστε, όπως προδίδει και η μάταιη και κουρασμένη ματιά του κεντρικού ήρωα, δεν έχει τελικά και τόση σημασία εάν σε έναν τέτοιο πόλεμο, πέθανες με τιμή ή απλά πέθανες.

 

3/5 αστέρια

Πάνος Αχτσιόγλου

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here