Φωτεινή Στεφανίδη: «Μάρτης της Άνοιξης, της Πατρίδας, του Θεόφιλου»

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά, δυο πετροχελιδόνια…»
Πυθαγόρας (Παπασταματίου)

«Ἀσπρο μαζί με κόκκινο στην αρχή του ο Μάρτης, άσπρο μαζί με γαλανό προς το τέλος του. Ήλιος και πατρίδα. Διπλή κλωστή στο χέρι και σημαία. Πότε κλαίει πότε γελάει, ο πεντάγνωμος. Και χαϊδεύεται και γδέρνει. Δική του η αρχαία πρωτοχρονιά, δικό του και το καλωσόρισμα της άνοιξης στην πρωτομηνιά του, και ακόμη πιο επίσημα, στην ισημερία του. Ο μήνας της απέραντης μαργαρίτας, της πρώτης παπαρούνας, της βρούβας και της αμέτρητης καλέντουλας, του άφταστου κεντήματος του ανθού της καυκαλήθρας και της ρόκας, του μικρούλη ανθού της βερονίκης που με τα μπλε του στιγματάκια μάς κάνει να πλησιάζουμε το βλέμμα πολύ κοντά στη γη. Κάπου εκεί, στα φρέσκα, τα ποτισμένα από τα «δυο νερά» ανθοβολήματα του Μάρτη, συναντάμε τον ζωγραφιστή Θεόφιλο, ντυμένο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, να τον ακολουθεί η πιτσιρικαρία στο χωριό Αγία Μαρίνα της Λέσβου, κι ανάμεσα στα παιδάκια αυτά, ένα αγόρι: ο Μαρίνος Βόμβας. Σπουδαία η μαρτυρία, ανεκτίμητη η γνωριμιά, συνεχής η επικοινωνία μας από τότε». Ανοίγουμε με τη Φωτεινή «Τον ζωγραφιστή Θεόφιλο στην Αγία Μαρίνα της Λέσβου», με τους ανθούς του Μάρτη, πραγματικούς και ζωγραφιστούς.

Γιατί Θεόφιλος τον Μάρτη;
Είναι γνωστό πια ότι δεν θα είχαμε τα υπέροχα κίτρινα στις ζωγραφιές του τις καμωμένες επάνω σε ό,τι υλικό εύρισκε –σανίδια, καραβόπανα, χαρτόνια, τσίγκους και ασβεστωμένους τοίχους το πιο πολύ– αν δεν βαφόταν πρώτα το γουδί από αγκαλιές τις μαργαρίτες. Και όχι μόνο κίτρινα, και όχι μόνο από αυτές· κάθε λουλουδάκι και καρπός έδινε το δικό του χρώμα. Πολλές φορές χρησιμοποιούσε τον χυμό τους ατόφιο. Άλλοτε άφηνε τα λουλουδικά του να ξεραθούν και τα έτριβε σε σκόνες. Μεταχειριζόταν και χώματα λογιών λογιών. Και τι παράξενο, από την παιδική ηλικία, μην έχοντας ιδέα για όλα αυτά, πάσχιζα με παπαρούνες και χαμομήλι να ζωγραφίσω ενώ είχα χρώματα. Κι έτσι, τιμώντας, τα λίγα σχέδια της έκδοσης δουλεύτηκαν με τον οικείο τρόπο του κι μ’ ένα χώμα στο χρώμα του ροδάκινου που είχα μαζέψει όταν μου δόθηκε με άλλες 4-5 αποχρώσεις στο νησί της Μήλου.

Ο κ. Μαρίνος Βόμβας;
Τ’ αγοράκι της ακολουθίας τού τότε, περιπλανώμενος σαν τον Θεόφιλο μέχρι σήμερα. Ανελλιπώς επικοινωνούμε κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Για πολλά χρόνια από το Λεοντάρι της Πελοποννήσου, που και που απ’ την Αθήνα, και τελευταία από την Κρήτη. Η μεγάλη του καρδιά ωστόσο, πάντα μιλάει από την Αγία Μαρίνα της Λέσβου, το χωριό του, από εκεί και το μικρό του όνομα. Η γραφή του με ωραία γλώσσα, καλοσύνη και πράγματα για τον Θεόφιλο που δεν θα τα διαβάζαμε πουθενά αλλού.

