Φωτεινή Στεφανίδη: «Ιούνης σε ξανθό χωράφι αθέριστο»

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

«Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.
Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα…»

Γιώργος Σεφέρης, «Θερινό ηλιοστάσι»

 

«Αλλιώτικο το τιτίβισμα του κότσυφα. Λιγότερα τα ερωτικά κελαηδίσματα, τώρα έχει τα μωρά του. Τα διδάσκει, τα περιποιείται, τα ετοιμάζει για τη ζωούλα τους. Κάπου από εκεί περνάει και η φιγούρα από την παραμυθένια ιστορία του Χρήστου Μπουλώτη, αυτή που εικονίζεται στη ζωγραφιά. Η φιγούρα της κυρίας Μίνας επάνω στο ποδήλατο να κατευθύνεται Οξύλιθο, Ιούνη μήνα. Και να αλλάξει εκεί τα πάντα. Να λύσει μάγια, να φέρει την άνοιξη μετά από πολλά χρόνια». Μιλάμε για ό,τι έρχεται στο νου για τον Ιούνιο τον θεριστή με τη ζωγράφο Φωτεινή Στεφανίδη.

Πώς και διάλεξες κυρία Μίνα;
Ιούνιο την πρωτοσυνάντησα με το κόκκινο βαλιτσάκι της, Ιούνιο κάθισε στο πιάνο και τα παιδιά ζωγράφιζαν και ζωγράφιζαν ένα ένα τα λουλούδια της άνοιξης και στη μέση το μεγάλο χελιδόνι επάνω στο σεντονόπανο στην αυλή του σχολειού του Οξύλιθου της Εύβοιας. Και η αυλή γύρω γύρω κεντημένη με τα λουλούδια του αγριοκάροτου και τις λιγοστές παπαρούνες, με τις μουσμουλιές τις στολισμένες τα γλυκόστυφα φρουτάκια τους, τη μουριά να ζωγραφίζει κάτω με τα μαύρα μούρα της, τα σπάρτα να χρωματίζουν με άρωμα τον άνεμο, την αγριοβρώμη να σχεδιάζει τις χρυσές γραμμές του καλοκαιριού που έρχεται, που ήρθε. Και ήμασταν μαζί και με τον Χρήστο. Και σαν τέλειωσε η συνάντηση, έρχεται επιδόρπιο το φεγγάρι και μαύρα κεράσια συντροφιά με κατακόκκινη αλεπού στην αυλή του παραμυθένιου σπιτιού της. Για την Μίνα Ζάννα ο λόγος, ευλογία που έγραψε ο Χρήστος Μπουλώτης αυτήν την παραμυθένια ιστορία, ευλογία και δώρο για μένα που μου έλαχε να κάνω τις ζωγραφιές.

 

Τον τραγουδάμε;
Το όνομά του απουσιάζει από τους στίχους μα είναι αυτός, ο Ιούνης σε όλα, μαζί με τη λαχτάρα για το έμπα του καλοκαιριού, τον μεγάλο ήλιο, τις φωτιές στις γειτονιές, όλα δοσμένα στα μικρά τραγούδια μας και με τα μικρά ονόματα αυτών που μας τα έδωσαν φυλαχτό για κάθε Ιούνη.
«Πότε θα ‘ρθει πότε θα ‘ρθει το καλοκαίρι, πότε τ’ αστέρι θ’ αναστηθεί, να σου φορέσω στα μαλλιά χρυσό στεφάνι σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά» (Μάνος, Νίκος, Λάκης), «Το καλοκαίρι θα ‘ρθει και στη θάλασσα θα επιστραφείς» (Φοίβος), «Καλοκαίρι με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι» (Διονύσης), «Ένα πρωινό η Παναγιά μου θα ‘ρθει να με βρει στην ακρογιαλιά» (Γιώργος, Σταύρος, Μαρία), «Όλα τα πήρε το καλοκαίρι κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι» (Οδυσσέας, Δημήτρης, Ελευθερία), «Και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ’ Αϊ-Γιάννη θα ‘τανε θαρρώ» (Λευτέρης, Γιάννης, Χαρούλα), «Εικοσιτρείς του Θεριστή στου Πικραμένου την αυλή» (Φεντερίκο, Μίκης, Αρλέτα).

