Εξειδικευμένοι καίριοι διαλογισμοί και η κατασκευή των ονείρων ως προάγγελοι μελλοντικής προοπτικής

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Ένα μεγάλο κιτρινωπό σκυλί  κοιτάζει χαμηλά, για περίεργο λόγο, στο εξώφυλλο του περίεργου μυθιστορήματος του Πωλ Ώστερ (Paul Auster) ‘Τιμπουκτού’ (Timbuktu, 1999), δεδομένου ότι ο Ώστερ δεν είχε γράψει ποτέ για το θέμα αυτό προηγουμένως (για την ελληνική γλώσσα, από τις Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1999). Το ‘Τιμπουκτού’  είναι πράγματι ένα μυθιστόρημα που αφορά  ένα σκυλί, ένα παλιόσκυλο του δρόμου, στην ουσία, που μέσα στο κείμενο ονομάζεται κ. Κοκκαλιάρης (Mr. Bones, στο πρωτότυπο), από την οπτική του οποίου αφηγείται η παράξενη και απλή στο σενάριο, μάλλον, ιστορία. Δυστυχώς, ο σκύλος δεν είναι το μοναδικό  ‘μπασταρδεμένο πράγμα’ και οντότητα σε αυτό το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα  ‘Τιμπουκτού’, λοιπόν, αφορά μια δύστροπη και μπλεγμένη κατάσταση, ένα μπάσταρδο  σκυλί του δρόμου και άγνωστων γονέων,  όχι μόνο επειδή ο πρωταγωνιστής του είναι κάτι τέτοιο, αλλά και επειδή ταυτόχρονα η αφήγηση εμπλέκει επίσης πολλές παραμέτρους και θέματα απροσδιόριστης καταγωγής και προέλευσης, πολυποίκιλα ερωτηματικά που αφορούν δύσκολα προσβάσιμους, μακρυνούς και εν πολλοίς άγνωστους, υπερφυσικούς  και ανεξερεύνητους προορισμούς, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί τον  απόγονο μιας υπερβολικά βιαστικής σύζευξης διαφόρων λογοτεχνικών ειδών, μια ιστορία πάρα πολύ σχιζοφρενική αν ιδωθεί από κάποιες ειδικές γωνίες, για να φανεί τι είδους μυθιστόρημα θέλει να φαίνεται, να χαρακτηρίζεται  και να καταλήγει   τελικά στα μάτια των κριτικών και των αναγνωστών του.

Πωλ Ώστερ (1947- )

 

Το ‘Τιμπουκτού’ (Timbuktu,1999) διαδραματίζεται, όπως πολλές από τις αφηγήσεις του Ώστερ, μέσα στο δρόμο. Ο αναγνώστης ακολουθεί τον Κοκκαλιάρη μαζί με το αφεντικό του, έναν παρακμιακό μεσήλικα ποιητή, τον Γουίλι Τζ. Κρίσμας (Willy G. Christmas), στη Βαλτιμόρη, όπου κατευθύνονταν στο τελευταίο ταξίδι της ζωής του Γουίλι. Ο δυστυχής  Γουίλι είναι διαταραγμένος ψυχικά, και ως επί το πλείστον άστεγος, καθώς μια φοβερή περίοδος κατάχρησης ουσιών  κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του σπουδών τον οδήγησε σε ένα εξειδικευμένο ψυχιατρικό ίδρυμα για αποθεραπεία. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του από εκεί, είχε ένα όραμα με τον Άγιο Βασίλη να του μιλάει από μια τηλεοπτική συσκευή. Έτσι ξαναγεννιέται και ο Γουίλι Γκούρεβιτς μετατράπηκε σε Γουίλι  Κρίσμας,  με ειδική αποστολή να ενσωματώνει το μήνυμα των Χριστουγέννων κάθε μέρα του έτους, να μην ζητά τίποτα από τον κόσμο και να του δίνει μόνο αγάπη σε αντάλλαγμα. Ο Κοκκαλιάρης είναι  ο μοναδικός σύντροφος του Γουίλι. Την εποχή εκείνη