Του Νίκου Τσούλια

 

 

Θεωρώ απόλυτα παρακμιακή τη συμπεριφορά της μη επίσκεψης και της μη μελέτης του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης της Αθήνας από όλους τους Έλληνες αλλά και από κάθε πολίτη που βρίσκεται περιστασιακά ή μόνιμα σ’ αυτή τη γωνιά της Γης. Και δεν με έχει κυριεύσει κανένας εθνικός οίστρος που υποστηρίζω αυτή την άποψη. Απλά θεωρώ ότι έπρεπε να είναι ψυχική ανάγκη, πρώτιστη πνευματική προτεραιότητα, πολιτισμική πνοή. Επίσης πολύ απλά θεωρώ ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί η αδιαφορία μας απέναντι στο συμβολικό πυρήνα της εθνικής και της συλλογικής μας αυτογνωσίας. Γιατί ναι μεν «κάθε γλώσσα είναι τα όρια του κόσμου μας» και η δική μας γλώσσα είναι σαφώς η ουσία του ελληνικού κόσμου μας και όχι μόνο, είναι η θεία δωρεά μας, είναι το χρυσάφι της ψυχής μας, αλλά κάθε πολιτισμός συμπυκνώνεται σε σύμβολα, σε σύμβολα ιερά που σχηματοποιούν το άπαν του εθνικού μας συλλογισμού, σε ό,τι μας εμπεριέχει και σε ό,τι εμείς εκφράζουμε.

Ο Παρθενώνας, που «σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται, πλέει, αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες» (Β. Γουλφ), είναι το μεγαλείο της ανθρώπινης σκέψης, είναι σηματωρός για να προσδιορίζουμε το είναι μας στον χρόνο τον άπαντα. Τον Παρθενώνα πρέπει να τον βλέπουμε και να τον ξαναβλέπουμε διαρκώς στη ζωή μας. Είναι το μεγαλείο του Ελληνισμού, το κύριο σύμβολο του Ελληνισμού. Έγινε σύμβολο της UNESCO, σύμβολο του παγκόσμιου πολιτισμού, ακριβώς γιατί ως κορυφαίο σύμβολο μπορεί να εκφράσει συνολικά τον πολιτισμό του ανθρώπου. Αλλά πρέπει να αναρωτηθούμε: Πώς ένα εθνικό σύμβολο μπορεί να γίνει και παγκόσμιο σύμβολο, πώς ένα πολιτισμικό σύμβολο μπορεί να γίνει πολυπολιτισμικό και οικουμενικό σύμβολο;

Έχω την αίσθηση ότι, αν «συρρέαμε» οι Έλληνες προς τον Ιερό Βράχο, θα είχαμε άλλη άποψη για τη ζωή, θα είχαμε μια σύγχρονη πολιτιστική ανθοφορία, θα είχαμε άλλη τύχη στην πορεία των Γλυπτών του Παρθενώνα. Όταν πηγαίνεις στην Ακρόπολη, τα πράγματα αποκτούν άλλη αξία ή, μάλλον, οι αξίες μας είναι διαφορετικές, πιο αυθεντικές. Γιατί η επίσκεψη αποτελεί εξ αρχής και εξ ορισμού δείγμα ψυχικής ενατένισης και πνευματικής καλλιέργειας. Γιατί η επίσκεψη από μόνη της απαιτεί μια κουλτούρα βαθιά ουμανιστική, μια βαθιά επίγνωση της ζωής, μια ουσιώδη αίσθηση της τέχνης. Πού αλλού μπορείς να πας και να γευθείς με τόση ευκολία, με τόση απλοχεριά το μεγαλείο και την ιερότητα τού πολιτισμού τού ανθρώπινου γένους; Αναρωτιέμαι: άραγε ένας λαός μπορεί να συλλογιστεί αυτοκριτικά και δημιουργικά, μπορεί να στοχαστεί ως προς την ιστορική του πορεία και ως προς την αναζήτηση του μέλλοντός του και όλα αυτά να τού γονιμοποιούν και να τού συνδιαμορφώνουν μια δυναμική εξέλιξη στη σύγχρονη εποχή;

