Φωτεινή Στεφανίδη: «Αμόλα καλούμπα! Άι, αϊτέ μου, άι!»

 

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακροκεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασσα και αναγαλλιάζει.

Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πετούν τον Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω από την πόλι, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βουνών οι αετοί…»

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος

 

Ο πρώτος χαρταετός, φτιαγμένος –πώς αλλιώς– από τα χέρια του πατέρα. Τα χέρια του ήταν «χέρες», λέξη που χρησιμοποιούσε και ο ίδιος. Και ο αϊτός σαν να ήταν «αντρική» υπόθεση, δεν με πολυυπολόγιζαν με τον αδελφό μου σε αυτό το Καθαροδευτεριάτικο παιχνίδι. Ωραίος ο χαρταετός, οι χρωματιστές κόλλες γλασέ που χρησιμοποιούσε για το ντύσιμό του με ξελόγιαζαν, η κόλλα που φτιαχνόταν μόνο με αλεύρι, η μυρωδιά του λινού σπάγκου, η καλούμπα –κάθε φορά κόνταινε το σκουπόξυλο– η ουρά που για να γίνει θυσιαζόταν ο τηλεφωνικός κατάλογος (δεν βαριέσαι, θα πάρω έναν άλλον όταν πάω στον ΟΤΕ, έλεγε), τα ζύγια καλομετρημένα. Α, και τα «σκουλαρίκια» του χαρταετού από σερπαντίνα, και λίγη σερπαντίνα δω κι εκεί στην ουρά, να δώσει χρώμα, να μην είναι μόνο ονόματα και τηλέφωνα». Μιλάμε με τη Φωτεινή για χαρταετούς, Καθαροδευτέρα και ζωγραφική.

 

Νερομπογιά του Γιάννη Τσαρούχη, 1959

 

 

Χαρταετός του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, έργο του 1940

Και πού τον πετάγατε;

Έτρεχα ξωπίσω τους να τον πετάξουνε ή στο λόφο της Αγιατριάδας, ή στην πλατεία του Όθωνα, ή στην αλάνα του σταθμού, μια φορά και στον Πράσινο Λόφο, τον ψηλότερο του Ηρακλείου, εδώ στην Αττική. Πέταγα κι εγώ σε μια άκρη την μικρή λευκή σαϊτούλα από κόλλα τετραδίου (μέση) με πολύ μακριά ουρά που φτιαχνόταν από μία μόνο ακόμη σελίδα. Με ζύγια κανονικά φτιαγμένη και με κλωστή από το τρύπωμα της μάνας μου. Αν μου πεις να την φτειάξω τώρα, αδύνατον.  Έγραφα κι επάνω τα δικά μου. Ωραία όλα ετούτα, αλλά αυτό που περίμενα κείνη τη μέρα πιο πολύ ήταν εκείνη η λαγάνα που δεν υπάρχει πιά, οι πικρούτσικες ελίτσες, ο χαλβάς ο ταχινένιος, ο ταραμάς ο σκέτος, ο χωρίς χρώμα, αλειμμένος στη λαγάνα με λαδάκι από πάνω, και η άφθονη μαρουλοσαλάτα πασπαλισμένη άνηθο και φρέσκο κρεμμυδάκι. Α, και λεμόνι, πολύ λεμόνι, με κομματάκια από τη φλούδα μέσα, είναι και η εποχή του και ευωδιάζει και τρώγεται ολόκληρο…»

  Χαρταετοί στην Ακρόπολη του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, 1952

 

Κι από τότε;
Καθαροδευτέρες στην Αθήνα με τις πρώτες παρέες στο Γυμνάσιο, Φιλοπάππου και όχι μόνο, Πεντέλη κι ύστερα, αν φύσαγε Νοτιά στην παραλία του Σχοινιά να μην κατεβαίνει με τίποτε, τον δέναμε κατάκοποι στα πεύκα και φεύγαμε, ή τον αφήναμε ολότελα. Και μετά, στη Σχολή, αλησμόνητα τετραήμερα στη Ύδρα. Γίνεται ένα πολύ ξεχωριστό καρναβάλι στο υπέροχο σκηνικό του ομορφοχτισμένου αυτού νησιού που κρατάει τον χαρακτήρα του, το στολισμένου από τα χίλιων λογιών λουλουδάκια της άνοιξης που έχει αρχίσει να γιορτάζει.


Χαρταετοί στην Ύδρα του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, 1952

 

Οι χαρταετοί;

Δεν ξέρω πόσο παλιό συνήθειο είναι στα Κούλουμα και τη Σαρακοστή, αλλά πάμε στη Σμύρνη του 1890…

«Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά…»
Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγκου». Εκδ. Εστία


Η χώρα των πουλιών του Σπύρου Βασιλείου, 1960

Πάμε και στην Αθήνα του 1965…

«(…) Στην Ουέμπστερ 5, στο δρομάκι με θέα στην Ακρόπολη, όπου και το σπίτι του Σπύρου Βασιλείου, γιορτάζονταν τα Κούλουμα κάθε χρόνο. Όλο το σπίτι και φυσικά η ταράτσα στη διάθεση των καλεσμένων με θέα στον Παρθενώνα αλλά και στους χαρταετούς που πετούν στον ηλιόλουστο ουρανό. «Ποτέ του δεν είχε πετάξει αετό», θυμάται η κόρη του, Δροσούλα Έλλιοτ-Βασιλείου, «αλλά ζητούσε από τους φίλους να φέρουν και τον χαρταετό τους», σαν πρόσκληση στα Κούλουμα του Μπαρμπα Σπύρου, για τα οποία μιλούσε όλη η Αθήνα.»
Ελένη Μπίστικα, «Ο χαρταετός στο σύρμα» (πηγή: Η Καθημερινή)


