Ο καθηγητής παιδαγωγικής του ΑΠΘ Γιώργος Τσιάκαλος κατά τη διάρκεια της ομιλίας του. Επιμνημόσυνη δέηση από την Ισραηλιτική κοινότητα Θεσσαλονίκης τελέστηκε για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, μεταξύ των οποίων περίπου 50.000 Έλληνες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Συναγωγή «Μοναστηριωτών». Θεσσαλονίκη, Κυριακή 27 Απριλίου 2014 ΑΠΕ ΜΠΕ/PIXEL/ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΥΣΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΙΑΚΑΛΟΥ

Ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του καθηγητή παιδαγωγικής ΑΠΘ κυρίου Γιώργου Τσιάκαλου, από την οποία αλιεύουμε και τις συνοδευτικές φωτογραφίες.

Απορούν πολλοί και πολλές για την απόφαση του Ποιμαντικού Τμήματος, της Θεολογικής Σχολής και τελικά (και) της Συγκλήτου του ΑΠΘ να αναγορεύσουν επίτιμο διδάκτορα τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο.

Μοιράζομαι μαζί τους την αποδοκιμασία αυτής της απόφασης. Αν ήμουν στη Σύγκλητο, είναι βέβαιο ότι θα αντιδρούσα ακόμη κι αν ήμουν μόνος μου (όπως συχνά μου έτυχε στα 18 χρόνια που ήμουν μέλος της Συγκλήτου). Όχι επειδή αφορά πρόσωπο της Εκκλησίας. Αλλά επειδή δεν πληροί τα κριτήρια, που ισχύουν στο θεσμό του Πανεπιστημίου, για την αναγόρευση σε επίτιμο διδάκτορα. Διαφωνώ, λοιπόν, και αποδοκιμάζω. Όμως, δεν απορώ.

Υπάρχει μία παράδοση (και) στο ΑΠΘ, για την οποία μόνον υπερήφανοι/ες δε μπορούμε να είμαστε. Παράδοση, που ποτέ δεν αποδοκιμάστηκε, αλλά αντίθετα συνεχίζεται, προσαρμοσμένη καμιά φορά σε νέες μόδες, αλλά πάντα στα ίδια παλαιά ήθη.

Δεν θ’ ασχοληθώ σε βάθος με το θέμα. Στο πανεπιστήμιό μας υπήρχαν πάρα πολλές εξαιρετικές αναγορεύσεις επίτιμων διδακτόρων, που μας τιμούν και θα μπορούσαν ν’ αποτελούν υπόδειγμα για όλες όσες ακολούθησαν και θ’ ακολουθήσουν.

Δε θ’ ασχοληθώ ούτε καν με την απαράδεκτη συνήθεια να αναγορεύονται επίτιμοι διδάκτορες άνθρωποι που κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ότι κατείχαν και άσκησαν εξουσία (πρωθυπουργοί και πρόεδροι Δημοκρατίας) – παλιά η συνήθεια, που έλκει την καταγωγή της από την εποχή που κάποιοι πανεπιστημιακοί ασκούνταν στη συμπεριφορά του αυλοκόλακα (γι’ αυτό και τόσοι γαλαζοαίματοι επίτιμοι διδάκτορες). Η αλήθεια πάντως είναι ότι στην αρχή ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα δινόταν πράγματι σε ηγεμόνες, αλλά μόνο σ’ εκείνους που ίδρυαν πανεπιστήμια και συνέχιζαν να τα χρηματοδοτούν.

Μερικές περιπτώσεις «δικών μας», δηλαδή του ΑΠΘ, επίτιμων διδακτόρων θ’ αναφέρω, και μόνον για δυο-τρία πρόσωπα θα δώσω κάποιες πληροφορίες για όσους και όσες τυχαίνει να μην τα γνωρίζουν.

Να, λοιπόν, κάποιοι επίτιμοι διδάκτορες του ΑΠΘ.