Η ιερότητα του Ιερού Βράχου πηγάζει από τη θέωση της ελευθερίας του πνεύματος του ανθρώπου, του χειραφετημένου ανθρώπου, του ανθρώπου που θεωρεί το δημόσιο χώρο, χώρο κοινωνικής και πνευματικής ολοκλήρωσης. Και επειδή τα στοιχεία της ταυτότητας της Ακρόπολης είναι και στοιχεία της ακτινοβολίας της, παραθέτω από τη σπουδαία μελέτη του καθηγητή Φ. Κακριδή, Αρχαία ελληνική γραμματολογία, ένα σχετικό σημείωμα: «Την Ακρόπολη την σχεδίασαν οι Καλλικράτης, Ικτίνος, Μνησικλής με γενικό συντονιστή το Φειδία. Τα Προπύλαια και τα ιερά της Ακρόπολης (ο Παρθενώνας, ο ναός της Απτέρου Νίκης και το Ερέχθειο) σχεδιάστηκαν και οικοδομήθηκαν μέσα σε σαράντα μόλις χρόνια. Αποτέλεσμα: ένα καλλιτεχνικό και κατασκευαστικό θαύμα όπου η παράδοση συγχωνεύεται με το νεωτερικό πνεύμα, και όπου ο σοβαρός δωρικός ρυθμός συνδυάζεται με τον ανάλαφρο ιωνικό για να αποτελέσουν ένα ανεπανάληπτο αισθητικό σύνολο».

Η Ακρόπολη είναι δημιούργημα της αθηναϊκής άμεσης δημοκρατίας, είναι κορυφαίο διαχρονικό γεγονός της Αθήνας, της πόλης της ελευθερίας της σκέψης, της πόλης των ενεργών πολιτών και της «καθολικής πολιτικής», της πόλης που ο Πίνδαρος τη χαρακτήρισε «πολιτεία θεοτική», ο Θουκιδίδης την ονόμασε «μεγάλο σχολείο της Ελλάδας», ο Πλάτωνας «πρυτανείο της σοφίας» (Πρωταγόρας), και ένας άγνωστος επιγραμματοποιός «Ελλάδα της Ελλάδας». Η Ακρόπολη γεννήθηκε σε ένα ιστορικό περιβάλλον, όπου «πρωταρχικός παράγοντας της ακμής στάθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα που απελευθερώνει τη σκέψη, ξυπνά τα ενδιαφέροντα και επιτρέπει στον καθένα να πάρει μέρος στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή και να αναπτύξει την προσωπικότητά του» (Κακριδής Φ., Αρχαία ελληνική γραμματολογία).

Η Ακρόπολη διατρέχει την πυκνότητα γεγονότων και γεγονότων, αιώνων και αιώνων, διαπερνά καθετί που την ακολούθησε ως φλόγα ιερή, ακτινοβολεί άφθαρτη από κάθε σκουριά του χρόνου, από κάθε λησμοσύνη που τόσο εύκολα συσσωρεύει η καθημερινότητα της ζωής ανθρώπων και ανθρώπων. Συγκινεί και εμπνέει· η ερείπωσή της μετασχηματίστηκε σε ζωντανό μνημείο, είναι το πιο ζωντανό σημείο αυτής της πόλης. Ας στοχαστούμε σε απλά διλήμματα. Μπορούμε να φανταστούμε την Αθήνα χωρίς τη  Ακρόπολη και τον Παρθενώνα; Μια Αθήνα χωρίς τον «Ιερό Βράχο» της δεν θα ήταν η Αθήνα. Μπορούμε να κινούμαστε στην Αθήνα, χωρίς το βλέμμα μας να αναζητεί την κορωνίδα της πόλης;  Θα ήταν βλέμμα λειψό, βλέμμα που δεν θα μπορούσε να δει τον Κόσμο. Η αιτία είναι απλή μα και συναρπαστική. «Το γεγονός ότι ο βράχος, ένα άψυχο αντικείμενο, διαφωτίζει μια ανθρώπινη στάση, τη συμπεριφορά ενός έμψυχου όντος, οφείλεται στο ότι αυτό το άψυχο αντικείμενο αντιμετωπίζεται ανθρωπομορφικά» (B. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος).

