Ένα ειλικρινές και ρομαντικό τέκνο που κατέγραψε τα μικρά μυστικά της πόλης του

 

Toυ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗ

 

‘… Η λέξη Νότος έχει προεισαγωγική σημασία για όλους τους Αμερικανούς,

ο καταραμένος τους τόπος, ο νικημένος τόπος σε μια χώρα θριαμβευτών,

ο μόνος νεκρός άσπρος πολιτισμός που υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες, 

αυτός του εκ βαθέων Νότου’

(Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, Οι θάλασσες του Νότου

 

Ο ακαδημαϊκός,  κριτικός λογοτεχνίας, και συνεργάτης κύριων ισπανικών εφημερίδων, όπως της El Mundo  και της  La Vanguardia,  Φερνάντο Βάλς,   έγραφε εδώ και πολλά χρόνια ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, εκδόθηκε στην Ισπανία ένας σημαντικός αριθμός έργων, κυρίως μυθιστορημάτων και λιγότερο διηγημάτων, που κατήγγειλαν την απάθεια, τη δυσαρέσκεια και το βόλεμα, σε μεγαλύτερο βαθμό κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τους σοσιαλιστές του  PSOE (1982-1996),  κάποιων νέων ‘…οι οποίοι στη δεκαετία του ’60, ακολουθώντας τη μόδα που επικρατούσε στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο και παρακινούμενοι ταυτόχρονα από την κόπωση που είχε προκαλέσει το καθεστώς του Φράνκο, στρατεύτηκαν στα κόμματα της αριστεράς και πίστεψαν σε ουτοπίες και στην πιθανότητα ενός καλύτερου και δικαιότερου κόσμου’. Σχολιάζοντας τώρα ο ίδιος δήλωσε ότι τα μυθιστορήματα του Καταλανού Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν θα μπορούσαν να διαβαστούν άνετα σαν ένα χρονικό της μεταπολίτευσης, σαν μια προσπάθεια να αποφευχθεί η όποια παραποίηση της ιστορικής αλήθειας,  σαν μια κατακραυγή κατά της έλλειψης μνήμης στο μεταβατικό διάστημα της αλλαγής του καθεστώτος, και την ίδια στιγμή σαν μια καταγγελία του γεγονότος αλλά κυρίως του συμπεράσματος, ότι η υπεσχημένη και πολυπόθητη αλλαγή δεν ήρθε στη χώρα ποτέ, ή τουλάχιστον δεν ήταν εκείνη που οι περισσότεροι περίμεναν.

Ο Φερνάντο Βάλς,  δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι ο Βάθκεθ Μονταλμπάν δεν έπαψε ποτέ να καταγγέλλει στα βιβλία του ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό έφερε η αριστερά.  Για παράδειγμα, στον ‘Φόνο στην κεντρική επιτροπή’ (1981), βρίσκεται διάχυτη η θλίψη για την απώλεια της δύναμης της αριστεράς, λόγω των κακών συνηθειών των σοσιαλιστών, της αυτοκαταστροφικής τάσης των κομμουνιστών, ενώ παράλληλα επιτίθεται στη θρησκευτική αντίληψη περί της γενικότερης συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων.

Σ’ ένα άλλο βιβλίο, στο ‘Οι θάλασσες του νότου’, ο Μονταλμπάν χαράζει ένα έντονο πλαίσιο προσώπων και καταστάσεων που αντικατοπτρίζουν τις προσωπικές και συλλογικές διαμάχες της σύγχρονης Ισπανίας. Το μυθιστόρημα γεωγραφικά τοποθετείται και εξελίσσεται στην πρωτεύουσα της Καταλωνίας, τη Βαρκελώνη. Αναζητώντας, εδώ,  το πνεύμα του Πωλ Γκωγκέν, ο Στιούαρτ Πεδρέλ, εκκεντρικός επιχειρηματίας της Βαρκελώνης, μεγιστάνας πετυχημένης κατασκευαστικής εταιρείας, ονειροπόλος και προστάτης ποιητών και ζωγράφων,  εξαφανίστηκε ανακοινώνοντας σχέδια για να ταξιδέψει στον Νότιο Ειρηνικό. Ένα χρόνο αργότερα βρέθηκε μαχαιρωμένος και νεκρός  σ’ ένα  εργοτάξιο στη Βαρκελώνη. Μαζί του βρέθηκε το σημείωμα με τη φράση ‘Piu nessumo mi portera nel sud’ (‘Κανείς πια δεν θα με πάει στο νότο’),  στίχος που ανήκε στον Σαλβατόρε Κουασιμόδο.

