Φωτεινή Στεφανίδη: Ήρθες, ήρθες, λεβέντη κότσυφά μου! «Ήρθες, ήρθες, εφάνης»!

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«…ήρθες, ήρθες, εφάνης με σουραύλι να υφάνεις
ύμνους, κελαηδισμούς, ήχους εαρινούς.
Εμπρός, αρχίνα, πες τους, γλυκά τους αναπαίστους».

Βασίλης Ρώτας

« – Φάνηκε το μαύρο πουλί. Κρύο έρχεται· τα λόγια της μάνας μας, κάπου εκεί στο τέλος κάθε χειμώνα στα πολύ παιδικά μας χρόνια. Ερχόταν πριν ακόμη περιφράξουμε το σπίτι μας, τότε που στεκόταν σχεδόν μονάχο του στο λόφο της Αγιατριάδας. Ερχόταν και τσιμπολογούσε τα καλύτερα, τα εκλεκτότερα· τα κομπάκια απ’ τον πυράκανθο, τα ωριμασμένα σταφυλάκια του κισσού, τα τελευταία σπόρια απ’ τα σκασμένα ρόδια, τις ώριμες ελίτσες της αγριελιάς, τα μαργαριτάρια του νυχτολούλουδου, τα χρυσαφένια στυφούτσικα μπαλάκια της αγριοπασχαλιάς. Κίτρινη, κεχριμπαρένια η μυτούλα τού αρσενικού και σκούρο, εβένινο, μεταξωτό το φτέρωμά του. Από κοντά και το θηλυκό, στο χρώμα της όμπρας με άχρωμο ράμφος να ψάχνει για σκουλήκια-μεζεδάκια σκαλίζοντας το χώμα με δύναμη». Να πούμε με τη Φωτεινή για το πουλί που έχει κατακλύσει πια τα προάστια, ίσως και το κέντρο της Αθήνας, όπου υπάρχει πράσινο, το κοτσύφι το αηδονόλαλο.

Και το περιμένεις κάθε χρόνο;
Πρώτα-πρώτα είναι το αλάνθαστο σημάδι για το πότε ακριβώς έρχεται η άνοιξη. Κάπου εκεί, στα μέσα του Φλεβάρη, γύρω στις πέντε και μισή το πρωί αρθρώνει δυο φθόγγους, δυο τρεις· μελωδικούς πολύ, μοιάζουν και σαν λεξούλες. Κάθε πρωί, εκτός από τα πολύ παγωμένα πρωινά. Και κάθε φορά ίσως και ένας φθόγγος παραπάνω. Κι όταν λιγάκι ακόμη ζεστάνει, το ίδιο, ίσως και παραπάνω, και μια στάλα μελωδικότερο ακούγεται σχεδόν αντίστοιχα την ίδια ώρα τ’ απογεύματα. Τότε πια αρχίζει και το κανονικό τραγούδι.

Φοβάται;
Δεν θα το έλεγα, ίσα ίσα, κοινωνικός και θαρραλέος. Μάλλον έχει τις ασχολίες του και φεύγει, γλιστράει σχεδόν στον αέρα, πολλές φορές και εντελώς κάθετα με βελούδινο πέταγμα που το συνοδεύει ένα διακεκομμένο, χαριέστατο τσ-τσ-τσ-τσ-τσ. Ποιες οι ασχολίες του; Το σμίξιμο με την καλή του, η φωλιά (κυρίως δικό της έργο), τ’ αβγουλάκια τους, τα μικρά του. Και όλα μέσα στο τραγούδι του.

Η φωλιά;
Έτυχε μια φορά να τη δω. Λεπτεπίλεπτη, καλαθάκι. Χρυσό το κορίτσι του κότσυφα, μεγάλη νοικοκυρά. Αυτή την φτιάχνει το πιο πολύ που την βλέπω, αυτή την στολίζει με τα πιτσιλωτά αβγουλάκια, κυρίως αυτή ταΐζει τα πουλάκια τα όμορφά τους. Αυτουνού, ο νους του στο τραγούδι και τις αγάπες.

Η μελωδία;
Σπάνια, γλυκειά και πανέμορφη· όσο και αν την έχουμε συνηθίσει δεν χορταίνεται. Βλέπω τους ανθρώπους να περνούν βιαστικοί κάτω απ’ το τραγούδι του. Δεν στέκονται όλοι σε αυτόν τον ύμνο τον αναστάσιμο, που λαλεί ο ιεροφάντης της άνοιξης, ποιος ξέρει, οι δουλειές τους προέχουν μάλλον. Πάει κι εκείνος στα ψηλότερα και κελαηδεί, συνθέτης μέγας και τραγουδιστής, ντυμένος επίσημα μ’ εκείνο άφθαρτο ρούχο, μα τι λαμπρό το μαύρο του!

