Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΟΥΚΑ

Σκέψου και αυτό: Ένα τυχαίο συμβάν, ένα απρόσμενο γεγονός για να ανατραπούν  σχεδιασμοί και προγράμματα.  Τηλέφωνο. Άγνωστη  φωνή, απειλητικός τόνος: «Έφτασε η ώρα της αποκάλυψης, το μυστικό  που κρύβεις  χρόνια..». «Μυστικό, ποιο μυστικό;». Η γραμμή έπεσε.  Ηχογραφημένο μήνυμα. Παραποιημένη φωνή. Πρόκειται για φάρσα ή κάποιου είδους παρενόχληση σκέφτηκε, χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Μέχρι που η ενόχλησε συνεχίστηκε: «Έχεις λίγο χρόνο στη διάθεσή σου.  Δεν θα σε περιμένουμε..» Και ξανά: «θα δεις το όνομά σου να κυκλοφορεί στο ίντερνετ..», «μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις..» και άλλα παρόμοια.

Άρχισε να ανησυχεί κάπως. Για ποιο πράγμα πρέπει να απολογηθεί;  Τί έχει να κρύψει από την προσωπική και δημόσια δραστηριότητά του; Δεν είχε κατηγορηθεί για τίποτα ουσιαστικό. Αλλά.. μήπως υπήρχε κάτι ενοχοποιητικό που παραγνώρισε, υποτίμησε και καταχώνιασε βαθιά μέσα του;   Κάποια οικονομική ατασθαλία, μια  φορολογική απόκρυψη ή βλάβη στην προσωπική  ζωή κάποιου, μια άγονη ερωτική ιστορία με προεκτάσεις, κάποια λάθη που ψαλίδισαν τις ελπίδες του;

Συνέλαβε τον εαυτό του σε απολογητική διάθεση. «Α, μα λέω βλακείες» ψιθύρισε, αυτά όλα είναι ανύπαρκτα ή ασήμαντα θέματα να ασχολείται κανείς, πως μπορούμε να μιλάμε έτσι σε αυτούς τους  χαλεπούς καιρούς: Ανασφάλεια-χρεωκοπίες-εγκλεισμοί…  «Εδώ δεν  έχει βρεθεί ακόμα τιμωρία για τα μεγαλύτερα  εγκλήματα και τις βαθιές προδοσίες».

«Μην καλλιεργείς αυταπάτες» του απάντησε η φωνή, που από τηλεφωνική έχει τώρα εγκατασταθεί εντός του σαν άλλος εαυτός. «Η διαρκής δυνατότητα του εγκλήματος, η σκέψη σου ότι μπορείς να το διαπράξεις είναι σα να το διέπραξες αμέσως. Υπάρχουν τόσοι τρόποι να είσαι ένοχος, να χάσεις τον εαυτό σου, να τον προδώσεις».

Προσπάθησε να διώξει την εικόνα της ενοχής χωρίς αποτέλεσμα. Κάτι οι εσωτερικές επικρίσεις, κάτι κάποια πρόσωπα που διαισθάνεται ότι τον παρακολουθούν ακόμα και μέσα στον  ιδιωτικό του  χώρο, δήθεν υπάλληλοι του Δήμου ή Δημόσιων Υπηρεσιών.  Γενικότερα μια στάση καχυποψίας του περίγυρου. Βλέμματα που καρφώνονται επάνω του κάπως περίεργα. Παντζούρια που κλείνουν  ύποπτα   μόλις εμφανίζεται. Και όταν καταφέρνει να κοιμηθεί, αυτές οι  εφιαλτικές εικόνες καταδίωξης, αυτή η χαρακτηριστική κατακραυγή: «Ένοχος, ένοχος».   Αποφάσισε να περιορίσει όσο γίνεται τη δημόσια έκθεση.  Μηχανεύτηκε διάφορους τρόπους όπως να κοιτάζει μέσα από τις γρίλιες, ή τις κουρτίνες. Να βγαίνει έξω μόνο σε ώρες περιορισμένης κίνησης, τοίχο-τοίχο, μακριά από φώτα και άλλα τέτοια.

Προς μεγάλη  έκπληξή του διαπίστωσε ότι και οι άλλοι που τον παρακολουθούσαν, έπαιρναν ανάλογες προφυλάξεις.  Σαν να  βρίσκονταν και οι ίδιοι υπο παρακολούθηση. Ένας κόσμος αλληλοπαρακολούθησης, αμοιβαίας καχυποψίας. Αυτοεγκλεισμού, αβεβαιότητας..

