Ένα δρομολογημένο ταξίδι απ’ το μακρυνό παρελθόν

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Προσπαθώ και προγραμματίζω, εδώ και κάποιο καιρό, να ξεφύγω απ’ τα καθημερινά και τετριμμένα και να περιπλανηθώ  πάλι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε χώρα μακρυνή, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, άγνωστη εν πολλοίς στους περισσότερους, όπως και σ’ εμένα. Λίγες μέρες πριν, όπως σε κάθε ταξίδι άλλωστε, ορισμένες γραφειοκρατικές προετοιμασίες κρίνονται απαραίτητες, ακόμα και τώρα, ειδικά εάν πρόκειται για ασυνήθη και όχι πολύ γνωστό προορισμό. Ίσως όμως όχι τόσες, είναι αλήθεια,  όπως κάποια χρόνια πριν όταν τα ταξίδια στο εξωτερικό βρίσκονταν στα πρώτα  σπάργανά τους. Τότε, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, είχες να απευθυνθείς σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο, ένα από τα λίγα που ξεκινούσαν δειλά-δειλά και με αισιοδοξία την λειτουργία τους στην πρωτεύουσα, κατά κύριο λόγο, έχοντας σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα και υπόδειγμα κάποια άλλα τρανταχτά ονόματα της Γηραιάς Αλβιώνος, εκεί όπου δίνονταν οι κατάλληλες πληροφορίες για τον άγνωστο προορισμό, το ακριβές ποσόν του συναλλάγματος που έπρεπε να έχεις  μαζί σου νομίμως,  και όλες εκείνες τις σχετικές  πληροφορίες που απαιτούνταν στον καθένα για τον συγκεκριμένο τόπο όπου θα μετέβαινες, ειπωμένες  από ειδικούς ανθρώπους του κλάδου εκείνου που ανέτειλε και στη χώρα μας, ελπιδοφόρα. Στους τοίχους των  γραφείων τους, ενθυμούμαι,  κρέμονταν έγχρωμοι χάρτες, στα επιτραπέζια ημερολόγια βρίσκονταν εκμαυλιστικές έγχρωμες φωτογραφίες εξωτικών προορισμών, η επιφάνεια των γραφείων πλημμυρισμένη από χαρτιά, εισιτήρια και τις ανάλογες απαραίτητες αποδείξεις. Ταξιδιωτικά έγγραφα, διαβατήριο, βίζα όπου χρειαζόταν και κρινόταν απαραίτητο, συνάλλαγμα και τόσα άλλα. Τότε υπήρχε η νεανική αγωνία αλλά και ικανού βαθμού προσδοκία πως θα ανταπεξέλθεις, μετά την επίσκεψη και απόλαυση των τεράστιων πινάκων του μεγάλου κρητικού ζωγράφου στη μικρή και γραφική πόλη της Ιβηρικής χερσονήσου  που επέλεξε, για τους δικούς του λόγους, να δρομολογήσει τη ζωή του και να επιδοθεί στο θεάρεστο και κατανυκτικό του έργο, με τις απλές πλαγιές της οροσειράς  Σιέρα Μορένα, στη συνέχεια,  και τι σε περιμένει κάτω χαμηλά στην μεσογειακή και εκμαυλιστική Ανδαλουσία, αργότερα.

Τελευταία, κάπου μισό αιώνα μετά, πόσο δραματικά άλλαξαν όλα αυτά! Η προσωπική επαφή με τους ανθρώπους αυτούς είναι εκ των πραγμάτων, ουσιαστικά, ανύπαρκτη.  Το κάποτε αριστοκρατικό φαξ, φαντάζει χιουμοριστικό, πλέον, που αναδίδει κάποια ειρωνικά ερωτηματικά στους μικρότερους και μια δόση υφέρπουσας νοσταλγίας και αναμνήσεις στους μεγαλύτερους, ηλικιακά. Περισσότερο είναι απαραίτητα, τώρα, το τηλέφωνο και βεβαίως το μαγικό και δυναμικό διαδίκτυο με τα αστραπιαία ηλεκτρονικά του μηνύματα, όπου γης. Όλα γίνονται απ’ εκεί πλέον, η ανθρώπινη επαφή εξουδετερώθηκε, έτσι απλά, οριστικά  και μοιραία.

