Φωτεινή Στεφανίδη: «Αύγουστος ιερός»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Όποιον δρόμο κι αν έπαιρνα
τον άλλον ευχόμουν πάντα να είχα επιλέξει
μόλο που ήξερα
καθόλου μεταξύ τους δεν διέφεραν
ή ελάχιστα (ίσως) στα επουράνια
ρείθρα τους.»
Χρήστος Μπουλώτης, «Άνοιξη ισχαιμική» ποιητική σύνθεση σε οκτώ μέρη, (από το μέρος Ι).

«– Φαντάζομαι τον άγιο Αύγουστο, αγόρι γύρω στα οχτώ με μπλουζάκι ριγωτό άσπρο μπλε, παντελονάκι και λευκή ελβιέλα και στο χέρι μια φέτα καρπούζι, είπε.
– Κι εγώ τον θέλω γυμνό από τη μέση κι επάνω, στα είκοσι ένα, μελαχροινό με γιασεμιά στο κεφάλι, είπα. Κι ακόμη τον βλέπω άγγελο κι ερωτιδέα να παίζει να τρέχει σ’ ακροθαλασσιές πάνω από τα σύννεφα, πάνω από τα μερομήνια, αυτές τις δρίμες που τόσο μας κανονίζουν τη ζωή. Την επίγεια.» Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον Αύγουστο μήνα, παιδί, θεό, άγιο και άγγελο, ανοίγοντας το χειροποίητο βιβλίο το εκτός εμπορίου, με τίτλο «Α.Ι.» με το ρόδο στο εξώφυλλο, βασισμένο στην ποιητική σύνθεση του Χρήστου Μπουλώτη «Άνοιξη ισχαιμική» και αντικαθιστώντας τις ερωτήσεις με διαλεγμένους στίχους του.

«Ο χρόνος φυλλοβόλος με τίποτα
δεν ομοιοκαταληκτεί
πάρεξ με την ανάμνησή του.»

(από το μέρος ΙΙ)

Δεν έχει έλεος αυτός ο μήνας, ούτε στη ζωή ούτε στο θάνατο. Στάζει ρετσίνι το πεύκο και σκουραίνουν κι άλλο οι περσινοί λεκέδες. Έρχεται το φευγιό του Φεντερίκο, ξανά και ξανά στις 19 του. Τα σύκα ώριμα στάζουν εκεί, μαζί με το Δεκαπενταύγουστο. Η χαραγμένη στα τρία εικόνα της Παναγιάς από την Τρίγλια. Ξανά και ξανά. Η μυρωδιά του φθινοπώρου. Οι καρποί του βραχυχίτωνα, κάτι αντίστροφο από το καρπούζι, μα και τόσο συγγενικό. Τ’ ανθισμένο κοράλλι που θα βαστήξει ώς τον χειμώνα. Ο χειμώνας ο ίδιος, κι ας καίει ο τόπος.

«ό,τι με κάνει να βουρκώνω
είναι που αξίζει πιο πολύ
ό,τι και μες στον μαρασμό του
θάλλει ακόμη –το ρόδο αίφνης,
ασύγκριτα ευώδες βιβλικό
ρόδο το αμάραντο οδός Ωραιοπούλου–
είναι παρήγορα που με πληθαίνει όταν
μόνος, μονάχος, μονομάχος
σε στίχο δανεικό.»
(από το μέρος ΙΙΙ)

Μέσα στο φτηνό πλαστικό μπουκάλι του μισού λίτρου το ρόδο. Και τεμπελιάζουν οι άγγελοι σαν μπαίνει ο Σεπτέμβρης. Κι εκείνο ακόμη βγάζει, ώς τον Οκτώβρη που θα σπαράξει ο τελευταίος τζίτζικας στην παραλία του αποχαιρετισμού, που ολόχρυση είπαμε στέκει και πάνω από τα σύννεφα και παίζουν και τρέχουν οι ερωτιδείς και οι φτερωμένες πια σκοτωμένες αλεπούδες –θύματα του Αυγούστου των πολλών– και οι σκαντζόχοιροι.

