Του Νίκου Τσούλια

 

Είναι εικόνες που μπορεί απλά να τις είχες συνηθίσει ή να ήθελες να τις βλέπεις ξανά και ξανά χωρίς κάποιο λόγο. Μπορεί όμως να είναι εικόνες που τις έχεις αγαπήσεις, που έχεις δεθεί μαζί τους συναισθηματικά, που είναι κομμάτι του παρελθόντος σου και ως οικείες και γλυκές αναμνήσεις σου θέλεις να έχουν πάντα κάποιο αποτύπωμα στο χώρο των αισθήσεων και της υλικότητας.

Ξέρεις βέβαια ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι σταθερό και αναλλοίωτο, ότι αν τα πράγματα δεν άλλαζαν συνεχώς, το σκηνικό της ζωής θα ήταν βασανιστικό – ίσως και εφιαλτικό. Αλλά να, θέλεις το μαγικό ραβδί του χρόνου να αλλάζει τα πιο απόμακρα από το δικό σου συναίσθημα στοιχεία της πραγματικότητας και όχι εκείνα με τα οποία διατηρείς μια ζωντανή σχέση. Δεν θέλεις να χαθεί ένα βιβλιοπωλείο ή ένα καλό «Καφέ», αλλά δεν σε πολυνοιάζει αν ξαφνικά δεν ξαναδείς ένα ζαχαροπλαστείο ή ένα κατάστημα υποδημάτων.

Αλλά η ανατροπή των πραγμάτων δεν μπορεί να μην αφορά μόνο τις δικές σου προτιμήσεις και επιλογές. Και αυτό – αν και το ξέρεις ότι είναι λογικά εξηγήσιμο – σε πληγώνει. Όμως δεν είναι τώρα μόνο ο ρυθμός των εποχών που αλλάζει το σκηνικό της Αθήνας και οι εικόνες φεύγουν. Τώρα είναι η κρίση που επιταχύνει και επελαύνει με έναν βάρβαρο τρόπο στην εξαφάνιση ακόμα και των πιο σταθερών εικόνων του κέντρου της Αθήνας – και είναι το κέντρο της Αθήνας κάτι πολύ μοναδικά ξεχωριστό.

Όχι δεν είναι το ίδιο οι αλλαγές σε έναν άλλο δήμο της Αττικής ή και της Ελλάδας – το κέντρο της Αθήνας αφορά όλους τους Έλληνες και όλους τους επισκέπτες της χώρας μας. Γιατί δεν μπορεί να είσαι κάτοικος αυτής της χώρας και να μην έχεις βαδίσει και να μην έχεις εξοικειωθεί με κάποιο τρόπο με τον πυρήνα της πρωτεύουσάς μας, με όλη αυτή την περιοχή Ομόνοιας – Συντάγματος – Ακαδημίας – Ερμού – Πλάκας – Μοναστηρακίου – Ζαππείου, Ακρόπολης…

Και έτσι τώρα σε βασανίζει – πριν από το αλλοτινό ρυθμό του φευγιού των επιμέρους εικόνων – η ερήμωση που απλώνεται σαν καρκίνος στους δρόμους και εξαφανίζει καταστήματα δεκαετιών και σαρώνει προσλαμβάνουσες παραστάσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Περπατάς στην Ακαδημίας ή στην Γ΄Σεπτεμβρίου και δεν μπορείς να δεχτείς την ερμηνεία των γεγονότων με τα κλειστά μαγαζιά. Πηγαίνεις στη Στοά του Βιβλίου και δεν μπορείς να χωνέψεις τι έγινε και χάθηκαν τα συνεταιρικά βιβλιοπωλεία και τα καταστήματα με τα δερμάτινα είδη που είχαν παρουσία ακόμα και από τον 19ο αιώνα! Η απώλεια της αισθητικής της ομορφιάς και της ιστορίας είναι πληγή στην ψυχή.

 

Κάθε περιπατητής του κέντρου της Αθήνας έχει τα δικά του παράπονα από τις εικόνες που φεύγουν είτε με την παλιότερη παραδοσιακή ροή του χρόνου είτε τώρα με τη σαρωτική επέλαση της κρίσης. Αλλά υπάρχουν – ή μάλλον υπήρχαν – και εμβληματικές εικόνες, που υπερβαίνουν την προσωπική θεώρηση του προβλήματός μας. Το βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη στην Πανεπιστημίου με τους τέσσερις ορόφους των χιλιάδων βιβλίων και με τον πέμπτο όροφο του «καφέ», του διαβάσματος και του γραψίματος, των σταθερών για αυτό το μέρος μόνο παρεών και της πλήρους ενημέρωσης για την νέα κίνηση στο χώρο των εκδόσεων, ελληνικών και ξένων, αφορούσε όχι μόνο τους βιβλιόφιλους αλλά και κάθε οικογένεια, αφού ό,τι δεν μπορούσες να βρεις σε άλλο βιβλιοπωλείο θα το έβρισκες εδώ.

 

Το χαρτοπωλείο του Πάλλη στην Ερμού – ανάμεσα στη Νίκης και στης Βουλής – συνδέθηκε με το πιο απαιτητικό γούστο κάθε πελάτη. Μπορεί να είχε τσουχτερές τιμές, αλλά πάντα έλεγες να πάρεις κάτι πολύ όμορφο απ’ εδώ – στυλό, σελιδοδείκτη, μπλοκ… – και να κάνω οικονομία από αλλού. Το βιβλιοπωλείο του Κωσταράκη στην Ιπποκράτους κοντά στην Ακαδημίας με τα επιστημονικά του βιβλία – κυρίως των θετικών επιστημών – ήταν πόλος έλξης για να παρακολουθήσεις ακόμα και τις τάσεις της έρευνας και να τις συνδέσεις με τις δικές σου φιλοδοξίες ή και ονειροπολήσεις. Και υπάρχει συνέχεια παραπόνων ατέλειωτη…

Αλλά οι εικόνες που φεύγουν, που έχουν φύγει προ πολλού, δεν είναι πάντα ελκτικές και δεν τις νοσταλγείς. Δεν επιθυμείς, για παράδειγμα, καθόλου μα καθόλου – τουναντίον χαίρεσαι που τις πήρε μαζί του το παρελθόν – την Ερμού ως αυτοκινητόδρομο που ήταν πάντα μποτιλιαρισμένος και οι πεζοί δεν μπορούσαν να βαδίσουν στον πιο εμπορικό δρόμο της Αθήνας. Δεν θέλεις να σκέφτεσαι τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου με τα αμέτρητα αυτοκίνητα να ζώνουν σα φίδι την Ακρόπολη και να γεμίζουν με σκόνη και καυσαέρια το σύμβολο των συμβόλων, τον Παρθενώνα και να απορείς γιατί δεν ήταν πάντα πεζόδρομος.

Είναι η τύχη όλων των εικόνων, να μεταναστεύουν μόνιμα και οριστικά στο παρελθόν. Αλλά έχουμε πάντα τη δυνατότητα της μνήμης και της νοσταλγίας, της φαντασίωσης και της ονειροπόλησης για να τις αναπλάθουμε διαρκώς, να τις δημιουργούμε ξανά και ξανά με όλο και περισσότερη επιθυμία και αγάπη. Και αυτό συνιστά τη νίκη μας απέναντι στη γενική φθορά και στην επέλαση του χρόνου…

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here