Φωτεινή Στεφανίδη: «Ιούνης στο Αιγαίο με τον πατέρα και έναν φίλο της καρδιάς»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.
Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του».
Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, Προσχέδια, τ. Γ΄, Κέδρος

«Απ’ το Λαύριο περνάει πλάι στις πονεμένες Μακρόνησο και Γιάρο –αφού προσπέρασε τη Τζια– κι ύστερα πάει ακόμη πιο ανοιχτά, στη Σύρα της αρχοντιάς και ολόισια πια προχωρεί στις μικρές και τις μεγάλες Δήλες –τις ανείπωτες– και χωρίς ν’ αλλάξει το τιμόνι φτάνει στην αγκαλιά της Μυκόνου. Αυτή τη ρότα πήρε κάποτε ένα καΐκι απ’ το ξημέρωμα κι έφτασε σούρουπο. Κι ήταν αυτό το κάποτε μέσα στον εμφύλιο, στις αρχές. Κι ήταν Ιούνης. Και μέσα στο καΐκι, ανάμεσα σ’ άλλους φοιτητές της Καλών Τεχνών, ένα αγόρι στα 26 με σπάνιο χέρι στο σχέδιο και καθαρή καρδιά. Στα σοκάκια της Χώρας της Μυκόνου παίζαν δυο κοριτσάκια, κάθισαν αγκαλιασμένα στο πεζούλι όπως όταν καθόμασταν για να φωτογραφηθούμε κάποτε, και ο νεαρός τα αποτύπωσε. Και κάπου εκεί κοντά, δυο στενά πιο πάνω, χρόνιζε σ’ ένα μήνα ένα μωρό που σήμερα είναι φίλος της καρδιάς». Καλωσορίζουμε τον Ιούνη ξεφυλλίζοντας με τη Φωτεινή τη Μυζήθρα-Ζυμήθρα του Παναγιώτη Κουσαθανά που «για να ’πιτύχει θέλει καθαρό σώμα και καθαρότερη ψυχή» και κρατώντας κοντά το σχέδιο με τα κοριτσάκια του πατέρα της που ακόμη βαστάει την αλμύρα του 1946.

Τι σημαίνει για σένα Ιούνης στο Αιγαίο;
Ατέλειωτα πλατώματα μ’ ανάμεσα ξερολιθιές γεμάτα αγριοβρώμη. Στις άκρες των χωραφιών ξεθωριασμένες παπαρούνες – οι τελευταίες. Θεριεμένα  λουλούδια αγριοκάροτου και μάραθου. Άπειρες καμπανούλες άσπρες και ροδαλές που τυλίγονται σε κάποιο αγκαθωτό θάμνο κι ύστερα η μια γύρω απ’ την άλλη ώσπου φτειάχνουν τεράστιες ριζωμένες ανθισμένες μπάλες που απορείς πώς δεν πετούν με το μελτέμι. Σημαίνει, κι ας γεννήθηκα πολύ αργότερα, τη ρότα εκείνου του καϊκιού που ξεκίνησε το ’46 από το Λαύριο, για τις ολόφωτες Δήλο και Μύκονο, ρότα που πέρασε στο είναι μου. Σημαίνει κοπανιστή Μυκόνου σωστά φτειαγμένη με τον τρόπο τον παλιό που «τρώ’εται αλειμμένη στο ψωμί ή το βρε’μένο καψιμάδι, που το λέμε και μόστρα, μαζί με ντομάτα που την έχομε κόψει στα δυο για να τη στείψομε από πάνω σαν το λεμόνι…». Σημαίνει βόλτα στα μυκονιάτικα στενά πριν την τρέλα του τουρισμού και βουτιά στα γάργαρα νερά της που τώρα έχουν πάρει άλλα ονόματα.

