Εικόνες Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Λακωνίας: Η Γκοριτσά

Της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη

 

 

 

Ο χώρος κρατά συμπυκνωμένο χρόνο

Gaston Bachelard

Τον χαρακτήρα ενός χωριού τον γνωρίζεις από την «αγορά» που ορίζεται από τον κεντρικό δρόμο, πέρασμα όλων των τροχοφόρων και του λεωφορείου που στις μέρες μας κυρίως μεταφέρει παιδιά στο σχολείο. Εκεί το καφενείο, η ταβέρνα, το «κοινοτικό μέγαρο», που η επωνυμία του ανήκει πια σε χρόνο ιστορικό μετά τη συνένωση των δήμων.

Αλλά για μένα το χωριό δεν το χαρακτηρίζει η αγορά, αλλά τα δρομάκια του, τα στενά σοκάκια που συγκλίνουν προς την αγορά. Άλλοτε σ’ αυτά τα δρομάκια έσφυζε η ζωή· ζώα που φόρτωναν και ξεφόρτωναν· φούρνοι (διακόσιοι ήταν άλλοτε οι φούρνοι του χωριού) που κάπνιζαν και μοσχομύριζαν ψωμί· φωνές παιδιών (δυο τα σχολεία, Δημοτικό και Ελληνικό) που συναγωνίζονταν κότες, κατσίκες, πρόβατα, σκυλιά στους λαρυγγισμούς· μπλε γκαζοντενεκέδες με κόκκινα γεράνια· μοσχοβολούσε το γιασεμί και ο βασιλικός· χαγιάτια με φρέζες και γκρενά γαρύφαλλα. Ρούγες και γιαγιάδες με τσεμπέρια που δεν σ’ άφηναν να διαβείς χωρίς ανάκριση: «ποιος είσαι, πού πας, πόσο θα μείνεις …» και ο χαρακτηριστικός επίλογος της στιχομυθίας «φτου … φτου … φτου» που είχε να κάνει με το μάτιασμα.

Δεν πρόλαβα τους αγώνες ανήμερα τ’ Αγιωργιού, τις απόκριες με τους μασκαράδες να ξεφαντώνουν στην πλατεία με τους ήχους της τοπικής ορχήστρας· ούτε το κάψιμο του Ιούδα. Αλλά ούτε και τα δύσκολα: τις δυο βρύσες όλες κι όλες και τα τέσσερα πηγάδια για την ύδρευση· τις στέρνες για τη λάτρα· το τζάκι για το μαγείρεμα, το κάρβουνο για το σιδέρωμα, το λυχνάρι για το φως· τη σκληρή ζωή των γυναικών με τον λιγοστό ύπνο νά’ ναι η μόνη ανάπαυση που γνώριζαν. Το κυνηγητό ενός δημοκρατικού χωριού από χίτες και αντάρτες που εναλλάσσονταν στην διαφώτιση από το καμπαναριό με τον τηλεβόα.

Το χωριό είναι οι άνθρωποι και τα σπίτια του. Χώροι βιωμένοι που μοιάζουν προσωπογραφίες των ενοίκων τους. Γιατί οι εικόνες των σπιτιών,  γράφει ο Gaston Bachelard, είναι αμφίδρομες· βρίσκονται τόσο μέσα μας όσο κι εμείς βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτές. Εικόνες που συγχωνεύονται και με τη χροιά που συνύφαναν και οι ομογενείς από την Αίγυπτο και την Αμερική και καθίστανται ευδιάκριτες στα ωραία σπιτικά, στις φροντισμένες αυλές και στην ευγένεια των κατοίκων.

Αυτά τα σπίτια στεγάζουν τις μνήμες μας που έχουν ριζώσει στις γωνιές τους. Εκεί στο χειμωνιάτικο, στο παραγώνι η γιαγιά, η σάλα ν’ ανοίγει στην γιορτή του πατέρα, τα ψηλά ταβάνια και το εικονοστάσι με το καντήλι άσβηστο μπροστά στην Παναγιά, τα συρτάρια κρατάνε τη μυρουδιά της λεβάντας· και στο κατώγι τα πιθάρια, η κασέλα, για τη λιτή τροφή των ασίγαστων χεριών· το στάρι, το λάδι, το κρασί, το μέλι, το τουλούμι με το τυρί. Σ’ αυτά τα σπίτια, κι ας μην τα κατοικούμε πια, εξακολουθούμε να υπάρχουμε, γιατί ο χώρος έχει κρατήσει τον χρόνο μας.

 

Σημείωση: Το κείμενο αυτό προλογίζει ένα από τα επτά «τεύχη-λεικώματα», κατά τον χαρακτηρισμό του συγγραφέα τους, αρχιτέκτονα Ε.Μ.Π. Γιώργου Γιαξόγου, που είναι αφιερωμένο στη Γκοριτσά Λακωνίας και προβάλλει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του χωριού (αυτοέκδοση, 2017).

 

 

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ωραίο κείμενο, συγκινητικό, αληθινό. Σεπτό, Γεωργία μου. Ναι, ο χώρος έχει κρατήσει τον χρόνο μας- το αισθάνθηκα ως τα κατάβαθά μου πέρυσι, που τα δρομάκια της δικής μας Νεάπολης Λακωνίας, με αναγνώρισαν. Σαν να μην απουσίασα ούτε ώρα. Και οι συκιές το ίδιο μύριζαν, τα μούρα την ίδια γλύκα είχαν και η ψυχή μου πνιγμένη στο σερμπέτι. Βάδιζα από τα σκιερά στενά, ντάλιες και πλατύφυλλος βασιλικός, ασβεστωμένες μέχρι και οι πέτρες. Τι καλαισθησία. Τζιτζίκια και αναγνωριστικά γαβγίσματα, γάτες να τρίβονται στα πόδια μου, μέχρι και η εξημερωμένη αλεπού, Πολυτίμη αν αγαπάς, το όνομά της, στο κατόπι μου. Ήμουν εκεί. Και ήμουν για πάντα. Το σπίτι που γεννήθηκα (κι ας το πατούν οι ξένοι) ρίγησε σύγκορμο κάτω από το βλέμμα λατρείας που του έριξα, σαν να με καλωσόρισε μου φάνηκε. Ακόμη και τα γειτονικά σπίτια μου έγνεψαν. Με ευγένεια και αβρότητα, ξέρουν αυτά… Εδώ είμαι, σκέφτηκα, και γέμισε γλύκα ο ουρανίσκος μου, γέμισε και η καρδιά μου χτύπους γνώριμους, χαϊδευτικούς, χτύπους σαν φιλιά. Εδώ έκρυψα τα όνειρά μου, εδώ είναι, βέβαια, δεν έσβησαν, δεν εγκατέλειψαν, μα ούτε κι εγώ αυτά. Υπάρχουν όσο τα ανακαλώ.
    Την αγάπη μου, την καλημέρα μου, Γεωργία αγαπημένη, φίλη αισθαντική, στοργική με τα σπίτια και την αύρα τους την ευφραντική και άγια.

  2. Αγαπημένη μου Ελένη, σ’ ευχαριστώ πολύ, όχι μόνο για τα καλά λόγια, αλλά για τις προεκτάσεις (βάθος και πλάτος), για την ευαισθησία με την οποία πλουτίζεις την κάθε φτωχή λέξη μου!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here