που αρχίζει το μυθιστόρημα,  ο Γουίλι πλησιάζει στο θάνατο, ο σκύλος και ο άνθρωπος έρχονται στη Βαλτιμόρη για να παραδώσουν κάποια καλά φυλαγμένα πράγματα στη δασκάλα του Γουίλι, που τώρα ζει εκεί, γιατί μόνο τότε μπορεί ο Γουίλι να πεθάνει ειρηνικά. Όμως, ο περιπλανώμενος άντρας πεθαίνει πριν  μπορέσει να εντοπίσει τη δασκάλα του,  και έτσι ο Κοκκαλιάρης αφήνεται να περιπλανηθεί στο Μέρυλαντ και στο υπόλοιπο μυθιστόρημα χωρίς το αγαπημένο του αφεντικό. Ο Ώστερ  εδώ ασχολείται επισταμένως  με κάτι άλλο εκτός από την ύφανση των σύνθετων και πολύπλοκων ινών της ίντριγκας, μια ανησυχία περισσότερο χαρακτηριστική των παλαιότερων έργων του,  όπως ας πούμε της γνωστότερης  ‘Τριλογίας της Νέας Υόρκης’. Αλλά δεδομένου ότι το ‘Τιμπουκτού’  είναι ένα σχετικά σύντομο και κάπως μυστικιστικό μυθιστόρημα, κάπου διακοσίων σελίδων, που στερείται της επικής κλίμακας ενός άλλου βιβλίου όπως το ‘Λεβιάθαν’ (Leviathan,1992),  προσκαλεί και προκαλεί τη σύγκριση με αυτά, τα πρώτα εκείνα μυθιστορήματα. Η ‘Τριλογία της Νέας Υόρκης’, ειδικά το πρώτο μέρος της,  η ‘Γυάλινη Πόλη’ (City of Glass, 1985), ήταν μια συλλογή από πνευματώδεις, ασαφείς αλληγορικές και νουάρ ιστορίες, και ταυτόχρονα ένα αγχωμένο, κομψό όραμα της αστικής ανομίας. Έκτοτε, κυριάρχησε ένα διαφορετικό μοτίβο στο γράψιμο του Ώστερ, όπου υπερτερούσε η ιστορία ενός σκληρού, ανέντιμου, αλλά ελκυστικού χαρακτήρα. Αν και μερικοί αναγνώστες πιστεύουν ότι η κεντρική εμμονή του Ώστερ είναι η σύμπτωση, η συγκυρία, η μοναξιά, ή η αστυνομική έρευνα, στην πραγματικότητα ο συγκεκριμένος συγγραφέας αρέσκεται στην περιπλανώμενη αλητεία, την ανησυχία και την ταραχή περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο.  Διαβάζοντας τη ‘Γυάλινη Πόλη’, παρατηρούμε ότι το περπάτημα και η περιπλάνηση, για τον Ώστερ, είναι απλώς μια μορφή γραφής. Ίσως βέβαια  να φαίνεται αυτό εμφανέστερα σε άλλα βιβλία του, όπως στη ‘Μουσική του Πεπρωμένου’ (The Music of Chance, 1990), και ακόμα στο ‘Λεβιάθαν’. Το κεντρικό πρόβλημα με το ‘Τιμπουκτού’   είναι ότι δεν μπορεί να αποφασίσει σε ποιο είδος ανήκει, ειδικά στη γλώσσα, η οποία μολύνει και επηρεάζει αργά και σκληρά την όλη απλή, κατά τα άλλα, αφήγηση. Για το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Κοκκαλιάρης δεν διαφέρει από τον άνθρωπο, αλλά αρκετές φορές είναι σοφότερος απ’ αυτόν. Ο Ώστερ δείχνει να έχει δίκιο όταν αφήνει έναν σκύλο να αφηγείται την ιστορία ή ένα μέρος  των συνομιλιών μεταξύ τους. Αλλά όταν ο Κοκκαλιάρης ‘σταματάει’ να είναι σκύλος  και ‘γίνεται’ φιλόσοφος, το μυθιστόρημα παραπαίει, γιατί ο σκύλος κατανοεί πλήρως την αγγλική γλώσσα, συμπεριλαμβανομένης της περίπλοκης ιστορίας των μεταναστών των παππούδων του Γουίλι από τη Βαρσοβία μέσω της Γαλλίας και του δύσκολου Ατλαντικού Ωκεανού στην Αμερική.