Το αίτημα για εκδημοκρατισμό στη Βαρκελώνη, αέναο. Όπως τότε έτσι και τώρα. Αλλά τελευταία με κάποιες άλλες προσμίξεις στις απαιτήσεις!

 

Ο Πέπε Καρβάλιο, προσλαμβάνεται από τη σύζυγο του Πεδρέλ, για να μάθει τι ακριβώς συνέβη. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Καρβάλιο, πρώην κομμουνιστής, πρέπει να ταξιδέψει μέσα από τους κύκλους της παλαιάς αριστεράς πτέρυγας κατά του δικτάτορα Φράνκο για να βρει τα ίχνη του δολοφόνου που έχει σχέση με τη συγκεκριμένη ιστορία. Αλλά με ελάχιστη όρεξη για την πολιτική, αυτή καθ’ εαυτή, ο Καρβάλιο μας οδηγεί επίσης σε μια περιοδεία μέσω της λογοτεχνίας, της κουζίνας και του εγκληματικού υπογαστρίου της Βαρκελώνης σε μια τυπική περιγραφή του είδους από τον γνωστό Ισπανό δάσκαλο και μαιτρ του είδους. Μπλεγμένος ανάμεσα σε διάφορους κύκλους, ο Καρβάλιο ακούει πως ‘… οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες δεν τον εκτιμούσαν καθόλου γιατί δεν εκτιμάνε κανέναν. Την ημέρα που εμείς οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες θα εκτιμήσουμε κάποιον, αυτό σημαίνει πως θα έχει λιώσει το εγώ μας και απ’ εκείνη τη μέρα δεν θα είμαστε πια  διανοούμενοι και καλλιτέχνες’!

 

Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν (1939-2003) ήταν ένας από τους τελευταίους συγγραφείς της Νότιας Ευρώπης, που ανήκαν στη αριστερή πτέρυγα των διανοούμενων των μεγάλων  κομμουνιστικών κομμάτων των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Ταλαντούχος και παραγωγικός δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος, ήταν ένας εξαιρετικός διερμηνέας της Ισπανίας στον καίριας σημασίας  μετασχηματισμό της, από τη θλιβερή και φοβισμένη χώρα της δικτατορίας του Φράνκο στην περιορισμένη αλλά ζωντανή αστική δημοκρατία του σήμερα.