 

Άι Γιάννης και ηλιοστάσι;

24 του μήνα ο πρώτος και 21 με 22 το δεύτερο. Πολύ κοντά η μια μέρα με την άλλη. Ο σπόρος του χειμώνα, πάντοτε κρυμμένος στο χέρι του Ιούνη, στο χέρι του Άι Γιάννη. Ο ήλιος μεγαλώνοντας στο έπακρο -η φωτιά- αρχίζει να μικραίνει – να σβήνει, αφήνοντας ωστόσο τα κάρβουνα πυρωμένα. Κατηφορίζει στον Νότο ο ήλιος, καρκινοβατεί, πάει λοξά σαν τον κάβουρα, εκεί και ο Τροπικός του Καρκίνου. Από κοντά και ο κλήδονας, τι νερά αστροφωτισμένα ή και αμίλητα, τι μαντέματα, όλα παλιά και ωραία. Και μες στη ζέστη που βαστάει πια και τις νύχτες, ωριμάζουν όλα τα καλοκαιρινά.

 

Πώς τον βλέπεις;
Βλέπω ένα ξανθό χωράφι αθέριστο να βαστάει ακόμη σκόρπιες παπαρούνες σε δυο τρεις μεριές ξέθωρες απ’ τον ήλιο. Περνά ο Ιούνης χωρίς να βιάζεται. Στέκεται λίγο. Γαλανός ο ασβεστωμένος τοίχος, το νερό ακόμη δροσερό στο κανάτι. Ένα φιδάκι πίνει απ’ τον ιδρωμένο πηλό. Σκαλίζει το κοτσύφι για τροφή, περνούν βιαστικές δυο δεκοχτούρες πριν έρθει η Μίνα με το κίτρινο ποδήλατό της ξανά. Νάτη, έφτασε, του φέρνει μαύρα κεράσια και δυο χούφτες κορόμηλα. Την ακολουθούν καμιά δεκαριά παιδιά με ζωγραφιές στα χέρια. Στην άκρη του αγρού ανθισμένη η ροδιά, κάθονται όλοι μαζί, τρώνε και δροσίζονται. Και κάπου -στο χέρι, στην τσέπη, στην καρδιά- κρύβουν όλοι και όλα τους μαζί έναν μικρούλη χειμώνα.

 

Σημ.: Η εικόνα της φωτογραφίας προέρχεται από το βιβλίο του Χρήστου Μπουλώτη  σε εικονογράφηση Φωτεινής Στεφανίδη «Η κυρία Μίνα και η Άνοιξη», εκδ. Λιβάνη 2006.

Print Friendly, PDF & Email

10 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαίρετος ο Ιούνιος, Φωτεινή, φίλη μου. Κάπως έτσι τον ζούσα στον τόπο μου, στην Λακωνία. «Βλέπω ένα ξανθό χωράφι αθέριστο να βαστάει ακόμη σκόρπιες παπαρούνες σε δυο τρεις μεριές ξέθωρες απ’ τον ήλιο». Της θείας μου της Ρηνούλας το χωράφι θα έβλεπες. Ένα μεσημεράκι κοιμηθήκαμε για λίγο σε μια άκρη του σταροχώραφου. Πιο αδρή και πιο ιερή μυρωδιά δεν υπάρχει. Και δίπλα μας τα σαυράκια έφευγαν αλαφιασμένα. Στον ίσκιο της ελιάς μας περίμενε νοτισμένο το σταμνί να μας δροσίσει. Τριγύρω η θεία σιγή. Μόνο τα φύλλα άκουγες που κινούνταν απαλά. Και τα στάχυα που έγερναν τα ευγενικά κεφαλάκια με τον ευλογημένο καρπό…
    Συχνά γίνεσαι, όπως πλέον έχω διαπιστώσει, η ζωγράφος των παιδικών μου χρόνων. Η ζωγράφος της ψυχής μου, δηλαδή, μιας και μέσα της, και στην πιο περίβλεπτη θέση έχω τοποθετήσει την αυγινή ζωή μου, για να προστρέχω εκεί όποτε υπάρχει χρεία.
    Σε ευχαριστώ, Φωτεινή μου, για λέξεις και εικόνες που ανακαλούν όλα τα ωραία και σεπτά του κόσμου αυτού που ανεπαισθήτως μας προσπερνάει… Αλλά όμως γνωρίζω πως και εσύ, και άλλα πρόσωπα που τιμώ και αγαπώ, κάνετε σοβαρές και γενναίες προσπάθειες ώστε να τον κρατήσετε όσο περισσότερο γίνεται κοντά μας. Εύγε ξανά!!!