Καθώς ο Πωλ Ώστερ ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, κατά πάσα πιθανότητα, συνειδητοποίησε ότι ‘μεταμορφώθηκε’ σε σκύλο, και έτσι αποφάσισε να γράψει ένα μυθιστόρημα από την άποψη του σκύλου, το οποίο ακούγεται παράξενο και τολμηρό, αλλά ακολουθεί μια καθιερωμένη λογοτεχνική παράδοση, αν λάβουμε υπόψιν ανάλογες, παλιότερα, προσπάθειες του  Φρανς Κάφκα, όπως το διήγημά του  ‘Έρευνες ενός σκύλου’ (Forschungen eines Hundes, 1922), που δημοσιεύτηκε το 1931,  ή το ‘Flush’ της Βιρτζίνια Γουλφ με τη βιογραφία του σκύλου της Elizabeth Barrett Browning. Αλλά ο Ώστερ δεν δείχνει  απελπισμένος και η όποια μεταμόρφωση είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής του καριέρας. Ξεκίνησε ως ποιητής και συνέχισε την πορεία του στην πεζογραφία το 1982, για να γράψει απομνημονεύματα πολύ πριν από τη μόδα του, ένα λαμπρό, ανορθόδοξο προσωπικό διαλογισμό σχετικά με την πατρότητα, που πήρε το όνομα,  ‘Η επινόηση της μοναξιάς’ (The Invention of Solitude, 1982). Τότε ήρθε και  η ‘Τριλογία της Νέας Υόρκης’, ένα δυνατό εγκεφαλικό υπερμοντέρνο τρίπτυχο, με σύντομα μυθιστορήματα πλουσιοπάροχα πλημμυρισμένα με λογοτεχνικούς υπαινιγμούς. Μετά από ένα σύντομο και επιπόλαιο φλερτ με τη δυστοπία, ‘Στη χώρα των τελευταίων πραγμάτων’ (In the Country of Last Things),  μετατοπίστηκε σε ένα άλλο πεδίο με το ‘Παλάτι του φεγγαριού’  (Moon Palace, 1989) και τη ‘Μουσική του πεπρωμένου’ (The Music of Chance, 1990). Στη συνέχεια ήρθε στη δημοσιότητα το μυθιστόρημα ‘Λεβιάθαν’, ένα αμερικανικό πανόραμα, ύστερα  ένας μύθος για ένα αγόρι που θα μπορούσε να πετάξει, ο ‘Ίλιγγος’  (Mr. Vertigo, 1994), και στη συνέχεια ένας άλλος μύθος,  το ‘Τιμπουκτού’, για ένα σκυλί. Ταυτόχρονα με τη λογοτεχνία έως τότε, χρημάτισε δοκιμιογράφος, συντάκτης και μεταφραστής. Οι κριτικοί στην πατρίδα του καλωσόρισαν την ‘Τριλογία της Νέας Υόρκης’, αλλά παρ’ όλα αυτά για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν περισσότερο δημοφιλής στο εξωτερικό από ότι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την  Αμερική. Οι Γάλλοι έως τότε, πάντως, υπήρξαν οι πιο ενθουσιώδεις αναγνώστες του Πωλ  Ώστερ,   για πολλούς λόγους.