Ο Μονταλμπάν γεννήθηκε το έτος της λήξεως του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου με τη  νίκη του  Φράνκο  και μεγάλωσε μέσα στις φτωχογειτονιές της Βαρκελώνης κατά τη διάρκεια των χειρότερων χρόνων της δικτατορίας, όπου σημαντικός αριθμός ανθρώπων απουσίαζαν απ’ τον τόπο τους επειδή  είτε ήταν  νεκροί, είτε εξορισμένοι και φυλακισμένοι. Ο Μονταλμπάν, σημειωτέον, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον πατέρα του, όταν ήταν  πέντε ετών. Σε εκείνες τις προβληματικές και φτωχές περιοχές της Βαρκελώνης, πολλές γυναίκες που ανήκαν στην εργατική τάξη, και σε αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια συχνά έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ της πορνείας και της πείνας των παιδιών τους. Η μαζική πορνεία, την οποία οι αναρχικοί επεδίωξαν να καταργήσουν κατά την Ισπανική Επανάσταση του 1936 με το κλείσιμο των πορνείων και την ενθάρρυνση των γυναικών να αναλάβουν τα όπλα και να στρατευτούν κι’ αυτές ενάντια στον φασισμό, ανθούσε κάτω από την κυριαρχία του Φράνκο και της καθολικής εκκλησίας. Με το πέρας του πολέμου, το 1940, η Βαρκελώνη αντιμετωπίστηκε από τον Φράνκο και μια εκδικητική Καταλανική αστική τάξη,  ως ‘κατεχόμενη’ πόλη. Για το καθεστώς, οι Καταλανοί ήταν ένοχοι για τρεις μεγάλες αμαρτίες. Τον κομμουνισμό, τον αθεϊσμό και  τις προσπάθειες απόσχισης από τον ισπανικό κορμό. Έτσι δεν είναι περίεργο και τυχαίο ότι  ο Φράνκο έθεσε ως στόχο να εξαλείψει όλα τα σημάδια της κουλτούρας των Καταλανών και της εργατικής τάξης με τις αριστερές πολιτικές της πεποιθήσεις. Στην περιοχή του Ραβάλ, το τμήμα της Παλιάς Πόλης της Βαρκελώνης όπου μεγάλωσε ο Μονταλμπάν, που τιμωρήθηκε ιδιαίτερα από τις βόμβες της ιταλικής αεροπορίας που είχε ως βάση τη Μαγιόρκα κατά τον εμφύλιο πόλεμο και ένα παραδοσιακό οχυρό του αναρχισμού, σχεδόν όλος ο πληθυσμός ήταν εναντίον του δικτάτορα Φράνκο. Ο Μονταλμπάν, θυμόταν ότι οι γυναίκες με παιδιά ζητιάνευαν και ικέτευαν για όποια βοήθεια μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους. Κι η δική του μητέρα δεν είχε εισόδημα εκτός από εκείνα  τα λίγα που κέρδιζε από το  ράψιμο ρούχων. Θυμήθηκε ακόμα το φόβο των γειτόνων του από τους φασίστες με τα ξυρισμένα κεφάλια τους, που τους ανάγκαζαν σε απρεπείς πράξεις. ‘… Η άσχημη φτώχεια της Κινέζικης συνοικίας είχε το λούστρο της ιστορίας. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με την άσχημη προκατασκευασμένη φτώχεια των προκατασκευασμένων καιροσκόπων που έφτιαξαν προκατασκευασμένες συνοικίες…’, λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου του.   Σε μια αξέχαστη φράση σε ένα άλλο βιβλίο του, στον ‘Πιανίστα’, ένας άλλος χαρακτήρας του,  αποκαλύπτει: ‘Ξέρω τους γείτονες, σχεδόν όλοι τους έχασαν τον πόλεμο και μεταφέρουν τον μεταπολεμικό γύρο στις πλάτες τους σαν νεκρό σώμα’.

 

Μόνο για να επιβιώσουν, οι ηττημένοι και ολόκληρος ο φτωχός πληθυσμός χρειαζόταν τη βασική αλληλεγγύη μεταξύ τους. Αυτό το ιστορικό και γεωγραφικό υπόβαθρο, με τα τόσο ανοιχτά τραύματα,   διαπερνά σχεδόν όλη τη γραφή του Μονταλμπάν. Ο Μονταλμπάν, ήταν ένας από τους λίγους που κατάφεραν και απαγκιστρώθηκαν  από το καταραμένο  Ραβάλ και πήγαν στο πανεπιστήμιο, έναν άλλο κόσμο που απείχε μόνο δεκαπέντε  λεπτά με τα πόδια απ’ το σπίτι του. Στο πανεπιστήμιο συμμετείχε στην πολιτική, με την πλευρά  της αντιπολίτευσης, συνελήφθη το 1961, ξυλοκοπήθηκε και στάλθηκε  στη φυλακή της Λέριδα,  το δεύτερο πανεπιστήμιό του, όπως δήλωσε αργότερα. Εντάχθηκε στο Καταλανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, μια δέσμευση που διατήρησε καθ’  όλη τη διάρκεια της ζωής του. Παρά την διεθνή του φήμη ως βραβευμένος δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος, παρέμεινε πιστός στα πιστεύω της  μικρής του  ηλικίας μέχρι τη θανατηφόρα καρδιακή του ανακοπή, τον Οκτώβριο του 2003. Από τη φυλακή απελευθερώθηκε το 1963, με αμνηστία που προκάλεσε ο θάνατος του Πάπα Ιωάννη XXIII, και ξεκίνησε την καριέρα  του δημοσιογράφου.

