Φωτεινή Στεφανίδη: «…και λαλεί ερωτευμένος»

 

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

«Πού ‘σαι τάχα εδώ κοντά μου τζίτζικά μου, τζίτζικά μου,
πού ‘σαι τάχα σκαλωμένος και λαλείς ευτυχισμένος;
Τζι, τζι, τζι, τζι, τζι, τζι, τζίτζικα τραγουδιστή μου,
τζι, τζι, τζι, τζι, τζι, τζι, τζίτζικα τραγουδιστή!»
Ζαχαρίας Παπαντωνίου

 

«Με τι λαχτάρα τον περιμένω, κάθε χρονιά και μεγαλύτερη. Μήπως επικοινωνεί με το ανείπωτο αυτός ο μικρός χρυσός βασιλιάς, για τούτο και η αγαλλίαση του πρώτου τζι τζι τζι και το τέντωμα όλων των αισθήσεων για να μη χαθεί ούτε το τελευταίο;» Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον αγαπημένο της τζίτζικα, το βασιλόπουλο που αγάπησε η Ηώς, για τον τραγουδιστή του Έρωτα.

Πότε ξεκίνησε αυτή η αγάπη;
Μια φορά στάθηκε ένα τζιτζίκι μέσα στο ψάθινο ξεφτισμένο καπέλο που επέμενε να φοράω ο πατέρας. «Δες!», μου είπε. «Ένας βασιλιάς σ’το στόλισε». Άλλη μια, στην Πομπηία, σε μια συκιά με αλλιώτικα σύκα από τα δικά μας, με άφησε να τον σχεδιάσω. Κι άλλη φορά, σπάραξε Οκτώβρη μήνα πριν την καταιγίδα, τραγωδός του Έρωτα. Κι ακόμη αλησμόνητη η εκκωφαντική μουσική συναυλία μαζί με όλους του τους φίλους στην αγαπημένη Πεντέλη πριν τις φωτιές του ‘95 και του ‘98, πριν τις φωτιές, πριν.

Τώρα στην Πεντέλη;
Απαλά απαλά, σκαλωμένος στα πευκάκια-παιδάκια και εφήβους που φρέσκα πρασινίζουν ξανά το βουνό, και στα σπάρτα που είναι μοναδικά σε συγκέντρωση και ανθοφορία ακούγεται αρκετά. Όχι ωστόσο όπως τότε –πριν τις φωτιές– που δεν μπορούσες να μιλήσεις από τα ντεσιμπέλ.

Ντεσιμπέλ;
Αντιποιητικό, ωστόσο ναι, κάπου άκουσα για την ένταση, περίπου στα εκατό, αρκετά για να χάσει την ακοή του ο ίδιος. Σαν ξεκινά να παράγει ήχο, αυτόματα κλείνουν τ’ αφτάκια του· να τον ακούει μόνο η καλή του, να λαλεί αυτός ερωτευμένος από μακριά, να έρχεται εκείνη.

Ερωτικό κάλεσμα λοιπόν.
Όλη η ομορφιά γύρω από αυτό δεν περιστρέφεται; Το λέει και ο μύθος του, από τους πιο όμορφους μύθους σε ερωτισμό και λεπτότητα, μύθος λουσμένος στο χρυσάφι της αυγής.

Ο τζίτζικας βασιλιάς και εραστής;
Ο χρόνος (Κρόνος) καθορίζει τον αθάνατο μα γερασμένο Τιθωνό, βασιλόπουλο της Τροίας και εραστή της Ηούς. Πλάι σε μια τέτοια θεά έμαθε ο Τιθωνός να περιμένει. Και για ένα τζιτζίκι όμως χρειάζονται δέκα χρόνια, ίσως και παραπάνω για να ωριμάσει ο σπόρος του, να βγει στη ζωή και να ζήσει αυτούς τους λίγους ζεστούς μήνες αναζητώντας τον έρωτα. Έτσι και ο Τιθωνός, συμβιβασμένος, υπομονετικός, γέρασε στο έπακρο, διατήρησε αθανασία, και μαζί την τρυφερή αγάπη της πανώριας ερωμένης του, της ίδιας της Αυγής, της αδελφής του Ήλιου. Κι ακόμη περιμένει και γερνά, κι ακόμη απολαμβάνει τρυφερότητα και φροντίδα, αγριόμελο και αμβροσία στο χρυσό κουτάκι-κρεβατοκάμαρα που του πρόσφερε η καλή του Ηώς.