Τότε του ήρθε η ιδέα του αναχωρητισμού από το νοσηρό κλίμα.  «Αυτοαπομόνωση» στο προσωπικό του  καταφύγιο. Μια επιστροφή  ξανά στο φυσικό περιβάλλον ως αντίδοτο: Δέντρα και πλαγιές, καταρράχτες και φαράγγια, κύματα  και βράχια, φως και άνεμος.  Ποιος δεν νοστάλγησε, σε κάποια δύσκολη συγκυρία, να αποτραβηχτεί, να αφεθεί χωρίς αντιστάσεις στη ροή των πραγμάτων, ένας ερημίτης, έστω ένας βοσκός σε ορεινές πλαγιές,  ένας βαρκάρης σε  απρόσιτη παραλία, συνομιλητής της φύσης απέναντι σε  διάφορες απειλές;

Κλείστηκε για ένα διάστημα στον  προσωπικό του χώρο. «Αποκλείεται να με βρουν εδώ», πρόβλεψε. Κάποτε αισθάνθηκε την ανάγκη να περπατήσει κατά μήκος της έρημης παραλίας.  Για μια γνήσια επαφή..

Δεν ήταν τελικά μόνος.  Ένα νεαρό ζευγάρι βρίσκονταν αγκαλιά στην ακρογιαλιά, προφανώς μετά από ύπνο «παρά  θίν’ αλός». Κοίταξε γύρω του: Φως της ανατολής, χρώματα  σκέδασης του ήλιου,  φλοίσβος των κυμάτων. Οι βράχοι, η αμμώδης παραλία, η αύρα, το βουνό πάνω, ένα σκηνικό που παίζεται κάθε μέρα για χρόνια, αιώνες, εκατομμύρια, δισ  χρόνια. Πυρ (φως)-νερό-γη-αέρας, (παραπομπή σε αρχαίους προγόνους), συμμετρία  των  στοιχείων ζωής,  αναλλοίωτων μέσα στην κίνηση.  Μια αρχή σταθερότητας τα συγκρατεί όλα,  μια ενέργεια που διατηρείται  στο  χρόνο,  κάποτε θα εξαφανιστούμε σε αυτό το μεγάκοσμο, μια σκόνη από κβάντα θα γίνουμε και παρόλα αυτά όλα συνεχίζονται..

Τώρα η κίνηση έφτασε  στο ζευγάρι. Είχε πιά ξυπνήσει και επιδίδονταν σε ερωτικές περιπτύξεις, ολοένα και πιο τολμηρές,   με αναμενόμενη κατάληξη την πλήρη, την ερωτική ολοκλήρωση. Ας μην βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα. Δεν είναι δυνατόν  να εφαρμοστούν μέτρα «κοινωνικής απόστασης» σε ανάλογες περιπτώσεις. Όσο για τη δημόσια έκθεση, ας μην  ξεχνάμε ότι είμαστε σε μετα-απελευθερωτικούς  καιρούς με ό,τι αυτό σημαίνει, που κανείς δεν  ξέρει που πάει το πράγμα,  εκτός απο  αβεβαιότητες και ερωτήματα. Ας μην παρασυρθούμε σε εύκολες κρίσεις.  Ίσως    περισσότερο ειλικρινείς, κάπως αυθάδεις πιθανόν, αλλά κατά βάθος καλά παιδιά, η γενιά του μέλλοντος αναμφίβολα.

Αφήνοντας πίσω το σκηνικό,  βρέθηκε αντιμέτωπος με το μαύρο λυκόσκυλο της παραλίας. Ακίνητος. «Ήσυχα Μπλάκυ»,  ακούστηκε η φωνή της αναδυόμενης Αφροδίτης του Γιαλού.  Εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν με την  πρωινή ομίχλη του πελάγους. «Γίνεται διαχυτικός ή επιθετικός κατά περίπτωση. Αλλά είναι το στήριγμά μου. Όλοι ζητάμε στηρίγματα,   Έχουμε περάσει τα σύνορα και τώρα αναζητάμε καταφύγια όπως παλιά από τους βομβαρδισμούς, μόνο που τώρα δεν ξέρουμε από που μας έρχονται,  πώς να φυλαχτούμε. Νομίζουμε ότι θα γλυτώσουμε μέσα σε προσωπικά λαγούμια, δεν ξέρουμε τι μας περιμένει από διαδοχικές εκρήξεις, εκείνες οι αλυσιδωτές μεταμορφώσεις σχάσης μέχρι τη μεγάλη έκρηξη..»