Οι Ράμπλας. Αγαπημένος δρόμος του Μονταλμπάν, όπως και του ήρωά του, Πέπε Καρβάλιο.

 

Ανάμεσα στα 1977 και 1990, μαζί με την ενασχόλησή του στην αρθρογραφία, έγραψε κάποια μυθιστορήματα που είναι μεταξύ των καλύτερων στη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία. Ο πιανίστας’ (1985), θεωρείται το αριστούργημά του. Ωστόσο, ο Μονταλμπάν, έγινε πιο γνωστός, για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα, με τον ντετέκτιβ του, Πέπε Καρβάλιο.  ‘Οι θάλασσες του Νότου’, είναι ένα απ’ αυτά. Στα μυθιστορήματα αυτά του Μονταλμπάν, οι απατεώνες αποκαλύπτονται ότι είναι οι πλούσιοι οι οποίοι  υπερασπίζονται τα πολυποίκιλα προνόμιά τους ακόμα και με δολοφονίες, κάτι βέβαια που δεν ήταν καινούργιο. Ο κύριος εκπρόσωπος  του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος, Ρέημοντ Τσάντλερ (1888-1959), εξηγούσε στη δεκαετία του 1950, ότι ένας  πραγματιστής της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφει για έναν κόσμο στον οποίο ‘οι γκάνγκστερ μπορούν να κυβερνούν τα έθνη και σχεδόν να κυβερνούν τις πόλεις, όπου τα ξενοδοχεία και οι πολυκατοικίες και τα περίφημα εστιατόρια ανήκουν σε άντρες που έκαναν τα χρήματά τους από οίκους ανοχής … και όπου ο δήμαρχος της πόλης σου δολοφονεί  ως μέσο απόκτησης  χρημάτων’. Βεβαίως για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, ο Τσάντλερ δεν υπήρξε ποτέ υπέρμαχος και οπαδός της αριστεράς. Μάλιστα, όπως και πολλοί συγγραφείς της εποχής του, μισούσε τους γκάνγκστερς και τους κεφαλαιοκράτες, τους οποίους κατηγορούσε για την καταστροφή της ζωής των ανθρώπων της μεσαίας τάξης όπως υπήρξε και  ο ίδιος στην δεκαετία της Μεγάλης Ύφεσης  του ’30. Και όπως ο Τσάντλερ στο Λος Άντζελες, έτσι και ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν  αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της δημοκρατίας στην  πόλη του, τη Βαρκελώνη, στην περίπτωσή του από τους μεγαλοαπατεώνες, αλλά φυσικά το πλαίσιο είναι τελείως  διαφορετικό. ‘Οι θάλασσες του Νότου’, γράφτηκαν τη στιγμή της μετάβασης της Ισπανίας από τη δικτατορία στην αστική δημοκρατία (1979). Το κύριο υπόβαθρο δεν είναι η ήττα της αριστεράς στη δεκαετία του ’40 στο Λος Άντζελες, αλλά ο μαζικός αγώνας των Καταλανών ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο, και ο φτωχός Μονταλμπάν ήταν ένας συνεπής και αφοσιωμένος ακτιβιστής σε αυτόν τον αγώνα. Στα μυθιστορήματά του της δεκαετίας του ’70 και του ’80,   εξηγεί μέσω των ηρώων του πώς η αλλαγή που έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1970, δεν ήταν στην πραγματικότητα ρήξη με τη δικτατορία, αλλά μια ελεγχόμενη μετάβαση στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Δείχνει πώς οι ίδιοι άνθρωποι με διαφορετικά προσωπεία συνέχισαν να ασκούν δύναμη στη νέα Ισπανία που ανέτειλε. Οι πολιτικές δομές μπορεί να άλλαξαν, αλλά η οικονομική δύναμη παρέμεινε στα χέρια όχι μόνο της ίδιας τάξης, αλλά και των ίδιων ατόμων!

Η πόλη της Βαρκελώνης όπως φαίνεται από ψηλά, από ένα πύργο της Σαγράδα Φαμίλια.