Το ‘Τιμπουκτού’ είναι η ιστορία του Κοκκαλιάρη με τον αγαπημένο και αφοσιωμένο κύριό του, τον Γουίλι Κρίσμας,  έναν εξίσου κακόφημο ποιητή, του οποίου ο επικείμενος θάνατος ανακοινώνεται στην πρώτη ήδη σελίδα του βιβλίου, πριν καλά-καλά δηλαδή ξεκινήσει το  μυθιστόρημα. Το πρώτο ένα τρίτο του μυθιστορήματος ανακεφαλαιώνει το κοινό  παρελθόν τους, ενώ στη συνέχεια ξεδιπλώνονται οι συνεχείς προσπάθειες του Κοκκαλιάρη να βρει καινούργια αφεντικά, όπως ένα αγόρι με καταγωγή από την Κίνα και αργότερα μια  άλλη οικογένεια που ζει μακρυά από το κέντρο της πόλης. Ωστόσο, στο τέλος αποφασίζει να επανέλθει δίπλα στον Γουίλι, στο Τιμπουκτού, στην  ‘όαση του πνεύματος’, εκεί που όπως εξηγούσε και ισχυριζόταν ο Γουίλι, ‘… όπου τελειώνει ο χάρτης αυτού του κόσμου,   αρχίζει ο χάρτης του Τιμπουκτού…’. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την πόλη του Τιμπουκτού ως επικεφαλίδα του μυθιστορήματός του, για τους δικούς του προφανώς λόγους. Είναι η πόλη εκείνη που τον δέκατο πέμπτο αιώνα, αριθμούσε κάπου εκατό χιλιάδες κατοίκους, η αυτοκρατορική του αυλή φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό γιατρών, δικηγόρων, δικαστών και ιερέων, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της μελετούσε με σεβασμό το δίκαιο και τη θεολογία. Έτσι, να υπενθυμίσουμε,  δεν είναι παράξενο που το 1988 ανακηρύχτηκε απ’ την Ουνέσκο ως τόπος Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Φυσικά το ερώτημα αν και κατά πόσο τα σκυλιά έχουν ψυχή, είναι καθαρά πλασματικό και άπτεται άλλων πεδίων συζήτησης! Όταν οι δυό τους φτάνουν κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους μπροστά στο νούμερο 203 της Νορθ Άμιτι, στη Βαλτιμόρη, στο σπίτι δηλαδή που έζησε ο γρήγορα αποδημήσας Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849), ο ετοιμοθάνατος μεσήλικας Γουίλι, ξετυλίγει ακριβώς εκεί στο πεζοδρόμιο, έναν αποκαλυπτικό μονόλογο που έρχεται σε ευθεία και παράλληλη πορεία με τον λογοτεχνικό, και όχι μόνο, μέντορά του, λέγοντας: ‘…   εκείνος ο τύπος, ο Πόε, ήταν ο παππούς μου, ο μεγάλος μακρυνός πρόγονος και μπαμπάκας για όλους εμάς τους Γιάνκηδες γραφιάδες. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχα ούτε εγώ ούτε αυτοί ούτε κανένας… Κάποιος άγγελος μας οδήγησε σε αυτό εδώ το σημείο και σκοπεύω να μείνω λίγο και να υποβάλλω τα σέβη μου… Μη νοιάζεσαι για τη βροχή. Κάτι σταγόνες είναι μόνο και δεν πρόκειται να μας βλάψουν’.

Η συνομιλία του Γουίλι με τον σκύλο του, τον κ.  Κοκκαλιάρη, και ολόκληρος ο τρόπος συμπεριφοράς τους, είναι το αποτέλεσμα ενός έξυπνου συγγραφέα με τη ‘σύμφωνη’ γνώμη του αναγνώστη ο οποίος επικροτεί, άθελά του,   αυτή την ψεύτικη και χιουμοριστική δραστηριότητα των σκυλιών.  Ο Ώστερ, όμως, μέσα από την συμβίωση και περιπλάνηση των δυό τους, εκπτύσσει τις δικές του απόψεις γύρω από το θέμα των ζώων και των σχέσεών τους με τον άνθρωπο, ενώ δεν λείπουν οι αναφορές και κάποιες βαθύτερες σκέψεις για την ποίηση, τη θεολογία  και ακόμη για την  κοινωνικοοικονομική κατάσταση των κατοίκων της χώρας του, ή έστω της Πολιτείας του. Κάπου αλλού, μας κάνει κοινωνούς με τον πιθανό προορισμό του ανθρώπου  πάνω στον πλανήτη: ‘…αυτό είναι το μοναδικό μου όνειρο κ. Κοκκαλιάρη. Να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Να φέρω λίγη ομορφιά στα ανιαρά, πληκτικά βάθη της ψυχής. Μπορείς να το πετύχεις με μια τοστιέρα, μπορείς να το πετύχεις με ένα ποίημα, μπορείς να το πετύχεις απλώνοντας το χέρι σε έναν άγνωστο. Δεν έχει σημασία ποια μορφή θα του δώσεις. Να αφήσεις τον κόσμο λίγο καλύτερο από όσο τον βρήκες. Είναι το άριστο που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του..!