Πότε σιωπά;
Θαρρώ όταν τελειώσει με τα ερωτικά, οικογενειακά και πετάξουν τα μικρά του. Το καλοκαίρι αραιώνει, σιγά σιγά εξαφανίζεται, ίσως όχι και εντελώς. Κρύβεται; Πάει στα λίγο πιο δροσερά; Είναι σαν κι μας κι αυτός, ούτε στο πολύ κρύο μπορεί, ούτε στην πολλή ζέστη. Ας του μοιάζαμε λιγάκι και στην καλαισθησία, στη στάση του στη ζωή, τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη του στη φύση.

Σημ. Η φωτογραφία που στάθηκε η αφορμή γι’ αυτήν την κουβεντούλα, τραβήχτηκε χτες, 11 Απριλίου 2018, στις 6 το απόγευμα στο Ηράκλειο Αττικής.

 

Print Friendly, PDF & Email

9 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ωραία τον παίνεψες, Φωτεινή μου, αυτόν το μεγάλο τραγουδιστή. Τόσα κι άλλα τόσα του ταιριάζουν. Και παρουσία επιβλητική και περήφανη. Ο Καρκαβίτσας έγραψε ότι ο κότσυφας έχει τόση συναίσθηση της μελωδικής όσο και ισχυρής, κρυστάλλινης φωνής του, ώστε πετά στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου και τραγουδά. Ή στην κορυφή. Τον ακούω και αναγαλλιάζω. Ιδίως με το δειλινό. Δεν ξέρω πού να πω την χαρά μου. Εύγε για τις διαλεχτές σου αγάπες Φωτεινή και μπράβο για την ευαισθησία σου να τις θυμίζεις σε όσους ξέχασαν ή προσπέρασαν τέτοια πλάσματα, δώρα της φύσης.
    Καλή εβδομάδα και ευχαριστούμε όσοι σε διαβάζουμε.

  2. Και, Φωτεινή, δες τι θυμήθηκα από τα χρόνια τα παιδικά όταν η παρέα στο χωριό, μεγάλη σαν λόχος προσπαθούσε να προφέρει και με ταχύτητα μάλιστα-ματαίως τις περισσότερες φορές- τον γλωσσοδέτη:
    «Σκουληκομερμηγκότρυπα με τα σκουληκομερμηγκόπουλά σου, βάλε τις μπάρες, τις αμπάρες, τις κλειδαροαμπάρες, γιατί έρχεται ο κότσυφας, ο μότσυφας, με τα κοτσυφοπαιδόπουλά του να σου φάει τα σκουλήκια, τα μερμήγκια, τα σκουληκομερμηγκοπαιδόπουλά σου”.
    Την καλημέρα μου

    • Ελένη μου, υπό το τραγούδι του το απίθανο γράφω αυτήν την απάντηση στο όμορφό σου σχόλιο. Αν και σήμερα με τη συννεφιά το έχει λίγο μετριάσει. Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα λογάκια, τον Καρκαβίτσα μα και τον εκπληκτικό γλωσσοδέτη! Νοερό ραντεβού το σούρουπο!

  3. Κείμενο κόσμημα σαν την ολόχρυση φωτογραφία! Θαρρείς και βρίσκονται πλάι στο λήμμα: Ύμνοι εαρινοί! Τι φωτεινό το μαύρο του φτέρωμα! Και τι στιγμιότυπο! Όλο μαζί ποίηση στο υψηλότερο κλαδί!

  4. Κάπου σε ένα γερμανικό ποίημα λέει ο ποιητής για τον κότσυφα, ότι καλαηδα σαν να μην υπήρξε πότε χειμώνας, σαν να έχει ο χειμώνας ξεχαστεί κι ας είναι η εικοστητέταρτη μέρα του Γενάρη – ζεστό απόγευμα βιολεττί – σίγουρα ο Κότσυφας θα ξέρει. Ναι, να προσπαθήσουμε να του μοιάσουμε – σίγουρα ξέρει.

    • Ιωάννα μου, στις 24 του Γενάρη μπορεί να έχει μια χαραμάδα η άνοιξη κι εκεί. Και ο κότσυφας αμέσως, πρώτος, θα την ανοίξει μεγαλύτερη! Ειδικά αν το απόγευμα είναι μαβί. Φιλιά!

  5. Ξέρουν και τα κοτσυφάκια πού να ανοίξουν τη λαλιά τους. Εκεί που ακούγεται! Και τυχεροί εμείς που υπάρχεις, Φωτεινένια μου, και μας αποκαλύπτεις τις κουβέντες και τα μυστικά σας! Ευχαριστώ και τους δυο!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here