Χαρταετοί στο σύρμα από τον Σπύρο Βασιλείου, 1965

Κι απέναντι από την Πάρνηθα, στην Αθήνα του 1986:

«Kάθουμαι, λοιπόν, εδώ, άντικρυ στην μπαλκονόπορτα, ανοιχτή προς την Πάρνηθα, μ’ ένα σανίδι στα γόνατά μου, και πάνω στο σανίδι τ’ άσπρα χαρτιά, ένας γέροντας με τους χαρταϊτούς, και θυμάμαι, ονειρεύουμαι, στοχάζομαι, φαντάζομαι, μαντεύω, προφητεύω (ναι, προφητεύω, κι ας είναι φουσκωμένη απ’ την κακοπάθια τούτη η λέξη), σωπαίνω και γράφω, γράφω, όχι μονάχα για σένα και για μένα, κι ούτε ξέρω για ποιους και πόσους ανθρώπους, για ποιους και πόσους αιώνες, γράφω, καλλιγραφώ με προσοχή και κατάνυξη παλιού ερημίτη, γράφω ο «πολυγράφος», ο ακόρεστος που μόλις τώρα προφέρει τις πρώτες του λέξεις και τις ακούει και θαυμάζει τι κόσμοι κρύβονται πίσω τους, τι θησαυρούς τού ανοίγουν, – κι αχ, με πονάει η γλώσσα μου απ’ την ευτυχία της γλώσσας, μελώνει το πικρό μου σάλιο, το καταπίνω, τρέφομαι, μα ποτέ ποτέ δε χορταίνω. Ευχαριστώ, είπα».
Γιάννης Ρίτσος «Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς», Εκδ. Κέδρος


Πέταγμα χαρταετού από τον Αλέκο Φασιανό


Χαρταετοί του Δημήτρη Μυταρά. Πώς θα ταίριαζαν εδώ οι μουσικοί χαρταετοί του Μίκη Θεοδωράκη…

Φτειάχνουν αληθινούς χαρταετούς οι ζωγράφοι;
Γίνεται να μη φτειάχνουν; Πρώτη χαρά να τον φτειάξεις, δεύτερη να τον πετάξεις, τρίτη να τον ζωγραφίσεις.

Να κι ένα σχέδιο του ‘97, από πού ως πού δεν θυμάμαι γιατί έβαλα τον Θεόφιλο να κρατάει τον χαρταετό που είχα καμωμένον από λαδόκολλα και καλάμια της ρεματιάς με σχέδια κολλητά από κραφτ χαρτί και ουρά από το ίδιο και που πέταξε στον Σχοινιά την ίδια μέρα και δεν κατέβηκε ποτέ. Για τον μπαρμπα-Σπύρο όμως το ζωγράφισμα του χαρταετού φαίνεται να είναι η πρώτη χαρά. Και του χρόνου!

Το τραπέζι της Καθαροδευτέρας από τον Σπύρο Βασιλείου, 1950. Όλο το όνειρο συγκεντρωμένο, αλλά και μια απροσδιόριστη συννεφιά…

Σημ.: Στη φωτογραφία της αρχής, έργο του Κώστα Γραμματόπουλου τυπωμένο στο αλφαβητἀριό μας, έκδοση 1967

 

 

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Γιατί στον Θεόφιλο; Μα ποιος άλλος θα μπορούσε να κρατά τον χαρταετό σου, Φωτεινένια μου; Και μου είναι πια πολύ μαρκινοί οι χαρταετοί και οι Καθαρές Δευτέρες. Και δεν ήθελα να θυμηθώ για να μην μελαγχολήσω, αλλά δες οι λέξεις σου, οι θύμησές σου και οι ομότεχνοί σου που τόσο τους τιμάς, λειτούργησαν σαν εκείνη την «κάθαρση» που όριζε και ο παππούς Αριστοτέλης. Και του χρόνου, Φωτεινένια μου, Καλή Σαρακοστή!

    • Έτσι κι εγώ, καλή και αγαπημένη μου, όταν τους άγγιξα δεν πόνεσαν την καρδιά, ίσα ίσα την ελάφρωσαν και πέταξαν! Και του χρόνου, πολύ σ’ ευχαριστώ!

  2. Όμορφα, πολύ όμορφα όλα Φωτεινή. Εξαίρετα- ναι. Φως στα μάτια, γλύκα στην καρδιά. Και του χρόνου! Και σε πολλούς χρόνους! Με την ελπίδα να νιώσουμε, έστω και για λίγο, το ελαφρό, χαρμόσυνο πέταγμα του χαρταετού, στέλνω σε όλους ευχές αυθόρμητες και θερμές.

    • Τώρα που έπεσε το βράδυ, Ελένη μου, κι έφυγε άλλη μια Καθαροδευτέρα, έχουν βρει και οι χαρταϊτοί τον προορισμό τους ο καθένας. Αφού πριν χάρηκαν το πέταγμά τους. Μια μικρούλα ζωή, ψέμματα; Και του χρόνου, καλή μου φίλη, σ’ ευχαριστώ πολύ για τον καλό σου λόγο, καλή Σαρακοστή!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here