Σκέφτηκε να  προχωρήσει πέρα από μαντικούς χρησμούς, εσχατολογικές προφητείες, βιολογικούς αυτοματισμούς.  Σκέφτηκε  να προχωρήσει στο ακρότατο όριο της ακτογραμμής με τους ανελέητους βράχους, τους μαιάνδρους του νερού, τις καταβόθρες, τους ανεξιχνίαστους λαβύρινθους των σπηλαίων. Στης «Γριάς το Πήδημα», στο μη παρέκει (Το «πήδημα» είτε έγινε από θλίψη  για ναυάγιο, ή για να  μην πέσει στα χέρια πειρατών.  Ό,τι και αν έγινε πάντως,  σίγουρα  τόπος  περισυλλογής, αναζητήσεων, κάποτε  απονενοημένων διαβημάτων, στο μεταίχμιο ζωής-θανάτου..)

Καθώς συλλογιζόταν το αίνιγμα των βράχων, έπεσε στην αντίληψή του κάτι περίεργο, κάτω στη θάλασσα, ανάμεσα στα βράχια. Κάτι κινούμενο. Προχώρησε με  προφυλάξεις.  Λυσσομανούσαν τα κύματα… και..  δεν έκανε λάθος, ήταν ένα ανθρώπινο  πτώμα!.  Δεν υπήρχε άλλο πέρασμα πιο κάτω, να δει καλύτερα. Εκεί κάτω!. Σοκαρισμένος. Πρόσεχε.  Καλύτερα να βγάλεις μια σέλφι, ύστερα να ειδοποιήσεις τους αρμόδιους..

Τους αρμόδιους; Φόβος τον διαπέρασε ότι η μαρτυρία του μπορούσε  να εξελιχθεί σε  νέα ενοχοποίηση και  άντε μετά  να αποδείξει. ..Γρήγορα να εξαφανίσεις  κάθε ίχνος φωτογράφησης από το κινητό. Φωτογραφίες της απεικόνισης. Περίεργο, έλλειπε η φωτογραφία με το πτώμα.  Έψαξε, δεν βρήκε τίποτα. Παράξενο.  «Αν όλα είναι τόσο παράξενα», διερωτήθηκε, «γιατί να μην υποθέσω  ότι η ιστορία με το  πτώμα μπορεί να είναι μια φαντασίωση,  εικονικότητα,  συμβολικό τέλος αυτής της περιπέτειας, της κατάστασης ενοχής που τώρα ξεφράζεται σαν πτώμα στην οργή της θάλασσας».

Πλησίαζε η ώρα της αποκάλυψης. Ραντεβού   στο «Χουνέρι» ή στης «Χήρας»,  φάτσα στην πλατεία, ή στο μώλο. Στις κοινωνικές ζυμώσεις. Εδώ τώρα συζητούσαν για το μοιραίο συμβάν του αγνοούμενου.  Χαμένος (;)  στα μελτέμια με το μικρό του σκάφος. Νεκρός ή ζωντανός,  πολλά ακούστηκαν, ας το προσπεράσουμε αυτό. Νεκροζώντανος; Πολλαπλότητα πιθανοτήτων σε διακλαδώσεις χρόνου; Πες το κι έτσι (εδώ είναι που εμπλέκεται  στην υπόθεση  η περίφημη γάτα του Σραίντιγκερ, αν τυχόν  έχετε ακουστά). Και η προέλευσή του αγνοούμενου; Συγκεχυμένα πράγματα,  ότι είχε αποτραβηχτεί λέει σε ένα από τα ερημικά σπίτια για άγνωστους λόγους. Κάποιος που προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν του;  Γνωστές καταστάσεις, συμβαίνουν. Ή  «κάποιος από αυτούς που γράφουν για να εξιλεωθούν»;

Ένιωσε τα βλέμματα να καρφώνονται πάνω του:

«Πώς πάει το βιβλίο, τελειώνεις;», ρώτησαν. «Είμαι στα  τελειώματα, ψάχνω τον επίλογο». .

«Μη σκας και πολύ,  δεν χωράνε όλα στα βιβλία». Τσούγκρισαν τα ποτήρια. «Διαμάντι από το Μέσα Βουνί. Αυτή είναι η πραγματικότητα» αναφώνησαν. Ύστερα συνέχισαν τις διηγήσεις μέχρι αργά το βράδυ».

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here