Για το ντύσιμο και τον «στρατό» του;
«Ένας ένας μαζευόμαστε στην αυλή του σπιτιού των Δουκέλληδων μ’ ό,τι «όπλο» ήταν ικανός να σηκώσει ο καθένας. Ο Μαρίνος Δουκέλλης κρατούσε μια σπασμένη τέμπλα, το μακρύ ξύλο των ραβδιστάδων της ελιάς, ο Παναγιώτης ο Ορφανός κι άλλοι από τα μεγαλύτερα παιδιά διάφορα ξύλινα μακρινάρια. Τελευταίος εγώ με μια φαγωμένη από τ’ ασβεστώματα σκούπα που την κρατούσα ανάστροφα, με το λειψό της χόρτο κατά πάνω.
Όταν παραταχτήκαμε πια για την εκκίνηση, ο Θεόφιλος, μ’ ένα ύφος στρατηγού, διατάζει το «Εμπρός, μαρς!» κι αρχίζει πρώτος, χτυπώντας το αριστερό του πόδι στο καλντερίμι, να δίνει το ρυθμό της περπατησιάς μας. Φορούσε στο κεφάλι τη χάρτινη περικεφαλαία (σ.: που έγραφε από τη μία πλευρά «Κωνσταντίνος» και από την άλλη «Παλαιολόγος») και στο αριστερό του χέρι κρατούσε το χοντροκάμωτο ραβδί που τον ακολουθούσε πάντα στις οδοιπορίες του.»

Για τον ύπνο του;
«Η μητέρα τού παραχώρησε μια διπλόφαρδη κουρελού, που ο Θεόφιλος τη χρησιμοποίησε για να ξαπλώνει πάνω στη μισή και με το υπόλοιπό της να σκεπάζεται. Μ’ ένα μικρό της μέρος κουκούλωνε ένα κομμάτι από κορμό ελιάς που το ‘βαζε για μαξιλάρι».

Για την τεχνική του;
«Ο Θεόφιλος ανακάτευε τις μπογιές που είχε ετοιμάσει από χτες, κι όταν πέτυχε να φτιάξει ένα πράσινο ανοιχτό, άρχισε να χρωματίζει με το πιο δασωτό του πινέλο το κάτω μέρος του μουσαμά που είχε ακουμπισμένον πάνω σ’ ένα πεζούλι της αυλής».
(…)
«Σαν έφτασε η παρέα μας στη ρίζα του δέντρου (σ.: καρυδιά με άγουρο καρπό), ο Θεόφιλος, αίλουρος ασυγκράτητος που πάει ν’ αρπάξει το θύμα του μην του ξεφύγει, είχε ανέβει στο ψηλόκλωνο δέντρο και ξεδιάλεγε τους πιο γερούς και τους πιο πράσινους καρπούς του. Μάζεψε μέσα στο αναδιπλωμένο μπροστινό τής φουστανέλας του μπόλικο καρπό κι αθόρυβα, γλιστρώντας σχεδόν απ’ το ισιόκορμο μεγαλοδέντρι, πάτησε ξανά στη γη. (…) Καθισμένος σε μια πεζούλα της αυλής μας, με το ασήκωτο μαρμαρένιο γουδί μπροστά του, ο Θεόφιλος πάσχιζε να κάνει τα καρυδότσουφλα αλοιφή για να φτιάξει τη μαυροπράσινη μπογιά για το φόντο του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας.»


«Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα! Κάθε φορά που επιχειρούσε να φτιάξει τη λατρευτή τους εικόνα, ο Θεόφιλος θα πρόσθετε σ’ αυτήν κι ένα ακόμη απ’ τα καλύτερα φύλλα της καρδιάς του. Η Αρετούσα ντυμένη στα ροζ κι ο Ερωτόκριτος στα γαλάζια, με τα σταχτιά και τις ώχρες που έντυναν τους τοίχους των μεγαλόπρεπων σπιτιών στο βάθος, και το γνωστό παγώνι με τ’ ανοιχτοπράσινα φτερά…»

Για τον τρόπο του που ζωγράφιζε;
«Ο Θεόφιλος όλες τις μέρες που καταγινόταν με τα ζωγραφίσματά του ήταν σε έξαψη. Βιαζόταν να τελειώσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε το θέμα του, για να δει αν εκείνο που είχε κατορθώσει να το σχεδιάσει στο μυαλό του ήταν σε θέση και να το εκφράσει. Κι όσο προχωρούσε το ανασήκωμα της κάθε μιας μορφής στον τοίχο, τόσο κι ο πυρετός που τον κρατούσε ανέβαινε. Σχεδόν αμίλητοι κι εμείς οι γαβριάδες τον παρακολουθούσαμε. Το δυνατό μεθύσι του μερακλωμένου ζωγράφου, συνέπαιρνε κι εμάς…»

Για την ψυχή και τις ιδέες του;
«Ο Θεόφιλος στάθηκε αντικρυστά με το βουνό (σ.: το Καζ-Νταγ, την Ίδη των αρχαίων) και στα μάτια του πετάρισε η θλίψη. Πήρε βαθιά ανασαιμιά κι άρχισε να μιλάει, ψιθυριστά στην αρχή και δυνατότερα κατόπι. Το πάθος που τον τάραζε του έλυνε τη γλώσσα κι ο μισερός εκείνος κι ο δαρμένος από τη φύση και τη ζωή άνθρωπος, γινόταν πολεμιστής γιγαντωμένος που θα μπορούσε να τα βάλει μ’ όλων των οχτρών τα φουσάτα.»


«Η απόσταση που χώριζε τους αντιμαχόμενους ήταν ελάχιστη. Μέσ’ απ’ τ’ αγριεμένα όμως πρόσωπα του Παλαιολόγου και του πορθητή της Πόλης έβλεπες πως ό,τι θα γινόταν σε λίγο θα ήταν μοιραίο…»

Ξανά στον Μάρτη;
Ξανά στον Θεόφιλο που όλη του η ζωγραφική ήταν μια Άνοιξη και μια Ελλάδα, ολάνθιστη μα και με δύναμη και φλόγα. Ναι, κι αν ήταν μήνας ο Θεόφιλος, θα ήταν Μάρτης. Ο πιο ελληνικός μήνας, που κυματίζει τη σημαία της επανάστασης για λευτεριά, κι ας μην ήρθε ποτέ αυτή ολόκληρη. Θα την κυματίζει έως τότε, μέχρι να καταρρακωθεί, έως να γίνει αληθινό τ’ όνειρο. Και μετά, ψηλά, κατακαίνουργη, θα ξαναβρεθεί μαζί με τον άγγελο Θεόφιλο «ασκλάβωτο και λεύτερο» μαζί και τον αγνό στρατό του από τα καμαρωτά παιδάκια που κι αν γέρασαν βρίσκονται ακόμη κοντά μας και μας κρατούν από το χέρι.

Σημείωση:
Τα θέματα από τα δύο έργα (τη μάχη με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Ερωτόκριτο με την Αρετούσα) είχαν ζωγραφιστεί από τον Θεόφιλο και στο «Καζίνο» της Αγίας Μαρίνας και αργότερα καταστράφηκαν, όπως πολλές τοιχογραφίες του. Ο Μαρίνος Βόμβας περιγράφει με τον τρόπο του την αίσθηση των έργων που είδε να δημιουργούνται τότε μπροστά στα παιδικά του μάτια, αίσθηση που ανταποκρίνεται και στα έργα που σώζονται. Τα έργα που εικονίζονται προέρχονται από τη συλλογή Τεριάντ.
Το βιβλίο του Μαρίνου Βόμβα «Ο ζωγραφιστής Θεόφιλος στην Αγία Μαρίνα της Λέσβου» εκδόθηκε από τις Εκδόσεις του Φοίνικα το 2005 σε 500 αντίτυπα και σε εννέα αντίτυπα μεγαλύτερου σχήματος ζωγραφισμένα ένα-ένα στο χέρι. Όλες οι φράσεις σε εισαγωγικά στο σώμα της συνέντευξης είναι παρμένες ατόφιες από το βιβλίο αυτό.

