Toυ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Σήμερα το χάραμα έπαψε να ανασαίνει ο «άνθρωπος χωρίς πρόσωπο».
Είδα τη γυναίκα του το πρωί έξω από το μονόκλινο της απομόνωσης· μισοβουρκωμένη, μισοανακουφισμένη.
Πήγε γυρεύοντας, μου είχε εξομολογηθεί πριν από λίγες μέρες, όταν μας είδε όλους να βγαίνουμε φρικαρισμένοι από τον θάλαμο μετά από τη «συνάντηση γνωριμίας» με τον ασθενή της «καραντίνας».
Μέσα η ομάδα απολύμανσης είχε πιάσει εντατική δουλειά.

Ο άνθρωπος που γνώρισα οχυρωμένο πίσω από μία μεγάλη γάζα, σαν μπούργκα, να σκεπάζει τα δύο τρίτα του προσώπου και το υπόλοιπο γεμάτο όγκους -όπως ο άνθρωπος-ελέφαντας μουρμούρισε ταραγμένος ο Νίκος.
Για τα χέρια δε βρίσκω περιγραφή επαρκούς φρίκης.

Έφυγε και δεν ήξερα το πρόσωπό του, δεν αναζήτησα τη φωτογραφία του σε μια ταυτότητα ή κάποιο έγγραφο. Μαντεύω από τον γυιό του πως ήταν ομορφάντρας.
Έφυγε μέσα στη σιωπή -δεν είχε στόμα, μύτη, γλώσσα.
Ίσως δεν είχε λάρυγγα καν.

Ενα εξιτήριο αγνοουμένου.
Είχε πάει γυρεύοντας.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here