Τι άλλο μας φέρνει ο Ιούνης;
Το θερινό ηλιοστάσι, εκεί που η μέρα τρίζει και βαστάει όσο τρεις, και τι παράξενο, εκεί αρχίζει να μικραίνει ξανά, βλασταίνοντας το σπόρο του χειμώνα. Πόσο δυνατό, πόσο λαμπερό το ηλιοστάσι του στην καρδιά του Αιγαίου, εκεί που γεννήθηκε ο Απόλλωνας. Αν δεν τον προλάβει ο Μάης, φέρνει και το πρώτο τζιτζίκι στον έρωτά του με την αδελφή του Ήλιου, την Ηώ, μαζί και το πρώτο κανονικό μπάνιο ανήμερα της Αναλήψεως. Αλλά και στη γειτονιά της πόλης φέρνει την τελευταία μέρα του σχολειού, το θρόισμα της λεύκας με την καινούργια φορεσιά, τη σιωπή του κότσυφα που έγινε πια γονιός, τις καφετιές πευκοβελόνες – το κέντημα του καλοκαιριού που ευωδιάζει ρετσίνι. Κι ακόμα, του κήπου το άσπρο αέρινο μούρο, το μούσμουλο, το βερύκοκο, τη φράουλα που κρέμεται δροσερούλα από τη γλάστρα της αυλής.

Οι νύχτες του;
Ξαναπάμε Μύκονο, στη Μύκονο που κρατάμε φυλαχτό:
«Τη νύχτα, παρεχτός τις βαθράκοι, τις ’ζί’ζικες, τα τριζόνια που συνεχίζουνε τη συναυλία, πότε πότε κά’να πετούμενο της ’μερούς σφάλλει μαζί τωνε τη νύχτα για μέρα κι αρχινεύει στ’ όνειρό του το σκοπό, μα, όπως συβ’αίνει στα όνειρα, ποτέ δεν τελεύει…»
Και: «Άμα στήσεις αφτί, μπορείς ακόμη τη νύχτα ν’ ακούσεις τις φωνίτσες του κυνηγιού και του έρωντα από τα σιλιγούδια και τις σαμομίτες που εύγοδοι εύγοδοι σκαρφαλώνουν στις τοίχοι του χωριού δίπλα στο φωσάκι της αυλής γυρεύοντας καμμιά πεταλουδίτσα για προσφά’ι. Που και που το “κουκουβάου, κουκουβάου” της κουκουβάγιας ρα’ΐζει τα σκοτάδια…»

Και τώρα;
Τώρα η γραμμή του ταξιδιού Λαύριο-Μύκονος είναι χαραγμένη στη θάλασσα με άσβηστο μελάνι. Η Δήλος κατοικήθηκε αυτόν τον Ιούνη απ’ ό,τι μαθαίνω με μορφές βαριές, σκούρες κι αμίλητες. Η Μύκονος χάνει την κελαηδιστή λαλιά της όπως την πρωτακούσαμε και όπως την κρατάει ατόφια ο Παναγιώτης Κουσαθανάς στ’ αποσπάσματα που διαβάσαμε, και τα κοριτσάκια δεν είναι πια αγκαλιασμένα στο πεζούλι του 1946. Ο νεαρός ζωγράφος βρήκε τη θέση του ανάμεσα στ’ αστέρια που είχε ράψει κι εκείνος μαζί με τα κουμπιά του σακακιού του. Αλλά και κάτι υπάρχει που φωνάζει σήμερα, κάτι σαν τον τζίτζικα και το γρύλο, σαν τη κουκουβάγια και το σαμιαμίδι, κάτι που σε κάνει ακόμα να σιγουρεύεσαι ότι ο Ιούνης είναι εδώ και το τζιτζίκι θα νικήσει.