Print Friendly, PDF & Email

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Όσο η Τέχνη δημιουργεί τον άνθρωπο, θα έχουν την ελπίδα ζωντανή οι»τρελοί φουστανελάδες» του κόσμου τούτου! Κι όσο η τέχνη τέχνη εμπνέει, και καλλιτέχνες με οίστρο δονούνται, τόσο η Άνοιξη θα τραβάει την Περσεφόνη στο φως… Είτε Θεόφιλος είτε Μαρίνος είτε Φωτεινή είτε… είτε… όλοι – μα όλοι! – χαρίζουν κι από’ να μαρτάκι στα χελιδόνια να χτίσουν φωλιά… Ευγνώμονες! Και στον Γιώργο Κιούση για τη φιλοξενία… Καλό Μάρτη!

  2. Με τέτοια λογάκια, η ελπίδα φτερώνεται. Να είσαι καλά Αργυρώ μου, καλό μήνα! Η Περσεφόνη βγαίνει, και η ροδιά ετοιμάζει το κατακόκκινο λουλουδάκι της, η ελπίδα σε κύκλους ζωής!

  3. Κείμενο εξαιρετικό! Αγάπη παμμέγιστη γι’ αυτόν, τον λέοντα της ψυχής και της τέχνης, τη βλέπεις, διαχέεται και έξω από τις αράδες σου, αγάπη σεπτή για τον Θεόφιλο, τον έναν από τους ελάχιστους αληθινούς Έλληνες. Και ντοκουμέντα σπάνια. Πάλι μας μάγεψες, Φωτεινή μου.
    Υπάρχει άραγε ακόμη κάπου το βιβλίο του Μαρίνου Βόμβα για τον μεγάλο μας ζωγραφιστή;
    Καλό Μάρτη Φωτεινή, καλό Μάρτη Αργυρώ, καλώς μας ήρθε ο Έλληνας μήνας που στις μέρες του σηκώθηκε η σημαία για λευτεριά «κι ας μην ήρθε ποτέ αυτή ολόκληρη», όπως κάλλιστα διατυπώνεις το κρυφό παράπονό σου που δεν είναι μόνο δικό σου παράπονο.

    • Καλή μου Ελένη, με τα χελιδονίσματά σου και την ελληνική καρδιά, πολλές ευχαριστίες, αγάπη και ζεστές ευχές για μήνα καλό και Άνοιξη. Ναι, υπάρχει, θα το φροντίσω, καλό μήνα!

  4. Θά άρεσε και στον Θεόφιλο η σύνοψή σου, Φωτεινένια μου, «αν ήταν μήνας ο Θεόφιλος, θα ήταν Μάρτης»! Κι έτσι που ξεφυλλίζεις το βιβλίο του Μαρίνου Βόμβα είναι όλα εκεί: κι ο Θεόφιλος, κι ο Μάρτης, κι η σημαία, και το χώμα και τα λουλουδοχρώματα, τα δικά του και τα δικά σου· κι ο λόγος και η αίσθηση της δόλιας της πατρίδας. Σ’ ευχαριστούμε!

    • Μακάρι, μακάρι να του άρεσε! Και από εκεί που είναι, πόσα μας λέει. Έχει και τους «αντιπροσώπους» του· αυτά τα παιδάκια πάντα θα είναι παιδάκια με έναν μαγικό τρόπο. Καλό μήνα, αγαπημένη μου Γεωργία, πολύ σ’ ευχαριστώ!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here