1) Harry Truman. Πρόεδρος των ΗΠΑ από το 1945 έως το 1952. Αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας στις 15-3-1967 (12 μέρες πριν το πραξικόπημα). «Τιμήθηκε με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εικοσαετίας από την εξαγγελία του ομώνυμου δόγματος, το οποίο, σύμφωνα με το σκεπτικό της Σχολής ΝΟΕ, ‘βοήθησε και ενίσχυσε οικονομικά τη χώρα μας ώστε να μπορέσει να ανορθώσει την βαρέως πάσχουσα εκ του πολέμου οικονομία της και να προασπίσει την ελευθερία και ανεξαρτησία της’». Η περγαμηνή επιδόθηκε στον τότε Αμερικανό πρέσβη Phillips Talbot, (από τους πιο φανατικούς υποστηρικτές της Χούντας).

2) Παύλος, Βασιλεύς των Ελλήνων (1955)

3) Φρειδερίκη, Βασίλισσα των Ελλήνων (1963)

4) Πέτρος, Πρίγκηψ της Ελλάδος (1960)

5) Ιωάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη.

6) Βασίλης Παπαγεωργόπουλος (δήμαρχος Θεσσαλονίκης).

7) Παναγιώτης Τρεμπέλας. Ιδρυτικό μέλος και δραστήριο στέλεχος των «αδελφοτήτων» ΖΩΗ και, αργότερα, ΣΩΤΗΡ.

Στην περίπτωση αυτή θα μείνω λίγο γιατί είναι χαρακτηριστική για τη ασυμβατότητα με τα πανεπιστημιακά κριτήρια.

Για την επιστημονική συγκρότηση αυτού του επίτιμου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ (1967) αναφέρονται στην wikipedia, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω:

«Συνέγραψε ερμηνευτικές μελέτες και ερμηνευτικά υπομνήματα (χωρίς να διεκδικούν κάποια πληρότητα στη διαπραγμάτευση αυτών των θεμάτων ούτε στη χρήση της βιβλιογραφίας).

Δεν αναφερόταν στις ριζοσπαστικές ερμηνευτικές απόψεις της εποχής του ή της αμέσως προηγούμενης από την δική του· η «μορφοϊστορική» και «θρησκειοϊστορική» σχολή και τα πορίσματά τους απουσίαζαν εντελώς από τα υπομνήματά του. Αυτό έδειχνε τη στοχοθεσία του, η οποία ήταν να συνθέτει έργα όχι ως επιστημονικά εργαλεία, αλλά να τους προσδίδει χαρακτήρα ποιμαντικό. Δεν ήθελε να προκαλέσει στους αναγνώστες του αναίτιους προβληματισμούς με το να αναφέρει θεωρίες, οι οποίες αμφισβητούσαν βασικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Έτσι επέλεγε τις ήπιες κριτικές θεωρίες και με αυτές διαλεγόταν.

Γενικά τα υπομνήματά του δεν αποτελούσαν ουσιαστική συνεισφορά στην έρευνα της Καινής Διαθήκης, αφού λίγες ήταν οι πρωτότυπες συμβολές.

Τα απολογητικά του έργα στηριζόταν σε μια βιβλιογραφία περιορισμένη και ξεπερασμένη για την εποχή του· έχουν εκδοθεί κυρίως πριν από το 1910, και είναι έργα μη γνωστών συγγραφέων, κυρίως συντηρητικών Γάλλων ρωμαιοκαθολικών, κι όχι μεγάλων συστηματικών θεολόγων.

Σχετικοποιούσε τη λογική. Επιχειρούσε να καταδείξει λογικές εκκρεμότητες εκ μέρους της επιστήμης και να δημιουργήσει την αίσθηση ενός εξηγητικού κενού, το οποίο ο αυτόνομος λόγος δεν μπορούσε να καλύψει.

Πάντοτε κατονόμαζε τις πηγές του, ενώ ενίοτε ήταν εξαρτημένος από αυτές σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που αρκετές μελέτες του ήταν συρραφή αλλότριων παραθεμάτων».

Ταιριάζουν τα παραπάνω με αυτά που θέλουμε να διδάσκονται οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μας από κάθε διδάκτορα ώστε να γίνουν επιστήμονες;

8) Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, «Πρωθυπουργός» της κατοχικής κυβέρνησης.

Πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση σε ολόκληρη τη μεταπολεμική Ευρώπη. Ας δούμε ποιος ήταν και τι έκανε ο άνθρωπος αυτός που αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής το 1960.

«Λίγο πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε Πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου και με την ιδιότητά του στις 27 Απριλίου του 1941, συνεχάρη το Γερμανό Πρέσβη στην Αθήνα για τις επιτυχίες των στρατευμάτων του Ράιχ. Οι πεποιθήσεις του ήταν εθνικοσοσιαλιστικές, πίστευε στην υπεροχή της Γερμανίας και τη νίκη του άξονα. Πέτυχε και έπεισε ομάδες Ελλήνων γιατρών να επανδρώσουν νοσοκομεία στη Γερμανία, καλύπτοντας τις ελλείψεις που είχαν παρουσιαστεί λόγω της στράτευσης των γιατρών και της απασχόλησης τους στα διάφορα πολεμικά μέτωπα.

Δημοσίευσε άρθρα

  • στο Εθνικοσοσιαλιστικό περιοδικό «Νέα Ευρώπη» για το «κοινό των Ευρωπαίων» και αναφέρεται στις αρχαίες αμφικτιονίες με τίτλο «Το ελληνικό πνεύμα δια την συνεργασία των λαών».
  • στο διμηνιαίο περιοδικό «Επιθεώρηση της Ευρωπαϊκής Νεολαίας» έγραψε το 1943, για την έννοια της Ενωμένης Ευρώπης υπό την γερμανική κυριαρχία.

Διορίστηκε από τα κατοχικά στρατεύματα

  • Αντιπρόεδρος της κατοχικής Κυβέρνησης από τις 5 Μαΐου 1941 έως τις 2 Δεκεμβρίου 1942
  • Υπουργός Προνοίας και Παιδείας από τις 30 Απριλίου 1941 έως τις 7 Απριλίου 1943, της κυβερνήσεως του Γεωργίου Τσολάκογλου..
  • Πρωθυπουργός της δεύτερης κατοχικής κυβερνήσεως από τις 2 Δεκεμβρίου 1942 έως τις 7 Απριλίου 1943.

Ως πρωθυπουργός, στις 23 Φεβρουαρίου 1943 υπέγραψε (και δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως») το διάταγμα με τίτλο «Περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδος». Το διάταγμα προκάλεσε την οργή και τις βίαιες αντιδράσεις των κατοίκων της Αθήνας και στις 5 Μαρτίου διοργανώθηκε συλλαλητήριο με 5 νεκρούς και 50 τραυματίες. Η εξέγερση είχε σαν αποτέλεσμα την ανάκληση του διατάγματος στις 10 Μαρτίου 1943, και οι Γερμανικές αρχές κατοχής, τον ανάγκασαν να παραιτηθεί στις 7 Απριλίου 1943, καταλογίζοντας του ανεπάρκεια στην άσκηση της εξουσίας.

Το Σεπτέμβριο του 1944 ακολούθησε τα στρατεύματα κατοχής και διέφυγε στη Γερμανία, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση χειρουργικής κλινικής στη Βαυαρία. Στις 31 Μαΐου 1945 δικάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων σε ισόβια κάθειρξη και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τη συνεργασία του με τους Γερμανούς,. Συνελήφθη τον Αύγουστο του 1945 στο Vilshofen της Βαυαρίας από τα Αμερικανικά στρατεύματα. Το 1946 μεταφέρθηκε με αμερικανικό μεταγωγικό αεροσκάφος στη Θεσσαλονίκη και παραδόθηκε στις ελληνικές αρχές, οι οποίες τον οδήγησαν στη φυλακή για να εκτίσει την ποινή του.

Αποφυλακίστηκε στις 3 Ιανουαρίου 1951, όταν του απονεμήθηκε χάρη λόγω ανήκεστου βλάβης της υγείας του».

Τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από την Wikipedia και, κυρίως, από τη φιλοναζιστική metapedia που τον φιλοξενεί ως δικό της άνθρωπο.

