Φωτεινή Στεφανίδη: «Φεντερίκο, “γιασεμιά και καμπανούλες θα σου βάλω για κορώνα”»

 

 

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

«Κείνα τα μάτια μου του χίλια εννιακόσια δέκα
δεν είδαν να θάβουν τους νεκρούς
ούτε τη γιορτή της στάχτης εκείνου που κλαίει την αυγή

ούτε την καρδιά που τρέμει στριμωγμένη σαν ένα θαλασσινό αλογάκι»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη»

 

“Κάθε δάχτυλο κι ένα ψάρι. Μια μικρή νέγρα. Αφροδίτη / Venus. Φτερά παγονιού στους ώμους.  Amor, amor, amor. Ανθοδοχείο, λεμόνι, πορτοκάλι, κυδώνι, φιλί ζωγραφιστό, φιλί στο στόμα. Χάρτινο φεγγάρι-φεγγαράκι με τσαλακωμένο το χαρτί. Παλιάτσος, κυρία, ναύτης, λακές, κοντραμπατζής, καλόγρια, κι άλλος παλιάτσος, κι άλλος, τσιγγάνα, κι άλλη τσιγγάνα”. Δεκαεννιά του Αυγούστου πέταξε και χάθηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, δεκαεννιά του Αυγούστου μιλάμε με τη Φωτεινή για εκείνον και τις ζωγραφιές του.

Πότε πρωτοείδες ζωγραφιές του Φεντερίκο;
Όπως οι περισσότεροι θαρρώ, τότε στη μεταπολίτευση, σε κάποια έκδοση, σε κάποιο δίσκο μουσικής, συνάντησα ένα δυο σχέδια και ξανά τα ίδια. Ωστόσο τον Οκτώβρη του 1987 η Εθνική Πινακοθήκη φιλοξενεί μια εντελώς ξεχωριστή έκθεση: «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σχέδια». Μόλις είχα αποφοιτήσει και η έκθεση αυτή πέρα από τη γνωριμία με τα σχέδια του Λόρκα, τάραξε όλα, μα όλα όσα είχα μάθει ώς τώρα για το εικαστικό έργο. Ήταν ένα παράθυρο ανοιχτό στην ελευθερία, στο παραμύθι, στο θέατρο, στην ποίηση, στον έρωτα κυρίως και πιο πολύ στην αγάπη.

Και τι τίτλοι!: «Περίπατος μιας σφήκας στο δωμάτιό μου», «Πόρνη και σελήνη», «Αυτοπροσωπογραφία με μυθικό ζώο αγκαλιασμένο», «Ζευγάρι εστεμμένο», «Ο λακές με την ψαριέρα», «Όχι! Αυτό ποτέ!», «Άνεμος από τη θάλασσα», «Πνιγμένος αρλεκίνος», «Άρπα και ψαλίδι», «Αχλάδι και ζάρι», «Η απελπισία του τσαγιού», «Ον τερατώδες με κρεατοελιές», «Αεράκι της γης», «Ποίημα για ένα αγκίστρι»…

 

Ζωγραφίζει τα ποιήματα;
Ίσως και αντίστροφα… Κάνει ποιήματα τις ζωγραφιές. Και όλα που γράφει ή ζωγραφίζει θαρρείς πως υπάρχουν.

Και να που εξηγεί εδώ, κάτι που διάβασα σε ένα γράμμα του στον Σ. Γκας μετά την απάντηση: «Έχω κάνει αυτά τα σχέδια μ’ ένα κριτήριο ποιητικό-πλαστικό ή πλαστικό-ποιητικό με την ίδια αναλογία. (…) Έχω καταφέρει να επιλέγω τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της συγκίνησης και της ζωγραφικής φόρμας  ή του υπερρεαλισμού και της υπερφόρμας στο έπακρο για δημιουργήσω μέσω αυτών ένα σημάδι που, σαν μαγικό κλειδί, θα μας οδηγήσει στην πληρέστερη κατανόηση της πραγματικότητας που έχουν μέσα στον κόσμο».

Στίχους του που θυμάσαι άμεσα;
Και μόνο απ’ τα τραγούδια που αγαπήσαμε, που ηχούν με κάθε ευκαιρία στο κεφάλι μας, που τα ζωγραφίσαμε κι εμείς, ένας διάλογος:
– Στον αγέρα, στον αγέρα παν της αγάπης μου οι στεναγμοί
– Γιασεμιά και καμπανούλες θα σου βάλω για κορώνα
– Όταν βγαίνει το φεγγάρι δε διψάς για πορτοκάλια
– Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι, πέρα είν’ το λιβάδι ώρες μακριά
– Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη
– Τούτο το χελωνάκι δεν έχει μάνα
– Παντέρμη λούσε το κορμί σου, λούσ’ το χελιδονόνερο – με την Αρλέτα μόνον
– Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
– Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω μηνύσετέ το στους ανθρώπους σ’ όλη τη γη σ’ όλους τους τόπους
– Σταλαγματιά το δάκρυ κι εσύ που καρτερώ στου βελονιού την άκρη
– Τρέχα, Παινεμένη, τρέχα!

– Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ έτσι όπως σ’ αγαπάω
Να δούμε σχέδια;
Ξεφυλλίζουμε τον κατάλογο της έκθεσης του ’87, και να πούμε ότι εκτός από την Αθήνα, τα σχέδια ταξίδεψαν τότε σε Καράκας, Μπουένος Άιρες, Μοντεβιδέο, Νέα Υόρκη και Μεξικό. Βλέπουμε σχέδια, διαβάζουμε γράμματα.

«Γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος, ούτε ποιητής, ούτε φύλλο, αλλά ένας πληγωμένος παλμός που τριγυρίζει τα πράγματα από την άλλη πλευρά».

«Η ζωή ενός μήλου, από τότε που είναι λεπτό άνθος, ώσπου, ώριμος καρπός πέφτει νεκρό από το δέντρο στο χορτάρι, είναι τόσο μυστηριώδης και τόσο ακαθόριστη, σαν τον περιοδικό ρυθμό της παλίρροιας. Κι ένας ποιητής οφείλει αυτό να το γνωρίζει».

«Η ζωγραφική είναι πια ελεύθερη και έχει υψωθεί στο πνευματικό επίπεδο της τέχνης που αρκείται στον εαυτό της…»

«Δεν σε γεμίζει αγωνία η ιδέα μιας θάλασσας με όλα τα ψάρια δεμένα, χωρίς συνείδηση σ’ ένα μόνο κρίκο μιας μικρής αλυσίδας;»

«Αφήστε τον άνεμο να καλπάζει»

«Το 1917 είχα την τύχη να δω μια νεράιδα στο δωμάτιο ενός μικρού παιδιού, ενός εξαδέλφου μου. Ήταν μόνο για ένα εκατοστό του λεπτού, αλλά την είδα».

«Μου προκαλεί φρίκη η ζωγραφική που δεν είναι παρά μια αγωνιώδης πάλη με τις μορφές, από την οποία ο ζωγράφος βγαίνει πάντοτε χαμένος με το έργο του νεκρό».

«Η ποιητική δημιουργία ας είναι δεκτή όπως μια βροχή από αστέρια. Ας παρηγορηθούμε από το ότι η ποίηση μπορεί να δραπετεύσει, να ξεφύγει από τα άγρια νύχια της λογικής».

«Ένας αέρας που μυρίζει ανάσα μικρού παιδιού, τσαλαπατημένο χορτάρι και πλοκάμια μέδουσας, αναγγέλλει το συνεχές βάπτισμα των πραγμάτων που μόλις δημιουργήθηκαν».

«Από τα βουνά φτάνει ώς εμάς το πιάτο της σιωπής μέσα στο οποίο τρώνε οι βοσκοί…»

Για τη ζωή του;
Επιγραμματικά, μιας και είναι γνωστά τα πιο πολλά· γεννημένος άνεμος στις 5 Ιουνίου του 1898 στο Φουέντε Βακέρος πέταξε σαν φωτιά το 1936, Αύγουστο και 19, στο Βιθνάρ. Γαιοκτήμονας ο πατέρας, και η μητέρα μια νεαρή και εύθραυστη δασκάλα που λάτρευε τη μουσική και τους ανθρώπους. Φιλολογικές σπουδές στη Γρανάδα και μουσικές επίσης (πιάνο) όπου ήταν εξαιρετικός.
Έρχεται στη Μαδρίτη -επαφή με Μπουνιουέλ και Νταλί-, συνεχίζει στη Νέα Υόρκη, Κούβα, ξανά Μαδρίτη και με τον ισπανικό εμφύλιο στη Γρανάδα. Στη διαδρομή αυτή, έρωτας, ποίηση («Ποιητής στη Νέα Υόρκη», «Μοιρολόι για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα», «Romancero gitano»), θέατρο («Τα Μάγια της Πεταλούδας», «Οι φασουλήδες του Κατσιπόρα», «Μαριάνα Πινέδα». «Η θαυμαστή μπαλωματού», «Το κοινό», «Περλιμπλίν και Μπελίσα», και βεβαίως «Ματωμένος γάμος», «Δονια Ροζίτα», «Γέρμα», «Το σπίτι της Μπερνάλντα Άλμπα») και ζωγραφιές που μόλις είδαμε λίγες επάνω στα βιβλία του, στις αφιερώσεις, στα γράμματα, σε μεμονωμένα φύλλα. Και κλείνει τα τριανταοχτώ του χρόνια.

Έπειτα;
«Έπειτα κατάλαβα ότι είχα δολοφονηθεί. Με έψαξαν σε καφετέριες, νεκροταφεία και εκκλησίες… αλλά δε με βρήκαν. Δε με βρήκαν ποτέ; Όχι. Ποτέ δε με βρήκαν».