 

Η εμπειρία του Μονταλμπάν ως  στρατευμένος δημοσιογράφος τον είχε διδάξει ότι, με τα όλο και πιο εξελιγμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης που αφομοιώνουν την αντιπολίτευση, δεν αρκούσε για έναν αριστερό δημοσιογράφο να καταγγείλει απλώς την αδικία δημοσίως. Ήταν φιλόδοξος να φτάσει σε ένα ακροατήριο ακόμη ευρύτερο από το μεγάλο αναγνωστικό κοινό των άρθρων του στο ‘Triunfo’ (Triumph στην Αγγλική γλώσσα). Το τελευταίο ήταν ένα ένα ισπανικό εβδομαδιαίο πολιτιστικό και πολιτικό περιοδικό που κυκλοφόρησε  από το 1946 έως το 1982, στη Μαδρίτη της Ισπανίας. Με τα αστυνομικά του μυθιστορήματα, ο Μονταλμπάν βρήκε ένα δημοφιλές είδος μέσα στο οποίο θα μπορούσε να συμπεριλάβει τις προσδοκίες, τα τραγούδια, τις μνήμες, τις μυρωδιές και τα γούστα, ολάκαιρη την ατμόσφαιρα, πράγματα  κοινά όχι μόνο για τους ανθρώπους της πατρίδας του, αλλά και για  εκατομμύρια άλλους. Ο Μονταλμπάν φαντάστηκε   τα μυθιστορήματα με τον Καρβάλιο, ως χρονικό της σύγχρονης Ισπανικής και Καταλανικής κοινωνίας, εξηγώντας με το δικό του τρόπο τα γεγονότα στους πολυπληθείς αναγνώστες του. Τις ψευδαισθήσεις της μετάβασης από τη δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, την κρίση στο Κομμουνιστικό Κόμμα, την πρόσκαιρη και φευγαλέα  φύση της φήμης των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τη σχέση του αθλητισμού με τον πλουτισμό κάποιων επιτήδειων  επιχειρηματιών. Ο Μονταλμπάν σχεδόν παντού  χρησιμοποιεί την έρευνα για να ανατρέξει στην ιστορία, να παρατηρήσει πώς έχει εξελιχθεί ο κάθε χαρακτήρας, να εξετάσει ποιος έχει προδώσει τις νεανικές πεποιθήσεις και ποιος όχι.

Σε όλα τα μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή τον Καρβάλιο, δίνει το προσωπικό του αφηγηματικό ιστορικό βάθος και γεωγραφικές λεπτομέρειες. Το γραφείο του ντετέκτιβ βρίσκεται δίπλα σε μια άθλια γωνιά των Ράμπλας και συχνά περιπλανάται στη συνοικία Ραβάλ, όπου τα πάντα, οι δρόμοι, τα μπαρ, τα καταστήματα και οι άνθρωποι που συναντά,  ξεσηκώνουν τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.  Σε αυτή τη συνεχή καταγραφή του όχι και τόσο ευχάριστου παρελθόντος, ο Μονταλμπάν  στην ουσία προχωράει στην παρουσίαση μιας εναλλακτικής ιστορίας της εργατικής τάξης, την πραγματική ιστορία εκείνων που αποκλείστηκαν από την επίσημη ιστορία που ήθελε το κατεστημένο. Ο ντετέκτιβ έχει ένα περίεργο ‘είδος’ οικογένειας τα μέλη της οποίας συναναστρέφεται  τις περισσότερες φορές που δεν βρίσκεται  μακρυά. Ένα κωλ γκερλ, την Τσιάρο, τον γραμματέα του και πρώην κλέφτη αυτοκινήτων, Μπισκουτέρ, και τον πρώην φασίστα και τώρα πανάθλιο λούστρο  παπουτσιών, Βρομίδη. Και οι τρεις έχουν τη δική τους ιστορία. Ο Βρομίδης, για παράδειγμα, ήταν εθελοντής με την ισπανική Κυανή Μεραρχία, η οποία  αγωνίστηκε με  τον Χίτλερ, το 1941, κατά της Σοβιετικής Ένωσης.  Ζώντας στο κατώτατο σημείο της κοινωνίας, και αγωνιζόμενος καθημερινά για τον επιούσιο, στις μέρες που γράφτηκε το μυθιστόρημα, ο Βρομίδης αποτελεί μια λυπηρή υπενθύμιση ότι ο Φράνκο δεν έδινε τελικά σημασία στους δικούς του ανθρώπους. Ο ντετέκτιβ, σίγουρα δεν   ταυτίζεται με τον συγγραφέα αλλά παρ’ όλα αυτά μοιράζεται ένα μεγάλο μέρος του παρελθόντος και των απόψεών του, λεπτομέρεια η οποία όμως είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα μυθιστορήματα, και όχι μόνο για τούτο. Ο Πέπε Καρβάλιο,  αγαπάει το καλό φαγητό, το παλιό κρασί, το σεξ, καθώς  και τις σχοινοτενείς συζητήσεις. Δεδομένου ότι ο κόσμος είναι ένα χάος, μια ακαταστασία,  συλλογίζεται ο Καρβάλιο, πρέπει αυτός να φροντίσει τον εαυτό του, αποκλειστικά, επειδή κανείς άλλος δεν πρόκειται να το κάνει, όσο κυνικό κι’ αν ακούγεται αυτό.   Ο επαναστατικός Ερνέστ Μαντέλ (Ernest Mandel, 1923-1995), ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές θεωρητικούς μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και ηγέτης της τροτσκιστικής 4ης Διεθνούς,  είχε μια σχετική κριτική   για το αστυνομικό μυθιστόρημα,  όταν έλεγε ότι σε γενικές γραμμές όλα τα βιβλία του Μονταλμπάν είναι εμποτισμένα  σε μια ατμόσφαιρα θυμού, μελαγχολικής διάθεσης, και σκεπτικισμού   πολύ σημαντικών παραμέτρων  ως φόντο ενός ολόκληρου σώματος διανοούμενων  ευρωκομουνιστών:

