Eurogroup: Η ελληνική «επιτυχία», ο επώδυνος συμβιβασμός, το νέο μνημόνιο και το στοίχημα της ανάπτυξης

 

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΕΡΒΑ

ΦΩΤΟ: EUROKINISSI(Τ. ΜΠΟΛΑΡΗ)

Η επιτυχία της κυβέρνησης στο χθεσινό Eurogroup είναι αναμφισβήτητη. Πέτυχε αρκετά και έδωσε επίσης αρκετά. Ηταν όμως ένα συμβιβασμός, που σε αυτή τη φάση και με τον τρόπο που έγινε, δεν μας πάει πίσω ή τουλάχιστον πολύ πίσω από τα συμφωνηθέντα τον Ιούλιο του 2015. 

Ουσιαστικά αποδεχθήκαμε να υπογράψουμε ένα ακόμη, συμπληρωματικό μνημόνιο, αλλά αυτή τη φορά πρόκειται για ένα μνημόνιο υπό αίρεση, υπό προσωρινή αναστολή. Ενα μνημόνιο μελλοντικών μέτρων που όμως μας δίνει εν τω μεταξύ, κάτι πολύτιμο: Χρόνο και χρήμα να ανασάνουμε. Και να ελπίσουμε ότι η περίφημη ανάπτυξη(στο 2,7% την υπολογίζει η Κομισιόν για το 2017), θα μας βγάλει από το τέλμα και θα μας βοηθήσει να πιάσουμε και να ξεπεράσουμε τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων. Αλλωστε ανάπτυξη και μνημόνια λιτότητας δεν συμβιβάζονται.

Η συμφωνία προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, ένα πολύ υψηλό νούμερο, που πάντως είναι κατά πολύ μικρότερο όσων είχαν συμφωνηθεί στο προηγούμενο μνημόνιο. Πέραν της προσδοκίας για επιτάχυνση της ανάπτυξης όμως, που είναι λογική, υπάρχει κι ένα άλλο εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει. Είναι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Οσο κι αν η συζήτηση είναι ακόμη προκαταρκτική, το θέμα έχει ανοίξει. Μέτρα και προτάσεις είναι ήδη στο τραπέζι, σε βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση. Η ελάφρυνση μπορεί να αρχίσει και από το 2017 μέσω επιστροφής των κερδών των ευρωπαικών κεντρικών τραπεζών ή εξαγοράς ελληνικού χρέους από τον ESM, κάτι που κατεβάζει πολύ το δανειακό κόστος λόγω των πολύ χαμηλών επιτοκίων του (περίπου στο 1-1,5%) έναντι των υψηλών επιτοκίων του ΔΝΤ, πχ που φτάνουν ακόμη και το 4%.

Με πολιτική σημασία η απόφαση του Εurogroup

Είναι προφανές ότι η χθεσινή απόφαση του Eurogroup πάνω στο θέμα του ελληνικού ζητήματος ήταν μιά πολιτική απόφαση. Λίγο το προσφυγικό, λίγο το δημοψηφισμα για το Brexit, λίγο ο φόβος των Ευρωπαίων απεναντι στην επικίνδυνη άνοδο των ακριδεξιών εξαιτίας αι των πολιτικών λιτότητας, έπαιξα το ρόλο τους.

Είναι ίσως η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, που στο συγκεκριμένο άτυπο ευρωπαικό όργανο με την γερμανική κυριαρχία και την τεκτονική λογική, τα κριτήρια της πολιτικής επιβάλλονται επί των αριθμών. Και είναι επίσης η πρώτη φορά που ανοίγει έστω και λίγο, η πόρτα της εξόδου του ΔΝΤ από την ΕΕ.

Δύο γεγονότα συνηγορούν σε αυτό. Πρώτον η δυνανότητα εξαγοράς χρέους που περιλαμβάνεται στα υπό εξέταση μέτρα ελάφρυνσης και δεύτερον η απόρριψη της απαίτησης του Ταμείου για προληπτική νομοθέτηση πρόσθετων μέτρων 3,6 δις ευρώ.

Το ΔΝΤ εκβίαζε την Γερμανία και την Ευρώπη, που ήθελαν τη συμμετοχή του, με δύο προαπαιτούμενα: Συνολικά μέτρα 9 δις ευρώ από την Ελλάδα εδώ και τώρα και σημαντική ελάφρυνση χρέους. Το πρώτο απορρίφθηκε και το δεύτερο μπήκε στις ράγες, χωρίς όμως να έχει ακόμη ρυθμισθεί. Το ερώτημα είναι τι θα κάνει τελικά το Ταμείο; Θα υποχωρήσει και θα παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα, ή θα αποχωρήσει επιζητώντας την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του;

Η απάντηση για το τι συμφέρει την ελληνική πλευρά είναι προφανής. Η συνέχιση της παρουσίας του ΔΝΤ στην Ευρώπη, εφόσον έχει θεσπισθεί ο Ευρωπαικός Μηχανισμός Σταθερότητας, ο ESM,  είναι περιττή και επικίνδυνη. Οι εμμονές του Ταμείου στις μονεταριστικές, νεο-φιλελεύθερες πρακτικές, οδηγούν συχνά σε πολιτικά αδιέξοδα καθώς επιχειρούν να καθιερώσουν την αγορά σε ρυθμιστή της πολιτικής.