Την ίδια στιγμή, όμως, αναφέρεται στο επίμαχο θέμα της αυτοκτονίας, εμμέσως βέβαια. ‘…Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα όταν τα κοίταζες από απόσταση. Δεν χρειαζόταν να περιμένει να έρθει η ώρα, η ώρα είχε φτάσει για κείνον. Δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο από το να βγει στο δρόμο και θα βρισκόταν στο Τιμπουκτού. Θα βρισκόταν στη χώρα με τις λέξεις και τις διάφανες τοστιέρες, στη χώρα με τις ρόδες ποδηλάτου και τις καυτές ερήμους, εκεί όπου οι σκύλοι μιλούν σαν ίσοι με τους ανθρώπους…’. Στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λίγο πριν αναχωρήσει για το επιθυμητό και ελκυστικό Τιμπουκτού,  ο Γουίλι κάνει απολογισμό της ζωής του, να διαπιστώσει τι έδωσε, το σπουδαιότερο,  και τι πήρε απ’ εκείνον τον μάταιο κόσμο μέσα στον οποίο πορεύτηκε για μερικές δεκαετίες. Με κοφτές ανάσες, λόγω της πνευμονοπάθειας, και  μέσα σε ένα παραλήρημα ‘μισο-σχηματισμένων φράσεων και κατακερματισμένων σκέψεων…’, αναφέρεται στη μητέρα του, διαβάζοντας τον κατάλογο των ελαττωμάτων της, αλλά εκλιπαρώντας ταυτόχρονα για όσα κακά και πόνο της προξένησε, ξεδίπλωσε στη συνέχεια τον κατάλογο των γυναικών με τις οποίες είχε πλαγιάσει, και ‘…συνέχισε με μια μακροσκελή διατριβή κατά των κινδύνων του καταναλωτισμού…’.  Σε μια εξίσου  σημαντική άκρη, όμως, στου μυαλού του, βρισκόταν το σχέδιό του που αποσκοπούσε στην απαραίτητη  διάσωση του λογοτεχνικού του αρχείου! Κάποιες φορές γινόταν αφόρητα ρεαλιστής, και στο διάλογο με το σκύλο του έβλεπε την πικρή αλήθεια κατάματα, ‘… και στους ανθρώπους συμπεριφέρονται σαν σκυλιά, φίλε μου, και μερικές φορές, εκείνοι είναι υποχρεωμένοι να κοιμούνται σε αχυρώνες και σε λιβάδια, επειδή δεν έχουν που αλλού να πάνε…’.

Ο ταλαντούχος συγγραφέας Πωλ Ώστερ, έγραψε ένα  από τα πιο παράξενα και επιθετικά  μυθιστορήματά του χρησιμοποιώντας  το μυαλό ενός έξυπνου τετράποδου φίλου, που ονομάζεται  κ. Κοκκαλιάρης, και ο οποίος  αντιμετωπίζει την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία πλησιάζει το τέλος του καλύτερου φίλου του, του Γουίλι, σε μια μακρυά και επώδυνη περιπλάνηση, από το Μπρούκλιν στη Βαλτιμόρη, όπου σκοπεύει να παραδώσει έναν φάκελο με τα γραπτά του στη δασκάλα του.  Σε αυτό το λαμπρό μυθιστόρημα, ο Ώστερ γράφει με  οικονομία,  ακρίβεια και με το ιδιόμορφο πάθος του, αντιμετωπίζοντας πρόσωπο με πρόσωπο την ολέθρια πανταχού παρούσα αμερικανική κατανάλωση, τη φύση της αγάπης μεταξύ ανθρώπων αλλά και ζώων, την εγκατάλειψη ενός φίλου και αγαπημένου προσώπου και την προσπάθεια ανεύρεσης ενός άλλου,  και τα βασικά και δύσκολα αινίγματα και ερωτήματα που συνδέονται με την έννοια της οντολογίας. Αυτή η νεότερη μυθιστοριογραφία, είναι γραμμένη από την άποψη ενός σκυλιού που βρίσκεται δίπλα στο αγαπημένο του αφεντικό. Το Τιμπουκτού, προφανώς παραπέμπει στην  αντίληψή του για τη μεταθανάτια