‘… Πρόκειται για ένα σπάσιμο με τον σταλινικό δογματισμό και την υποκρισία, αλλά δεν είναι καθόλου ένα βήμα προς μια μεγαλύτερη διαύγεια όσον αφορά του τι είναι αυτή η κοινωνία και ο κόσμος…’, κατέληγε.

Υπάρχει κάποια αλήθεια στο σχόλιο του Μαντέλ, γιατί ο τόνος του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν είναι συχνά  μάλλον πλημμυρισμένος από πικρό σαρκασμό.  Αυτό οφείλεται στην εκτίμησή του για την ήττα της εργατικής τάξης που βίωσε κατά τη μεταβατική εκείνη περίοδο,  καθώς και για τη μεταγενέστερη απογοήτευσή του με τη νέα και δήθεν δημοκρατική χώρα του. Ο Μαντέλ, ωστόσο, δεν καταφέρνει να αντιληφθεί τις αντιφάσεις στο έργο του Μονταλμπάν, γιατί ενώ υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Μονταλμπάν ως μυθιστοριογράφος,  αφήνει ελεύθερη την φαντασία του και τελικά  δείχνει μια πραγματικότητα η οποία δεν δικαιώνει  την ηγεσία της ισπανικής εργατικής τάξης. Ομοίως, στη μυθιστοριογραφία του της δεκαετίας του 1990, υπήρξε    αυστηρός κριτής των βαρύγδουπων Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης, λόγω της   άγριας  κερδοσκοπίας, της διάχυτης διαφθοράς και της καταστροφής της ιστορικής μνήμης που έφεραν μπροστά, αλλά το κόμμα στο οποίο ανήκε, υποστήριζε τη συγκεκριμένη διοργάνωση.

Αγορά κεντρική της Βαρκελώνης, πάνω στις Ράμπλας. Ο παράδεισος του ντετέκτιβ του Μονταλμπάν, Πέπε Καρβάλιο.