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που δικαιολογούσε για την Ιατρική Σχολή την αναγόρευση αυτού του ανθρώπου σε επίτιμο διδάκτορα;

Η απάντηση αφήνει άναυδο οποιονδήποτε άνθρωπο θυμάται με δέος τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρών στην Ελλάδα την περίοδο της «κυβερνητικής θητείας» αυτού του επίτιμου διδάκτορα: Ήταν το γεγονός ότι επί υπουργίας του στην κατοχική κυβέρνηση υπογράφτηκε το διάταγμα ίδρυσης της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ.!

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά αυτή η απόφαση σε σχέση το γεγονός ότι ο Λογοθετόπουλος κατηγορήθηκε επίσης επειδή «δέχθηκε αδιαμαρτύρητα τα σχέδια των κατακτητών για εξολόθρευση των Ελλήνων Εβραίων, παρά τις εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων δημοσίων προσώπων». Έτσι, η Σχολή που θεμελιώθηκε επάνω στα λεηλατημένα πανάρχαια εβραϊκά μνήματα, και η οποία σε πολλά εργαστήριά της χρησιμοποίησε μαρμάρινες ταφόπλακές τους, τίμησε το δήμιο των Ελλήνων Εβραίων αναγορεύοντάς τον, το 1960, επίτιμο διδάκτορά της.

Κι αν η απόφαση του ΑΠΘ του 1960 αφορά την προηγούμενη γενιά καθηγητών, ο τρόπος παρουσίασης του Λογοθετόπουλου στο λεύκωμα «Επίτιμοι Διδάκτορες του ΑΠΘ», που εκδόθηκε από το πανεπιστήμιο μας το 2003, αφορά τη δική μας γενιά, και δική μας κοινή είναι η ευθύνη όταν για την απάνθρωπη και προδοτική δραστηριότητά του απλώς αναφέρεται: «Διετέλεσε αρχικά υπουργός και στη συνέχεια πρωθυπουργός κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Η συνεργασία του με τους ξένους εισβολείς τον έφερε σε σφοδρά σύγκρουση με ολόκληρο τον επιστημονικό κόσμο. Για τη συμμετοχή του αυτή σε κατοχικές κυβερνήσεις καταδικάστηκε μετά την απελευθέρωση από ειδικό δικαστήριο και αργότερα αμνηστεύτηκε» (η αλήθεια είναι ότι δεν αμνηστεύτηκε, αποφυλακίστηκε για «ανήκεστο βλάβη» και υποχρεώθηκε σε ισόβιο κατ’ οίκον περιορισμό). Αυτά μόνον.

Και συνεχίζει το κείμενο, υπονομεύοντας τη σημασία ακόμη και των ελάχιστων που ειπώθηκαν για τη ναζιστική, εγκληματική δραστηριότητα του Λογοθετόπουλου σε βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων: «Θα πρέπει όμως ν’ αναφερθεί ότι, χάρη στις προσπάθειές του και υπό την απειλή δημιουργίας βουλγαρικού Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, ιδρύθηκαν επί υπουργίας του στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων το 1942, μέσα στην κόλαση της εχθρικής κατοχής, η Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ καθώς επίσης και η αντίστοιχη Θεολογική Σχολή».

Συνεπώς, αυτό είναι προφανώς το σκεπτικό, αφού ιδρύθηκαν δύο Σχολές στο ΑΠΘ μέσα «στην κόλαση της κατοχής» είναι λογικό και αυτονόητο να βραβεύεται … ποιος άλλος από τον ίδιο τον Άρχοντα της ναζιστικής Κόλασης;

Επίμετρο

Αφορμή πήρα από την προσεχή αναγόρευση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμου. Συμπληρώνω, λοιπόν, τον ενδεικτικό κατάλογο των επίτιμων διδακτόρων του ΑΠΘ.

Παντελεήμων Α’. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Αναγορεύτηκε το 1959.

Παντελεήμων Β’ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Αναγορεύτηκε το 1996.

Ποιος έχει σειρά, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ακόμη Παντελεήμων Γ’;

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here