Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥΛΗ

Σε πολλά κράτη-μέλη τα ακροδεξιά κόμματα ενισχύουν την παρουσία τους στον δημόσιο διάλογο και στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας. Η ενίσχυση της ρητορικής του μίσους στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, στα τρία δηλαδή μεγαλύτερα κράτη-μέλη της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά και σε άλλα κράτη-μέλη με υπερσυντηρητικές κυβερνήσεις, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Αυστρία, φέρνει ως μείζον ζήτημα της πολιτικής συζήτησης στην ΕΕ τη διαχείριση και αντιμετώπιση του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος.

Η άνοδος της ακροδεξιάς τείνει να καταστεί εξαιρετικά επικίνδυνη για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και τις κοινωνίες μας, ειδικά όταν τα συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΕ, όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν μπορούν να προχωρήσουν αποτελεσματικά στην υιοθέτηση των αναγκαίων θεσμικών μεταρρυθμίσεων.

Η ρητορική του μίσους έρχεται να καλύψει το κενό διαλόγου και πρωτοβουλιών στη δημόσια σφαίρα της Ευρώπης, με τις δημοκρατικές δυνάμεις να δυσκολεύονται να οικοδομήσουν ένα ευρύ και προοδευτικό μέτωπο κατά της εθνικιστικής οπισθοδρόμησης. Παρόλα αυτά, υπάρχουν ορισμένες συντονισμένες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός φιλοευρωπαϊκού πολιτικού μετώπου, που μπορεί να αντιμετωπίσει τις ακροδεξιές δυνάμεις στον δρόμο προς τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019.

Οι ζυμώσεις μεταξύ των δυνάμεων της Αριστεράς, των Σοσιαλιστών και των Πράσινων έχουν εμπλουτιστεί με συγκεκριμένες προτάσεις, που μπορούν να αντιμετωπίσουν μερικά από τα σημαντικότερα ζητήματα σε επίπεδο ΕΕ, όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η φορολογική διαφάνεια και η ανάγκη για ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης.

Ορισμένοι πολιτικοί ηγέτες έχουν υποστηρίξει τις προσπάθειες για ένα ευρύτερο προοδευτικό μέτωπο, όπως οι Πρωθυπουργοί Αλέξης Τσίπρας, Αντόνιο Κόστα και Πέδρο Σάντσεθ, ενώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ευρωβουλευτές και επικεφαλής των προοδευτικών πολιτικών ομάδων, όπως ο Ούντο Μπούλμαν, η Γκάμπι Τσίμερ και η Σκα Κέλλερ, συνεχίζουν να πιέζουν για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αναζωογονήσουν το ευρωπαϊκό πρότζεκτ και να επαναφέρουν στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας τις ιδρυτικές αξίες της Ένωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να ενδυναμωθούν και κανάλια επικοινωνίας με το δημοκρατικό κέντρο και τους φιλελεύθερους, ώστε αυτή η μεγάλη συμμαχία να μπορεί να αποκτήσει την ευρύτερη δυνατή δυναμική.

Αυτές οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να οικοδομήσουν μια συμμαχία απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που αποδυναμώνουν τα εργασιακά δικαιώματα και αυξάνουν τις κοινωνικές ανισότητες. Μπορούν επίσης να συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο θεμελιωδών πολιτικών προτάσεων, που στο παρελθόν, χωρίς το βάρος των σημερινών προκλήσεων, θα ήταν δύσκολο να συμφωνήσουν ή να συναινέσουν. Αυτές οι προτάσεις αφορούν στην ανάγκη αναζήτησης μιας ισορροπημένης πολιτικής μεταξύ της ασφάλειας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της αντιμετώπισης των διαρθρωτικών ελλείψεων στην αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης χωρίς την κατάργηση ή αποδόμηση των Συνθηκών της ΕΕ και την προώθηση ενός νέου εργασιακού μοντέλου, που μπορεί να ενσωματώνει τόσο τις περιβαλλοντικές ανησυχίες, όσο κι έναν συνεχώς αυξανόμενο παγκόσμιο πληθυσμό και μια πιεστική τάση για πολλαπλασιασμό των θέσεων εργασίας.

Οι ευρωεκλογές προσφέρουν το κατάλληλο έδαφος για την επεξεργασία όλων αυτών των προτάσεων. Η ακροδεξιά δεν αποτελεί εναλλακτική λύση απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, αλλά ένα τεράστιο πισωγύρισμα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Από euobserver.com

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here