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη»

Σημείωση:

Θα ήταν παράλειψη -αν και σίγουρα κάποιους λησμονώ ή δεν γνωρίζω- να μην αναφέρουμε τους ποιητές και λογοτέχνες που απέδωσαν ποιήματα του Λόρκα στα ελληνικά και από τα οποία κάποια παρουσιάζονται εδώ αποσπασματικά στο παιχνίδι με τον τραγουδιστό διάλογο (Ο. Ελύτης, Λ. Παπαδόπουλος, Α. Δημητρούκα) καθώς και πόσα άλλα που λατρέψαμε (Ν. Γκάτσος, Μ. Μπουρμπούλης, Α. Δικταίος κ.α.), όπως και εκείνοι που απέδωσαν τα πολυαγαπημένα θεατρικά έργα του (Ν. Γκάτσος, Ιουλία Ιατρίδη, Διονύσης Σολωμός, Ερρίκος Μπελιές, Νίκος Σημηριώτης, Κοσμάς Ξενάκης, Δημήτρης Καλοκύρης κ.α.)

 

Print Friendly, PDF & Email

11 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Κέντησες με μαργαριτάρια και ασημοκλωστές, Φωτεινή μου. Κάθε βελονιά κι ένας κόμπος στην καρδιά κι ένας γλυκός λυγμός. Να ‘ξερες τι σημαίνει η παρουσίαση αυτή για πολλούς- τι σημαίνει και για μένα… Αγάπες φυλάσσει και στεγάζει κανείς πολλές. Μερικές τις προσέχει σαν τα μάτια του. Σκύβει στα φυλλοκάρδια του και τις καλημερίζει. Από μικρή θήτευσα σ’ αυτή την εξαίσια αγάπη, αυτού του Εξαίσιου Ανθρώπου και ποιητή των ανθρώπων. Των απέλπιδων και των ελπιδοφόρων. Των μικρών παιδιών και των αυγινών ανθών. Του αγώνα και της εγκαρτέρησης. Αχ, Φωτεινή μου, τι να σου πω, και αχ, Τα μάγια της πεταλούδας, και ω, Το Βιβλίο Ποιημάτων, α, το Τσιγγάνικο Ρομανθέρο. Ή ο Θρήνος για τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας. Με αυτά και άλλα πολλά λουζόταν η καρδιά μου ανελλιπώς στα νερά του Γκουαλδακιβίρ…
    Ξεχειλίζει δε το κείμενό σου από αγάπη ενώ η μνημόνευση των στίχων του, καθιστούν ολόκληρη την παρουσίαση, ό, τι ωραιότερο και γλυκύτερο είδα τελευταίως στον Τύπο.
    Αλλά «Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές/ Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος/ Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός/ Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι».
    Αγαπημένη Φωτεινή, Αγαπημένε Γιώργο, σας ευχαριστώ για το λαμπρό αφιέρωμα στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

  2. Ωκεανός ελεύθερος η ποίησή του που σκάζει σε απαλό κύμα στις καρδιές, να που την συναγωνίζονται τα σχέδια, να που δεν τελειώνουν ποτέ ούτε οι λέξεις, ούτε οι εικόνες του. Πόσο να σ’ ευχαριστήσω αγαπημένη Ελένη που στάθηκες και τα είδαμε μαζί και όλο φέρνει το κύμα του και άλλα, και εδώ μαζί πάντα τα γλυκοδεχόμαστε στη σκέπη τέτοιας αγάπης.

  3. Θησαυροί, Φωτεινή μου, κι εσύ τους ανασκάλεψες κι έστησες στα μάτια μας μπροστά μιαν εικόνα μαγική με ποιήματα, τραγούδια, ζωγραφιές, τίτλους…, όπως και να τη γυρίσω αγάπη για τη ζωή βρίσκω! Να είσαι καλά!

  4. «Το 1917 είχα την τύχη να δω μια νεράιδα στο δωμάτιο ενός μικρού παιδιού, ενός εξαδέλφου μου. Ήταν μόνο για ένα εκατοστό του λεπτού, αλλά την είδα». Τώρα που το ξανακοιτώ, αισθάνομαι μαγεμένη.
    «… με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
    πουχ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
    Αλαφροϊσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες!…»
    Διονύσιος Σολωμός «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι- Ο πειρασμός»
    Είμαι καταγοητευμένη.
    Αλλά εάν οι ποιητές και τα μικρά παιδιά δεν έχουν συναπαντήματα με νεράιδες και ξωθιές, τότε σε ποιους
    δόθηκε αυτή η χάρη…
    Καλή εβδομάδα, Φωτεινή μου, φίλες μου, όλος ο κόσμος…

    • Αυτό το εκατοστό του λεπτού πόσα μας δίνει στη ζωή. Και ο ποιητής πόσο απλά το αναφέρει. Γιατί κι εκείνος πετούσε και πετά άνετα μέσα σ’ αυτόν το κομματάκι του χρόνου. Σ’ ευχαριστούμε αγαπημένη μου Ελένη για τη συντροφιά σου, πολύτιμη πάντοτε. Καλή εβδομάδα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here