Τα επώδυνα της συμφωνίας

Ας μην γελιόμαστε. Η συμφωνία να γίνει αποδεκτή η ελληνική πρόταση για θέσπιση ενός αυτόματου μηχανισμού δημοσιονομικής προσαρμογής, δηλαδή ενός δημοσιονομικού «κόφτη» αντί της νομοθέτησης προληπτικών μέτρων λιτότητας δηλαδή νέων περικοπών, εμπεριέχει εκ των πραγμάτων επώδυνα μέτρα. Η δέσμευση που αναλαμβάνουμε δεν θα είναι απλά και μόνο θεωρητική. Θα πρέπει να εξειδικευθούν οι τομείς, οι δεξαμενές, από τους οποίους θα εξοικονομηθούν πόροι ή θα αντληθούν πρόσθετα έσοδα, εάν υστερήσουν οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Η μέχρι τώρα αόριστη υπόσχεση ότι δεν θα αφορούν τις αμυντικές δαπάνες και το κοινωνικό κράτος, αφήνει ανοικτό το δρόμο για δέσμευση μελλοντικών περικοπών σε μισθούς και συντάξεις(εάν δεν θεωρηθεί ότι αυτές ανήκουν στις παροχές του κοινωνικού κράτους).

Ο θεσμικός κίνδυνος

Η λογική της ελληνικής πρότασης είναι ότι θα πρέπει να ορισθούν οι συγκεκριμένοι δημοσιονομικοί τομείς που θα «πειραχθούν» και όχι τα συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα που θα τις υλοποιήσουν. Δεν μπορεί να εννοηθεί ότι η συγκεκριμενοποίηση των τομέων στους οποίους θα γίνουν οι παρεμβάσεις, θα αποτελούν εκ των προτέρων μέτρα εν αναστολή. Τα οποία θα ενεργοποιεί κατά βούληση ο υπουργός Οικονομικών. Γιατί τότε, είναι σαν υιοθετούμε από την ανάποδη την πρόταση του ΔΝΤ.

Η αντίληψη ότι με το νέο μνημόνιο, θα δοθεί εξουσιοδότηση στον υπουργό να ενεργοποιεί συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα, παρακάπτοντας το Κοινοβούλιο είναι θεσμικά επικίνδυνη. Και πρέπει να ανατραπεί.

Ωστόσο όλα θα εξαρτηθούν από τις επιδόσεις τη ελληνικής οικονομίας. Η οποία, όπως πολλοί πιστεύουν, ενισχυμένη από τη υπερδόση που θα μας δοθεί, για να καλύψουμε τια οφειλές του δημοσίου προ τους ιδιώτες, θα πάρει την ανιούσα. Κάτι που όλοι επιθυμούμε μετά από 8 χρόνια ύφεσης και κοινωνικής εξαθλίωσης. Το ερώτημα είναι αυτή η επερχόμενη ανάπτυξη να έχει και κοινωνικό πρόσημο. Να ευνοήσει δηλαδή περισσότερο αυτούς που επλήγησαν περισσότερο από τη κρίση και τα μνημόνια της λιτότητας.

Οσον αφορά την αύξηση των έμμεσων φόρων, αυτή αποτελεί μέρος του πακέτου των 5,4 δις ευρώ ή 3% του ΑΕΠ  που είχε συμφωνηθεί πέρσι το καλοκαίρι. Δεν αποτελούν νέα πρόσθετα μέτρα. Ειναι μέρος των προαπαιτούμενων για την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Οσοι τα μπερδεύουν με τα πρόσθετα μέτρα το κάνουν με σκοπό να προκαλέσουν σύχγυση και να σπεκουλάρουν κατά της κυβέρνησης.

Τα αγκάθια: Πώληση δανείων και δημόσιας περιουσίας

Αυτά που είναι εξόχως προβληματικά από πολιτική άποψη για την κυβέρνηση, είναι η πλήρης απελευθέρωση της πώλησης πράσινων και κόκκινων δανείων από τις τράπεζες σε επιχειρηματικά funds καθώς και η δημιουργία του Υπέρ-Ταμείου αποκρατικοποιήσεων δημόσιας περιουσίας.

Η εξαίρεση των μικρών ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων για ακίνητα έως 140.000 ευρώ με μεταβατκή περίοδο, έως το τέλος του 2017, δεν σώζει την κατάσταση. Ούτε μπορεί εύκολα να δικαιολογηθεί ένα γενικευμένο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, όπως θέλουν οι δανειστές από ένα Υπερ-Ταμείο με επικεφαλής ένα μην Ελληνα πολίτη.

Ομως στα θέματα αυτά, το Eurogroup ήταν κατηγορηματικό. Τα θεωρεί αναγκαία για την ενίσχυση της χρηματοδότησης της οικονομίας από το πιστωτικό σύστημα και για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. στην Ελλάδα. Μόνο που μια αριστερή, όπως θέλει να λέγεται, κυβέρνηση, δεν θα είναι σε θέση να εξηγήσει πειστικά ένα κύμα πιθανών μαζικών εξώσεων ή εκποίησης δημόσιου πλούτου σε τιμές ουσιαστικά ευτελιστικές.

Αυτά είναι τα πιο σημαντικά επίδικα του νέου συμβιβασμού. Και όλα θα κριθούν τελικά από την ικανότητα της κυβέρνησης να προωθήσει με μέτρα και κινήσεις μιά κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη. Η κατάθεση του αναπτυξιακού νόμου και η πρόθεση της να επιβάλει μόνιμο φορολογικό σύστημα για μεγάλες επενδύσεις, άνω ων 20 εκ. ευρώ, κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here