Μια πόλη περιτριγυρίζει την «εικόνα – μεγαλείο» της αρχαίας δόξας, μια πόλη που δεν μπορεί να βρει στέρεους βηματισμούς στη σύγχρονη ιστορία, που δεν μπορεί να αναζητήσει δημιουργικούς πολιτισμικούς αναβαθμούς για να αγγίζει με «νέα υλικά» την αιωνιότητα. Κοιτώντας τον θαυμαστό Παρθενώνα, αναζητώντας τις μακρινές φωνές του παρελθόντος εκείνης της Αθήνας της σοφής θεάς και των ανήσυχων πολιτών της γεννιέται το «κρίσιμο ερώτημα»: Γιατί εκείνοι οι κάτοικοι μεγαλουργούσαν και ανοίγονταν σε κάθε γωνιά της γνωστής τότε Γης, ενώ εμείς οι απόγονοί τους αδυνατούμε να υπηρετήσουμε το πνεύμα του ανθρώπου, να δημιουργήσουμε έναν αυτοφυή σύγχρονο πνευματικό πλούτο;

Είμαστε ένα έθνος σε περίοδο παρακμής, όπως ισχυρίζεται ο στοχαστής μας Π. Κονδύλης; Πρόκειται για την οικονομική και παραγωγική δυσπραξία μας που επηρεάζει τη σύλληψη ενός «πολιτιστικού παραδείγματος»; Αρκούμαστε εδώ και αιώνες σε μια στείρα προγονοπληξία, χωρίς να μπορούμε συνθέσουμε το βαρύ πολιτισμικό φορτίο μας και τον απέραντο γλωσσικό μας πλούτο με μια σύγχρονη εκδοχή του ελληνικού φαινομένου; Πώς το ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα των αρχαίων μετασχηματίστηκε σε αντιλήψεις μετριότητας; Πώς οι ανοιχτές κοινωνίες των Αθηναίων (και των άλλων ελληνικών πόλεων) ξεπετάγονταν σ’ όλη τη Μεσόγειο και πέραν αυτής και εμείς οι τωρινοί κάτοικοι αυτού του τόπου είμαστε φοβικοί και εσωστρεφείς;

Γιατί η Ακρόπολη της Αθήνας μάς κοιτάζει απόμακρα, γιατί δεν έχει συνδεθεί οργανικά με τη σύγχρονη ζωή μας, γιατί δεν την έχουμε κάνει κομμάτι της ζωής μας; Πώς αυτή η φοβερή ελληνική γλώσσα που στηρίζει ό,τι ονομάζουμε Δυτικό πολιτισμό – αφού ομολογείται διαρκώς ότι «για να παρακολουθήσουμε την εξελικτική διαδικασία του πρώιμου ελληνικού πολιτισμού που οδηγεί ανοδικά προς την ευρωπαϊκή σκέψη πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη γένεση της σκέψης στον ελληνικό χώρο ως επανάσταση» (B. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος) – αδυνατεί να συναρθρωθεί με σύγχρονες κορυφώσεις των Γραμμάτων, της Τέχνης, του Πολιτισμού;

Μάλλον δεν ξέρουμε τις απαντήσεις. Και αυτό δεν είναι το πιο οδυνηρό στοιχείο. Το πιο οδυνηρό στοιχείο είναι ότι δεν θέτουμε καν το «ερώτημα του Ιερού Βράχου», το ερώτημα που μπορεί να διεγείρει την εθνική και την προσωπική μας συνείδηση και που μπορεί να ανοίξει δρόμους πολιτιστικής αναγέννησης.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here