«Ποιητικές προσχώσεις, αποθέσεις ανασκάπτοντας
μ’ ένα τραυλό φεγγάρι
ολοένα πιο βαθιά (μέχρι τον έβδομο ουρανό
και βάλε) αναρωτιέμαι αν μέσα μου
χάος απέμεινε ικανό…»
(από το μέρος ΙV)

Αυτό το φεγγάρι, αυτό πάντα κανονίζει του Αυγούστου τα κέφια, αρπάζει τα παιδιά, ρίχνει τα σύκα κάτω, φουσκώνει τη θάλασσα, σπάζει με τους ανέμους του κλωνιά, σκίζει και σκορπά φύλλα κι ας είναι στερεωμένα γερά στους μίσχους τους, καίει, κατακαίει. Έχει καλά κρυμμένη στην καρδιά του την παγωνιά, σκεπασμένη με δήθεν καύσωνα που κανείς δεν αντέχει, μα που όλοι ξέρουν ότι πια είναι φτενός, γι’ αυτό και ανταλάσσουν την τόσο αταίριαστη (;) ευχή «καλό χειμώνα». Αλλά κι εδώ πείσμα, πείσμα, «με το καλό το γαϊδουροκαλόκαιρο» φωνάζω στο κενό ομοίως, ανοίγοντας τη νερένια πόρτα για να συναντήσω απρόσμενα μια θαλασσινή ανεμώνη, ένα ναυτίλο ξεβγαλμένο που αγωνιά, μία μπουρού με τις κίτρινες κεραίες της έτοιμες να αμυνθεί στο άδικο.

«Διανυκτερεύω κατά συρροήν
σε δύσβατα της μνήμης και ατραπούς
στο κάλλος που δεν απαλλάχτηκε
από τη μοίρα του θηράματος.»
(Από το μέρος V)

Εκεί κυνηγάει, μέσα στη ζέστη και την ησυχία της πόλης η ψυχή την καρδιά, άγνωστο αν θα την γραπώσει. Στο αλμυρό νερό η μάχη τελειώνει και ξαναρχίζει χωρίς χρονοτριβή με το γιασεμί, το κοράλλι και τον βασιλικό να επιμένουν, έρχεται και το τρελό νυχτολούλουδο.

«Ομνύω στο ελάχιστο της χαραμάδας
όπου αξιώθηκα την κυματόβρεχτη πλαγιά
πλάι στο καρνάγιο
μαζί και το κορίτσι αμάραντο
για χάρη μου που έπλεξε μαγιάτικο στεφάνι
χορεύοντας αερικό από άλλον κόσμο.»
(Από το μέρος VI)

Υπάρχει και το ανάμεσα στον Αύγουστο. Το από τη γη ώς τον ουρανό. Τι κι αν δεν είναι ο έβδομος; Μπορεί ο δεύτερος, ο τρίτος, ο έκτος. Κι εκεί κατοικούν φτερωτά, αερικά, αμάραντα πλάσματα, άνθη αμάραντα. Αγγελικούλας καρποί πια, ολοστρόγγυλοι με μιαν ακίδα στις άκριες τους, έτοιμοι κι αυτοί να ανοίξουν στα τρία – Παναγιές, να φανερώσουν ρουμπίνι και χρυσό. Αμάραντοι κι αυτοί σε πέτο χειμωνιάτικο, σε βάζο Χριστουγέννων.