 

Οι παρατηρήσεις του Μαντέλ, όμως, αυτόματα δημιουργούν στον αναγνώστη  την απλή, αλλά δύσκολη ταυτόχρονα, ερώτηση, τι θα ήταν λοιπόν ένα πραγματικά επαναστατικό αστυνομικό μυθιστόρημα;  Πώς θα διέφερε, άραγε, από τις ‘Θάλασσες του Νότου’, μέσα  στις οποίες  ο ντετέκτιβ Καρβάλιο αποκαλύπτει τα ψέματα των ισχυρών και υψηλά ιστάμενων, δίνει φωνή στην παραπαίουσα εργατική τάξη, εκφράζει ευθέως και δείχνει την πρέπουσα  αλληλεγγύη στους φτωχούς, εξηγεί την ιστορία των ανθρώπων και των τόπων που τόσο ωμά περιγράφει στο κείμενο, απεικονίζει την άρχουσα τάξη ως ανήθικη και κυνική, οι εκπρόσωποι της οποίας σκοπίμως αποφεύγουν να παραδώσουν τους εγκληματίες,   λόγω της κοινωνικής τους κατάστασης,   στην αστυνομία η οποία απεικονίζεται ως εχθρός του λαού και αναγνωρίζει ρητά ότι ένας ντετέκτιβ, ένα μεμονωμένο άτομο, δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όσο κι αν σφόδρα επιθυμεί;

Ο Φράνκο μεταξύ πολλών άλλων ηγετών. Φυσικά στο Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων της Βαρκελώνης.

 

Ο τίτλος ‘Οι Θάλασσες του Νότου’,   ανακοινώνει το θέμα, την πρόθεση και, γιατί όχι, τη λαχτάρα ενός πρωταγωνιστή του βιβλίου, να ξεφύγει απ’ το περιβάλλον του, να πάει κάπου μακρυά.  Γιατί ‘Νότος’ ήταν η άλλη όψη της σελήνης, εκεί όπου ΄…όταν ο ήλιος σηκωνόταν, η μέρα ήταν πια γριά γι’ αυτούς΄.  Ο Κάρλος Στιούαρτ Πεδρέλ, ένας σύγχρονος καπιταλιστής με καλλιτεχνικές προσδοκίες που φοβάται τη γήρανση, θέλει να ακολουθήσει τα βήματα του Γκωγκέν. ‘Είχε αποχαιρετήσει την οικογένειά του πριν από ένα χρόνο προφασιζόμενος ένα ταξίδι στην Πολυνησία’. Αλλά ένα χρόνο μετά την αναχώρησή του, για κάποιο νησί του Νότιου Ειρηνικού, βρέθηκε, όπως προείπαμε,  νεκρός. Ο εξωτικός προορισμός του, όμως,  ήταν πολύ πιο κοντά στο σπίτι του, το φτηνό ακίνητο την κατασκευή του οποίου ο ίδιος είχε χρηματοδοτήσει στα ανερχόμενα κοινωνικά προάστια της Βαρκελώνης. Ο Μονταλμπάν, ως καλός υλιστής που είναι, πάντα εξηγεί από πού προέρχονται τα χρήματα των ανθρώπων ή από που πηγάζει γενικότερα η έλλειψή τους. Στη δεκαετία του 1950, ο Στιούαρτ Πεδρέλ, ιδιοκτήτης οικοδομικών επιχειρήσεων,   είχε κερδίσει αρκετά χρήματα κατασκευάζοντας φτηνές πολυκατοικίες σε μέρη απόμακρα, τότε, από το κέντρο της πόλης, στα περίχωρα στην ουσία, αλλά με τάση συνεχούς ανόδου, προοριζόμενα για τους εργαζόμενους που μετανάστευσαν στη βιομηχανική Βαρκελώνη από τη νότια Ισπανία. Ο κεντρικός χαρακτήρας των ‘Νότιων Θαλασσών’  είναι μάλλον  η Άννα Μπριόνγος,  κομμουνίστρια και εργάτρια   των  εργοστασίων αυτοκινήτων SEAT, που ζει εκεί στα σπίτια που   δημιούργησε ο Πεδρέλ.  Όταν τα επισκεπτόταν   ο Καρβάλιο, και ξαναγύριζε πίσω, στην έδρα του, σκεφτόταν αυτόματα, ‘… η άσχημη φτώχεια της Κινέζικης Συνοικίας είχε το λούστρο της ιστορίας. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με την άσχημη προκατασκευασμένη φτώχεια των προκατασκευασμένων καιροσκόπων που έφτιαξαν προκατασκευασμένες συνοικίες…’.