Η ολονύχτια πολύωρη πτήση μου όπου να  ’ναι πλησιάζει στο τέρμα της. Το γεγονός μαρτυρούν οι σαφείς, συνήθεις  και ενδεδειγμένες κινήσεις του προσωπικού, ο μαλακός θόρυβος των κινητήρων του μεγάλου αεροσκάφους και η γη που όσο περνάει  η ώρα ολοένα και πλησιάζει  κοντύτερα στα μάτια μου. Σε λίγο, πέρα μακρυά φάνηκαν στο ανίκανο ακόμα  φως οι άσπροι μιναρέδες να τρυπάνε τον ουρανό και κάπως ένοιωσα περίεργα, σαν να ερχόμουν σε ένα μέρος φιλικό, γνωστό, φιλόξενο. Σαν να είχα ξαναέρθει εδώ κάποτε. Όχι πρόσφατα, αλλά κάποιες δεκαετίες  πριν όταν ξεκινούσα τις πρώτες μου εξορμήσεις στις χώρες του Ισλάμ, τότε που δεν είχαν έρθει ακόμα στο προσκήνιο οι μη πιθανολογούμενες, οι δραματικές και αμείλικτες μέρες του αμερικάνικου Σεπτέμβρη  του 2001, δεκαοκτώ χρόνια ήδη, ούτε μερικές  άλλες, αργότερα, που σε μεγάλο βαθμό βρίσκονταν στο ίδιο μήκος κύματος και αφορούσαν την αραβική άνοιξη και που κατάντησαν στο τέλος αραβική φουρτούνα με θύματα και πέραν της εν λόγω πολύπαθης γεωγραφικής περιοχής, και φυσικά ούτε το απεγνωσμένο κύμα των ταλαίπωρων προσφύγων και εκείνο το ηθελημένο και δρομολογημένο ταξίδι των παράνομων και νόμιμων μεταναστών που προσπαθούν εναγωνίως να πλησιάσουν τα ευρωπαϊκά χώματα, έχοντας ως προγεφύρωμα τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Πλησιάζοντας τώρα, κατεβαίνοντας,  ανασυντάσσομαι, ‘γνωρίζω’ που θα πάω, που θα εστιάσω κατά κύριο λόγο το τωρινό μου ενδιαφέρον, τι θα επισκεφτώ και φυσικά  τι θα αποκομίσω απ’ εκεί φεύγοντας, αργότερα. Καμία σχέση με τότε που όλα ήταν ρευστά, στην άλλη άκρη της γης, βέβαια, που υπήρχε ενσωματωμένο το στοιχείο της νεανικής αβεβαιότητας. Όμως ακόμα κι έτσι, εδώ  υπάρχει κάποια διαφορά που δεν μπορώ να την ερμηνεύσω πλήρως στον εαυτό μου. Υπάρχει μια γλυκειά ατμόσφαιρα, είμαι σίγουρος,  που με περιμένει όπως τότε όταν ξεκινούσα μια άλλη περιπέτεια στις μουσουλμανικές χώρες με σκοπό την επίσκεψη βιβλιοθηκών, μουσείων, μεντρεσέδων και τζαμιών, την αχόρταγη περιπλάνησή μου στις γνωστές πανάρχαιες, σκεπασμένες  παραδοσιακές  αγορές, τα σουκ,  με  τη δική τους φιλοσοφία, την συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων στοιχείων, εικόνων, φωτογραφιών, απόψεων  και νοοτροπιών χαρακτήρων, τουτέστιν όλου του απαραίτητου υλικού που θα μου χρησίμευε αργότερα  για να μπορέσω να προχωρήσω  ικανοποιητικά στη συγγραφή του βιβλίου μου, την ‘Ιστορία της Ισλαμικής Ιατρικής’ που κυκλοφόρησε από τις Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις, το 2011. Ήταν η απαρχή  μιας μακράς ακολουθίας και περιπλάνησης σε μεγάλο αριθμό μουσουλμανικών χωρών, τόπων περίεργων στους μη γνωρίζοντες, αλλά τόσο απαραίτητων,   ειδικά στις μέρες που σήμερα βιώνουμε,  για ευνόητους βεβαίως λόγους.

Με κάποια νοσταλγία υποδέχεται το βλέμμα μου τον ανοιχτό ορίζοντα ετούτες τις πρωινές ώρες που ο ήλιος αχνοφέγγει πέρα μακρυά στο βάθος, διαλύοντας μαζί με τα ουράνια, τα γήινα και τα θρησκευτικά σκοτάδια, τις  πολιτιστικές διαφορές, θολερότητες και δυσκαμψίες, καθώς και τις άλλες παρεμφερείς, βάσιμες ή όχι,  υποψίες και φοβίες. Ίσως νοστάλγησα με ένα τρόπο, σκέφτομαι, εκείνη την απαιτητική εποχή, ίσως στην πραγματικότητα να νοστάλγησα ακόμα περισσότερο, πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω χρονικά,  τη νιότη μου που έμεινε πίσω στο μακρυνό παρελθόν  εδώ και κάποιες δεκαετίες, τα νεανικά μου χρόνια δηλαδή που τότε δεν μπόρεσαν, όπως γίνεται παντού και πάντοτε άλλωστε, να επιβιβαστούν στα δρομολογημένα βαγόνια του παντοδύναμου χρόνου, παραμένοντας εσαεί σε κείνη την περίοδο. Ήταν η εποχή στην οποία ο χρόνος έτρεχε ολοταχώς καταπάνω μας, αλλά εμείς αδυνατούσαμε να προσδιορίσουμε την ορμή του, υπακούοντας στους άγραφους και ύπουλους νόμους της φύσης!  Η προσγείωση μού διέκοψε, απότομα και αποτελεσματικά,  κάποιες μορφές διαλογισμού και με επανάφερε  στην πραγματικότητα ενός καινούργιου στα μάτια μου χώρου, στην άγνωστη πόλη Μασκάτ, της πρωτεύουσας του Σουλτανάτου του Ομάν.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here