ζωή. Τώρα, βγάζοντας  αίμα απ’ τα άρρωστα πνευμόνια του, ο Γουίλι  κατευθύνεται με σαφήνεια στον επόμενο κόσμο, μια όαση των πνευμάτων, όπου γίνεσαι ‘ένα στίγμα αντιύλης’ στον εγκέφαλο του Θεού. Ο ίδιος ονομάζει τον κόσμο αυτό Τιμπουκτού,  έναν αδιανόητα    εξωτικό και μακρυνό, για αυτόν, προορισμό. Στον σκύλο του, η λέξη και μόνο φαίνεται ως μια υπόσχεση, μια εγγύηση καλύτερων μελλοντικών ημερών. Και αυτός θα κάνει αυτό το ταξίδι όταν έρθει η ώρα του, την οποία ο συγγραφέας κάνει σαφή προς το τέλος του μυθιστορήματος. Οι φίλοι του έργου του Πωλ Ώστερ, θα αναγνωρίσουν μερικά γνωστά θέματά του, στο ‘Τιμπουκτού’, όπως για παράδειγμα τη φύση της μοναξιάς και της μνήμης, τον  χαμένο από το προσκήνιο και την οικογένεια πατέρα, τον εγκαταλελειμμένο γιο,  τη δύναμη της έκτακτης ανάγκης και την προσπάθεια επιβίωσης ανθρώπων και ζώων, τη δύναμη των ονείρων και τη θέση τους στην καθημερινή πραγματικότητα, την αντιπαράθεση μεταξύ του ατόμου και του άγνωστου κενού στο υπερπέραν, όλα τους να έρχονται μπροστά με τη μορφή καίριων διαλογισμών, παρά το γεγονός ότι το βιβλίο μερικές φορές φαντάζει σαν ένα απλό παραμύθι στην γενικότερη  πλοκή του. Σε όλη την ιστορία του Ώστερ, ο διάλογος μεταξύ ανθρώπου και σκύλου  επιδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους και οι δυο στοιχειοθετούν και βρίσκουν παρηγοριά στη μνήμη και καθώς στις χρήσεις της μνήμης στην κατασκευή των ονείρων. Η σχέση τους  επιτρέπει και την πρόσβαση σε έναν κόσμο πέρα ​​από τον εαυτό τους, μια γεύση ενός είδους συνέχειας που θέτει τη δική τους θνησιμότητα σε ένα άλλο είδος μελλοντικής προοπτικής. Μελετώντας τον θάνατο του Γουίλι, ο κ. Κοκκαλιάρης είναι καλύτερα οπλισμένος να αντιμετωπίσει και τον επερχόμενο δικό του χαμό, και αντίστροφα. Τα παλιότερα μεταμοντέρνα μυθιστορήματα του Ώστερ, αλλά και τούτο, τώρα, προκαλούν μυστήρια και παράξενα ερωτηματικά διανοητικής αμφισβήτησης και χαρακτηρίζουν τον Αμερικανό συγγραφέα ως έναν από τους κορυφαίους ασκούμενους και εμπλεκόμενους γύρω από το επίμαχο και περίεργο θέμα της ‘πειραματικής φαντασίας’, λαμβανομένου υπόψιν τον εξαιρετικά  ασυνήθιστο   κύριο χαρακτήρα του βιβλίου του, ο οποίος κατανοεί ευχερώς την αγγλική γλώσσα και φαίνεται επίσης ξεκάθαρα και  την ανθρώπινη ψυχή. Ο Ώστερ, εδώ,  δημιούργησε μια πλούσια και αρκετά συμπαθητική ιστορία του δεσμού μεταξύ ανθρώπου και σκύλου, αλλά ίσως οι προθέσεις του πήγαιναν   πολύ  πιο πέρα, όταν υποδηλώνει με όλους τους τρόπους ότι ένα πλάσμα, όσο κι αν αγαπούσε τον κύριό του, τον αγαπημένο του σύντροφο,  θα μπορούσε ίσως  να τερματίζει τη ζωή του βρίσκοντας άλλο σύντροφο, αφήνοντας την πολυπόθητη    ευδαιμονία για τον επόμενο κόσμο, αντί να κρατά ζωντανή τη μνήμη του πρώτου του αγαπημένου αφέντη ή προσώπου, την ίδια στιγμή που  συνεχίζει να ζει  μέσα σε αυτόν τον κόσμο!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here