Και σήμερα;
Σιγοτραγουδάμε «Ε, σεις, τζιτζίκια μου άγγελοι γεια σας κι η ώρα η καλή. Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; Ζει και ζει και ζει και ζει…» του Οδυσσέα Ελύτη με όλη την αύρα του Αιγαίου. Ψιθυρίζουμε τις «υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών» του Γιάννη Ρίτσου. Μαζί βαστάμε σιωπηρά φωλιασμένα στην καρδιά και τα λογάκια των άλλων τρυφερών μικρών ποιητών-αγγέλων που τα στιχάκια τους για τον τζίτζικα δεν θα μάθει ποτέ κανείς. Αλλά και ηχηρά βαστάμε, μαζί με όλα τα παραπάνω, κι ακούμε, με πόση απόλαυση ακούμε, την πολυπόθητη μουσική των τζιτζικιών, βασιλόπουλων και εραστών. Και όπως ξανά αναφέρει στο ίδιο ποίημα ο Γιάννης Ρίτσος, «δε σου ζητούν αποδείξεις».

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Άργησε λιγάκι φέτος να ερωτοχτυπηθεί. Κι ο πληθυσμός του στα μέρη μας λιγόστεψε… δεν ξέρω γιατί… Κι ας ενοχλούνται μερικοί που δε μπορούν άλλες χρονιές να κλείσουν μάτι το μεσημέρι και το βράδυ μερικές φορές! Είναι κι άλλοι – καλή ώρα – που τριγυρίζουν στα μέρη του κι αναζητούν το δικό του μάντεμα, την κατάφαση στη ζωή, τη σιγουριά της συνέχειας… ζει ζει ζει… ζει… Ευχαριστούμε για τη γλύκα που τον ντύνεις και μας τον χαρίζεις!

  2. Τεντωμένο το αφτί από τον Ιούνη, Αργυρένια μου. Ούτε τζιτζικίνα να ήμουν. Και πώς ξεχνιέται το δικό σου «Έ, σεις! Τζιτζίκια μου άγγελοι…»

  3. «Ο τζίτζιρας ο μίτζιρας ο τζιτζιμιτζιχότζιρας, ανέβηκε στη τζιτζιριά στη μιτζιριά
    στη τζιτζιμιτζιχοτζιριά, να κόψει τζίτζιρα μίτζιρα τζιτζιμιτζιχότζιρα”. Για δοκιμάστε Φωτεινή και Αργυρώ μου, να το πείτε με μια κάποια ταχύτητα… και αργά έστω… Ο εφιάλτης της παρέας μας του μεσημεριού σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα μέρη όπου ο φλοίσβος των κυμάτων έφτανε μέχρι τις κατάφορτες μουριές.
    Αχ, «αν δεν λαλήσει τζίτζικας, δεν είναι καλοκαίρι!” Άργησε ν’ ακουστεί, Αργυρώ, γι’ αυτό και το καλοκαίρι παρουσίασε διάφορες… παραξενιές.
    «Κυρ-τζίτζικα, συμπάθα με που δεν σε σιγοντάρω,
    μα απ’ όλα αυτά που πάθαμε, μου ‘ρχεται να φουντάρω…” τραγουδούσε κάποτε ο Γιάννης Πουλόπουλος τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου μελοποιημένους από τον Μίμη Πλέσσα, και να που τους θυμήθηκα…
    Τόσο όμορφα-μοναδικά ίσως- μας τον έδωσες τον τραγουδιστή των παιδικών μας καλοκαιριών, τον χρυσαφένιο και ριγηλό, τον φιλικό και επίμονο, τον σύντροφο των ήσυχων απομεσήμερων.
    Και ο τζίτζικας, όπως και τα περισσότερα κείμενά σου, Φωτεινή, έχουν ομορφιά αλλά λαμποκοπά και η ανθρωπιά ανάμεσα στις γραμμές τους. Να είσαι καλά, αγαπημένη μου φίλη. Κι εσύ, Αργυρώ, να συναπαντιέσαι με ωραία πράγματα. Με την αγάπη μου.

    • Μα τι όμορφη τζιτζιρομιτζιροχοτζιρένια επίσκεψη είναι ετούτη Ελένη μου αγαπημένη! Κι αυτό το κύμα, το φιλί της θάλασσας ώς τις μουριές.. Όνειρο! Στέλνω αντίδωρο με πολλή αγάπη ένα τραγουδάκι που θυμήθηκα αργότερα, λίγο μελαγχολικό – δεν πειράζει, αφού σ΄ ευχαριστήσω άλλη μια φορά για τον καλό το λόγο. Α, και τον γλωσσοδέτη όλες μαζί! Καλό μας καλοκαίρι, αγαπημένες!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here