Εθνικό Ιστορικό Μουσείο – Παλαιά Βουλή

 

Της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΚΟΥΡΟΥ-ΧΡΟΝΗ

Παραμονή της επετείου της 25ης Μαρτίου στην Παλαιά Βουλή, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Από τα φοιτητικά μου χρόνια δύο ήταν τα αγαπημένα μου εκθέματα: το γραφείο του Αδαμαντίου Κοραή και το πιεστήριο που είχε παραγγελθεί για τον εξοπλισμό του Εθνικού Τυπογραφείου, όταν ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, μέσα στα πολλά άλλα, οργάνωσε την τυπογραφία της Ελληνικής Πολιτείας στην Αίγινα. Με συγκινούσε πάντα και η ιδιαίτερη επιγραφή επάνω στη σημαία που δήλωνε τη συμμετοχή της Κύπρου στην Επανάσταση: «ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΙ ΠΑΤΡΗΣ – ΚΗΠΡΟΥ».

 

Σκοπός της επίσκεψής μου, αυτή τη φορά, δύο εκθέσεις: α) Η έκθεση του εικοσάχρονου Πέτρου Καμνιώτη (μόνιμη πια έκθεση της Λαογραφικής Συλλογής του Μουσείου) που «έντυσε» με ελληνικές ενδυμασίες τα playmobil και τα μετέτρεψε στα PlaymoGreek που φορούν πιστά αντίγραφα των παραδοσιακών φορεσιών. Με τον τίτλο «Με φορεσιές ενός παλιού καιρού…», τα αγαπημένα ανθρωπάκια πολλών παιδιών είναι καρφωμένα στον χάρτη της Ελλάδας και στις περιοχές από τις οποίες προέρχονται οι ενδυμασίες τους.

PlaymoGreek

 

β) «Ο Μεγάλος Πόλεμος που θα τελείωνε όλους τους πολέμους, 1914-1918»· έκθεση αφιερωμένη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πενήντα δύο μήνες πόλεμος που άφησε πίσω του δέκα εκατομμύρια νεκρούς στρατιώτες, επτά εκατομμύρια άμαχους και περισσότερους από είκοσι ένα εκατομμύρια τραυματίες· σε μας βέβαια προσμετράται και ο Εθνικός Διχασμός και λίγο αργότερα η Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Μεγάλος Πόλεμος αποδείχθηκε προσωρινό τέλος του πολέμου και ταυτόχρονη αρχή ενός άλλου πολέμου.

Η έκθεση προτείνει, με διάφορα μέσα (κείμενα, φωτογραφίες, χειρόγραφα, χάρτες, αντικείμενα, έργα τέχνης, διαδραστικά εκθέματα, βίντεο και άλλο ποικίλο εποπτικό υλικό) ένα πολύπλευρο μάθημα ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που καλό είναι να «διαβαστεί» από όλους μας.

Την ώρα που βίωνα (όσο γίνεται στην ασφάλειά του να βιώσει κανείς) τη φρίκη του πολέμου στο ομοίωμα χαρακώματος σε φυσικό μέγεθος που αποτελεί ένα από τα εκθέματα της έκθεσης, άκουσα ένα δημοτικό τραγούδι, τραγουδισμένο με ιδιαίτερη ζεστασιά. Από το υπερώο αντίκρυσα τις πρόβες που προφανώς πραγματοποιούσε εκείνη τη στιγμή κάποιος χορευτικός σύλλογος στην Αίθουσα Συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής. Σε λίγο θα παρακολουθούσα τα μέλη της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας Έκφρασης και Πολιτισμού (Κερατσίνι) να χορεύουν, συνοδεύοντας με το τραγούδι τους, χορούς από διάφορα μέρη της χώρας.

 

Εκεί, στην Παλαιά των Ελλήνων Βουλή, στο «μάθημα» Ιστορίας που ξεδίπλωνε τη φρίκη του πολέμου, βρήκε μια χαραμάδα η ειρήνη να τρυπώσει για να καταστήσει ακόμη φρικιαστικότερο τον πόλεμο: με το τραγούδι, τις κινήσεις, τις πλουμιστές φορεσιές των χορευτών και με τις παπαρούνες που υποδέχονταν τους επισκέπτες στην είσοδο της έκθεσης.

Ο αγγλοσαξωνικός κόσμος εξακολουθεί να συμβολίζει το τέλος του Μεγάλου Πολέμου (και να εύχεται τον τερματισμό όλων των πολέμων) με μια παπαρούνα φορεμένη στο πέτο στις 11 Νοεμβρίου κάθε χρόνο. Σύμβολο που σχετίζεται με το ποίημα «In Flanders Fields» του καναδού γιατρού John McCrae, που πέθανε λίγο πριν λήξει ο πόλεμος, και στο οποίο μνημονεύει τους τάφους των νεκρών συμπολεμιστών του στα χωράφια της Φλάνδρας που τους κάλυψαν άλικες παπαρούνες.

Εμείς διαθέτουμε τη «μυστική παπαρούνα» που αρθρώνεται με τη λυρική αντιπολεμική φωνή του Στρατή Μυριβήλη που υπήρξε ο ίδιος μάρτυρας της «Ζωής εν τάφω» των χαρακωμάτων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου: «Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ‘ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα ‘βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη.Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κ’ ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ’ αργήσει ν’ ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνομαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ’ αυτό μου αποκαλύφτηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκώνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ’ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θάναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνομαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά-σιγά: – Καληνύχτα … καληνύχτα και νάσαι ευλογημένη. Γύρισα γλήγορα στ’ αμπρί».[1]

 

Από την 25η Μαρτίου, την επέτειο της έναρξης της Επανάστασης του 1821, έως τον Μεγάλο Πόλεμο είναι μακρύς ο δρόμος που σημαδεύεται τόσο με πράξεις υπερηφάνειας όσο και ντροπής. Στο όνομα εκείνων των φωνών της νιότης που γέμισαν την Παλαιά Βουλή και στο άλικο της παπαρούνας του Στρατή Μυριβήλη, είθε ν’ αξιωνόμαστε μόνο πράξεις υπερηφάνειας.

[1] Στρατή Μυριβήλη, «Η ζωή εν τάφω. Το βιβλίο του πολέμο», Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1959, σελ. 183-184. Εκτός από το παραπάνω κεφάλαιο «Η μυστική παπαρούνα» και στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο λόφος με τις παπαρούνες», όπου οι έλληνες στρατιώτες συναντούν το «Ρούσικο Σύνταγμα περιγράφεται η σκηνή: «Σαν κάμαμε τις τετράδες για να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των ντουφεκιώ μας. Ήτανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσάλινες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα» (σελ. 53-55, επίσης στην έκδοση του 1959).

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here