«Τον Άγγελο αναζητώ προαιώνιο
Άγγελο πρωτοστάτη αιφνιδίως
που πυρακτώθηκε σε δυσθεώρητο ύψος
εβδομάδα των Παθών…»
(από το μέρος VII)

Ενώνεται Άγγελος με άγγελο, ενώνεται Απρίλης με Αύγουστο, ενώνονται παπαρούνες με καρπούζι. Ίδιο κόκκινο, ίδια όλα τα χρώματα – πράσινο, κόκκινο, μαύρο, λίγο ασπράκι. Ίδιο μετάξι, το ένα στα μάτια και στα δάχτυλα, το άλλο στο στόμα και στο είναι. Ίδιο και το δυσθεώρητο ύψος, τι έβδομος ουρανός – άπειρο. Και φως, πόσο φως…

«…επιστρέφω
με λήμνιες τις τσίγκινες καράβες μου
στα χέρια άθυρμα αυτοσχέδιο
και τάμα σεπτής ταπεινοσύνης
εύπλοες καράβες
όπως σε ζωγραφήματα νοσταλγικά
του συντοπίτη Ράλλη Κοψίδη
– το ίδιο ευλαβικά
το ίδιο καλλιγραφημένα…»
(από το μέρος VIII)

Λήμνος και τσίγκινη καράβα τ’ όνειρο του φετινού Αύγουστου. Ελβιέλα, ριγωτό μπλε-άσπρο μπλουζάκι και καρπούζι στο χέρι, ό,τι πεις. Κι ένας γάτος που άργησε να φύγει με τα χελιδόνια, είκοσι χρόνια άργησε. Κι επιστρέφει όμως, επέστρεψε. Και πόσο τον θέλουμε χαρούμενο στην αυλή όποιου μουσείου θέλει αυτός…

Σημ.: Η ποιητική σύνθεση «Άνοιξη ισχαιμική» του Χρήστου Μπουλώτη είναι δημοσιευμένη ολόκληρη στο τεύχος αρ. 1880 –Μάρτιος 2019– του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εστία.

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. «εύπλοες καράβες» όπως κι αν θέλεις να το δεις, είναι ευχή και Αυγουστιάτικο παιχνίδι! Ειδικά μέσα μα και σαν επίλογος στην Α. Ι. ! Λήμνιες αγάπες επίσης θα ευχηθώ, και Αύγουστο δροσερεμένο, μα βαθιά Καλοκαιρινό!

  2. Όμορφο, πολύ όμορφο το κείμενο, Φωτεινή μου! Δοξαστικό! Και οι στίχοι του Χρήστου Μπουλώτη- τι ποίηση!
    Ποίηση είναι και τα στάσιμά σου. Και τα ρόδα στο πλαστικό μπουκάλι του νερού. Κοίτα χρώμα!!!
    Προσωπικώς έχω να θυμάμαι σεπτές και σεμνές Παναγιές να γιορτάζουν τον Αύγουστο πνιγμένες στα βασιλικά και στο θυμίαμα αλλά και στη λατρεία μας, Παναγιές στα βουνά και στα ακρογιάλια μας, μανούλες με μάτια πελώρια, καθαρά μα με μια κρυμμένη έγνοια, και το φούλι στο πέτο του πατέρα μου όταν κατέβαινε καμαρωτός τις σκάλες για να πάει να την προσκυνήσει λίγες μέρες νωρίτερα από τη χάρη Της, του Σωτήρος, συγκεκριμένα, εκεί στην εκκλησία της Κυδαθηναίων, στην Πλάκα, που φέρει το όνομά Του, κι εμένα μου φάνηκε ότι είχε μεταμορφωθεί και ο καπετάνιος πατέρας μου, εμπρός στα έκπληκτα μάτια μου: Αριστερά και δεξιά του ήταν ο Μωϋσής και ο Ηλίας αντίστοιχα.
    Καλό μήνα σε όλους, ευωδιαστό, πολύχρωμο και λαμπερό, συντροφικό, ακατάβλητο πρίγκιπα και φύλακα της μνήμης, μικρών και μεγάλων.

    • Τι εικόνες ομιλούσες, Ελένη μου! Κι αρώματα και λεβέντικοι καιροί… Μήνα καλό, φύλακα όπως λες της μνήμης μοναδικό…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here