    • Καλή κι αγαπημένη μου Ελένη, πόσο με συγκίνησε το σχόλιο-ποταμάκι καλοσύνης. Πολύ σ’ ευχαριστώ για την συντροφιά αυτή, σπανίζει και το γνωρίζεις. Με το καλό ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού που αγαπάμε! Και χαίρομαι που βρέθηκα με τα λόγια στο χωράφι της θεια Ρηνούλας!

  2. … παίρνω το μερίδιό μου απ΄του μήνα το παιχνίδι και το φορώ κορώνα στην πρώτη του! Που είναι του παιδιού, και φέτος τυχαίνει να συναντιέμαι αναπάντεχα με μια πανάκριβη θωριά του αρχαία γήινη και φεγγαρίσια… Φωτεινή χιλιοευχαριστώ! Ξέρεις εσύ…

  3. Μ’ έστειλες, Φωτεινή μου, στου Ιούνη τα «ξανθοτόπια», στα ρείθρα των δρόμων με την αγριοβρώμη, αρχή των σιταροχώραφων. Εύκολα βρήκα το πατημένο δρομάκι της νιότης μου με το κοκκινόχωμα κι έφθασα στη γέρικη ελιά, στη μικρή ροδιά με τους «κόκκινους φιόγκους» δίπλα σ’ ένα μαγγανοπήγαδο. Νεροσταγόνες βάραιναν στο μαγγάνι του και λαμπύριζαν στον ήλιο κι εμείς ποδηλατάδα γύρω τριγύρω με τσέπες γεμάτες μούσμουλα και μάγουλα φωτιά! Ζωγράφιζε εσύ, κράτα όλα τα χρώματα στα πινέλα σου, να «στήνουν χορό τα μελισσόπουλα»!

  4. Πρώτη μέρα στο βουνό, σήμερα. Και η Άνοιξη εδώ αργοπατάει· γεμάτη με σπάρτα, μάηδες και παπαρούνες. Και να που τρύπωσε ο Ιούνης σου διεκδικώντας, μέρα που είναι, την πρωτιά του. Και την άξιζε έτσι που μας τον στόλισες. Σ’ ευχαριστούμε! Και τις αγαπημένες φίλες που τον στόλισαν τόσο ωραία με το δικό τους «χαίρε». Καλό μήνα!

    • Τέτοια υποδοχή σήμερα! Καλό μήνα, στη συντροφιά του όμορφου βουνού! Και μια αγκαλιά γεμάτη απ’ όλα του τα χρώματα, έτσι όπως μας τα λες, αγαπημένη Γεωργία!

  5. Στα μικρά καλοκαίρια της Γερμανίας πιτσιρίκια κόβαμε και τρώγαμε βατόμουρα και βάφαμε στο πέρασμα μας με τα χέρια μας τα πάντα μωβ! Σε ευχαριστώ Φωτεινή για την ανάμνηση. Καλό καλοκαίρι.

    • Βατόμουρα στη Γερμανία με τα μικρά καλοκαίρια, μούρα χωρίς βάτο στο μεγάλο καλοκαίρι του Ηρακλείου της Αττικής των παιδικών μας χρόνων αγαπημένη Ιωάννα. Μα πόση χαρά που εἰμαστε εδώ απόψε! Σ’ ευχαριστώ, όλες σας ευχαριστώ!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here