Σε αντίθεση με τους άλλους χαρακτήρες, η Άννα Μπριόνγος, γνωρίζει καλά  ότι δεν υπάρχει περίπτωση διαφυγής σε έναν κόσμο φαντασίας, γι’ αυτό και αγωνίζεται όσο μπορεί μέσα στις γραμμές της  ένωσης και στο κόμμα για έναν καλύτερο κόσμο εδώ και τώρα. Στην αντίπερα όχθη, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, αφού κατά τα λεγόμενα κάποιων, μάλλον πολλών , ‘… πιστεύω πως εμείς ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε εργοδότες σε κάθε πολιτικό καθεστώς, και η λειτουργία μας είναι να αποκτήσουμε την ευμάρεια από την οποία θα επωφεληθούν όλοι, και θα είναι εγγύηση για την ειρήνη και την ελευθερία…’. Σε μια συζήτηση που είχε με τον Καρβάλιο, η Άννα Μπριόνγος του εξηγεί για την περιβόητη συμφωνία Μονκλόα, του 1977, η οποία στην ουσία απάλυνε και διευκόλυνε την πολιτική    ‘μετάβαση’. Παλιότερα του εκμυστηρεύεται, γνώρισε τον Αντόνιο Πορκέρες, ο οποίος τελικά ήταν ο εξαφανισμένος Κάρλος Στιούαρτ Πεδρέλ, μέσα ακριβώς από αυτές τις ατέρμονες πολιτικές συζητήσεις που είχαν γίνει στο κόμμα γύρω από αυτή τη συμφωνία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο είχε ήδη αποδεχθεί τη μοναρχία σε αντάλλαγμα για τη νομιμοποίησή του, υπέγραψε τώρα με την κυβέρνηση και τα αφεντικά της συμφωνία για τον περιορισμό των μισθολογικών αυξήσεων σε 22% κατ’ ανώτατο όριο, όταν ο πληθωρισμός έτρεχε περίπου με  29%.

Πρόσφατη φωτογραφία (Αύγουστος 2018) από απεργιακές κινητοποιήσεις του συνδικάτου των ταξιτζήδων και αποκλεισμός δρόμου στη Βαρκελώνη, πίσω από την κεντρική πλατεία Πλάθα Καταλούνια,  λόγω εισόδου στο επάγγελμα ξένης γνωστής πολυεθνικής εταιρείας που δραστηριοποιείται στις μεταφορές.

 

Η Άννα,  εξηγεί με περισσή ειλικρίνεια, ‘… Κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί, αλλά εμείς έτσι εύπιστοι που ήμασταν… αφού την εκμεταλλεύονται τόσο καιρό την εργατική τάξη,  στο τέλος λέμε κι’ εμείς αυτά που μας έχουνε πει να πούμε… μετά καταλάβαμε πως ήταν βρωμοδουλειά όπως και τα υπόλοιπα… ’.  Ταυτόχρονα από ‘απέναντι’, τα πιστεύω φαίνονται ακλόνητα,  ‘..εμείς ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε εργοδότες σε κάθε πολιτικό καθεστώς, και η λειτουργία  μας  είναι να αποκτήσουμε την ευμάρεια από την οποία θα επωφεληθούν όλοι, και θα είναι εγγύηση για την ειρήνη και την ελευθερία’.

Με τον χαρακτήρα της Άννας,   ο Μονταλμπάν σπάει τη σχέση του με  τα παραδοσιακά αστυνομικά  μυθιστορήματα, εισάγοντας και φέρνοντας στο προσκήνιο την οργανωμένη εργατική τάξη, καθώς επίσης αποστασιοποιείται από  τον διάχυτο σεξισμό τους, αφού η Άννα  μιλάει αποκλειστικά με την προσωπική της φωνή. Ένα χαρακτηριστικό μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν (1939-2003), που αν ζούσε περισσότερο θα μας είχε δώσει αναμφίβολα κι’ άλλες απόψεις και εκδοχές, πολιτικές και κοινωνικές, με εφαρμογή όχι μόνο στη χώρα του ή την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βαρκελώνη, αλλά και σε πολύ περισσότερες χώρες.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here