 

Σημ.: Όλα τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά –εκτός από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου στην αρχή και το κομμάτι της εισαγωγής της κουβέντας μας– είναι από το βιβλίο του Παναγιώτη Κουσαθανά «Μυζήθρα-Ζυμήθρα / Ένα αληθινό παραμύθι», ΚΔΕΠΑΜ και εκδ. Στεφανίδη 2010 – ξεχωρίζουν κι από το μυκονιάτικο ιδίωμα. Στη εικόνα, μαζί το βιβλίο, διακρίνεται το σχέδιο του Γιάννη Στεφανίδη με τα δυο κοριτσάκια, μελάνι σε χαρτί, καμωμένο το 1946 στη Χώρα της Μυκόνου.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Kαλημέρα, Φωτεινή μου, Γιώργο καλημέρα, καλημέρα στους φίλους, στα παιδιά και στα πουλιά, καλό Μήνα Ιούνιο. Που μεστώνουν και γίνονται ολόχρυσα τα στάχυα, ένας χρυσός που αστραποβολάει και ανάμεσα τους, από το χέρι του Θεού βαλμένες ή από τον αέρα και τα πουλιά φερμένες, οι θεσπέσιες αγριόβιολες ή άγριες ορχιδέες, της μάνας μας η αδυναμία!
    Απ’ το πρωί γύρευα το σημείωμά σου για τον λαγαρό Ιούνιο, Φωτεινή μου, να τον υποδεχτώ με τα δικά σου μάτια, λόγια, μνήμες. Και ας πονούν καμιά φορά, πόνο γλυκόπικρο. Μένουν εικόνες σαν τις αγκαλιασμένες φίλες με τα μάτια της Παναγιάς, μένουν οι αυλακιές ανάμεσα στα αστέρια και οι αγγέλοι που φτερουγίζουν «μες στου Αιγαίου τα νερά… «μένει και το αληθινό παραμύθι Μυζήθρα- Ζυμήθρα», του άοκνου λάτρη της Ελλάδας μας, του τόπου μας, Παναγιώτη Κουσαθανά, είναι και οι παραλίες που άρχισαν να ευωδιάζουν αμάραντα (σεμπρεβίτες), όλα καλά, εκεί έξω, στη Φύση, για τα εντός το συζητάμε… Καλώς μας ήλθε ο Ιούνιος οπού οι γυναίκες που γεννιούνται όσο αυτός αρχοντεύει «Είναι ευαίσθητες, δυναμικές, με πανέμορφα φωτεινά μάτια». Μην τυχόν και είσαι γεννημένη Ιούνιο, Φωτεινούλα μου, και δεν το ξέρω; Καλώς μας ήλθε, λοιπόν, ο μήνας ο χρυσός, καλώς να μας δεχτεί η θάλασσα, ήδη μας περιμένει- και, Φωτεινή μου, τι παριστάνουν ή τι συμβολίζουν αυτά τα πλάσματα τα ακίνητα και αγέλαστα που τοποθετήθηκαν τελευταίως στο ιερό μας νησί;
    Μια γλυκιά, εγκάρδια καλημέρα στέλνω, εδώ ο κότσυφας ακόμα λαλεί και με τρελαίνει…

  2. Καλησπέρα Ελένη μου αγαπημένη. Εδώ τα κοτσύφια έχουν σταματήσει τα τραγούδια τους. Κοιτάζουν τη φωλιά και την οικογένεια. Μόνο το σούρουπο καμμιά φορά.. Φαίνεται στα νότια έχουν άλλο πρόγραμμα. Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστούμε για όλα τα καλά που γράφεις και τα ευωδιαστά. Ιούνιο, όχι, μες στον παγωμένο Γενάρη γεννήθηκα, διαμετρικά απέναντι! Ωστόσο λατρεύω τον Ιούνη. Ο πιο λαμπρός του χρόνου, ο πιο καθαρός σε όλα του, μα και θέλει δυνάμεις κι αυτός και το ηλιοστάσι του… Για τα σκούρα γλυπτά που στήθηκαν στη Δήλο, τίποτε προς το παρόν πέρα από μια αίσθηση έκθεσης έπαρσης. Ίσως επανέλθουμε. Πολλά φιλιά, και τώρα ακούγονται τα χελιδόνια να φλυαρούν.. Μήνα καλό!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here