Φωτεινή Στεφανίδη: «Βραχνό τζιτζίκι του Οκτώβρη»

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Μεσ’ στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
Θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
Στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω
Είσαι νοτιάς κι εγώ πουλί χαμένο (…)»
Αρλέτα

«Η άμμος λάμπει. Ένας ένας οι κόκκοι της λάμπουν. Κι ο ουρανός. Τα τριαντάφυλλα βαστούν ακόμη. Τα κυκλάμινα στην τρέλα τους. Τ’ αγριοράδικα. Οι ασπράγγελοι. Οι κρόκοι. Η γαζία, το γιασεμί, το νυχτολούλουδο. Ο Νοτιάς και ο Βοριάς. Η βροχή και η θάλασσα. Και κοχύλια, πόσα κοχύλια, και πόσα θαλασσόξυλα. Όλα καλοπλυμένα, αφημένα, ήσυχα πια. Και ο Άη Δημήτρης με το νέο κρασί. Αυτό που γλυκοζαλίζει. Όλα αυτά κι άλλα κι άλλα, κυδώνια, κάστανα, καρύδια, μπάνια τελευταία και βραχνιασμένα τζιτζίκια πριν τη μπόρα και ήλιοι και αποχαιρετισμοί». Δυο λόγια με τη Φωτεινή ανοίγοντας το «Χωρίς σκιά» της στην γαλαζωπή σκιά του Οκτώβρη.

Χωρίς σκιά;

Ξαφνικά, οι σκιές παίρνουν φως και χρώμα. Γίνονται ουρανοί και θάλασσες. Σαν ο Οκτώβρης να τα ενώνει όλα πριν μπει ο χειμώνας. Ακόμη και τα όνειρα και τις επιθυμίες.

Εικονογράφηση με θαλασσόξυλα;

Ούτε θυμάμαι πώς. Το γιατί μου έρχεται τώρα· Η απώλεια, η μνήμη στεγνή, μα και λεία από χάδι θάλασσας και αγάπη. Και ζεστή σαν τον ήλιο που κρύβεται στο ποτήρι του κρασιού. Κι ακόμη στο κοχύλι το στεγνωμένο όλο το καλοκαίρι. Σαν Οκτώβρης κι αυτή, και Οκτώβρη έγινε.

Το χρώμα του Οκτώβρη;

Λαμπρό κόκκινο. Απ’ όπου κι αν το δεις, ό,τι και να μας δίνει, μέσα στην καρδιά του έχει το ερυθρότερο. Τι κι αν είναι σύκο ξερό, κρασί οποιουδήποτε χρώματος, κάστανο, πρώτο τζάκι, αποχαιρετισμός, φως, φύλλο ξερό, τριαντάφυλλο -λουλούδι και καρπός-, ρόδι, αγάπη. Κόκκινη και η θήκη που φύλαξε τον αποχαιρετισμό που κρύβει μέσα του το «Χωρίς σκιά». Και αποφασίστηκε αυθόρμητα το χρώμα.

Και τι μας φέρνει;

Το μικρό του καλοκαίρι με φως λατρεμένου φθινοπώρου, λαμπρό. Μαζί με νερό σε όλες τις μορφές, με άνεμο που μέσα του ανθίζει το χρυσάνθεμο, με μια σημαία γαλανή κάπως ξεθωριασμένη, με το τελευταίο σύκο μαζί και το χλωρό καρύδι, με το τελευταίο τζιτζίκι βραχνιασμένο πριν τη μπόρα και με δυο παιδιά που η ιστορία τους στο κόκκινο κουτί πετάει όπως κι αυτά όμορφη και ελεύθερη και γλυκαίνει και παρηγορεί και διώχνει τις σκιές.

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Τα θαλασσόξυλα! Λες και η αρμύρα, αντί να τα βαρύνει, τους έδωσε φτερά! Λες και τα πότισε η θάλασσα ευλογημένη κίνηση! Λες και ο φλοίσβος και το κόκκινο του Οκτώβρη αντικατέστησαν πινέλα και τέμπερες!… Αυτή η συλλογή – τίνος να είναι άραγε; – χάρισε όνομα σ’ ένα ζευγάρι ταξιδευτές…

  2. Κόκκινος. Ναι. Μα εγώ έφερα από την Πελοπόννησο ένα κλαδί ελιάς ολόλευκο από τα χάδια και τα καλοπιάσματα της θάλασσας, ένα γλυπτό της φύσης θεσπέσιο και το έχω δίπλα μου. Αναπαυόταν στην άμμο και απόκοντα οι γλάροι το προσκυνούσαν. Θα βρεθεί άλλο γι’ αυτούς. Τώρα το κύμα το έστειλε σ’ εμένα.
    Οκτώβρης κόκκινος, ναι. Σαν τις επαναστάσεις. Σαν και τα αισθήματα. Σαν τα φύλλα που αλλάζουν δέρμα. Και σαν τις ρουμπινί ρόγες του ροδιού.
    Γλυκιά μου να ζήσεις και να χαρείς πολλούς μήνες σαν αυτόν. Να μας τους ζωγραφίζεις με λέξεις και πινέλα.
    «Βαθιά-βαθιά ο αστείος περίπατος του σπάρου
    Ψηλά-ψηλά της εκκλησίτσας το καπέλο
    Και πέρα-πέρα ένα βαπόρι με φουγάρα κόκκινα»
    Οδυσσέας Ελύτης «Ήλιος ο Πρώτος»

    Καλό μήνα, Φωτεινούλα μου, καλό μήνα Γιώργο, καλό μήνα φίλοι μου όλοι

    • Καλό μήνα με όλη την αγάπη που γνωρίζεις, κι άλλη ακόμη. Τι ομορφιές, το κλαδί της ελιάς -θα περάσω να το δω-, τα κόκκινα λόγια, το ωραίο ποίημα – σαν ζωγραφιά! Χίλια φιλιά, Ελένη μου!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here