Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αναπλ. Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, Τμήμα ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

 

«Έφτασε το τέλος του Κεμαλικού εγχειρήματος του  20ου αιώνα – μία Τουρκία με προτεραιότητα τις σχέσεις της με την Ευρώπη; Σε μεγάλο βαθμό ΝΑΙ». Η αξιολόγηση της ανάλυσης του Washington Institute [1] προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.

Οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας διέρχονται τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών με σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της Άγκυρας. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση οι πολίτες εννέα χωρών της ΕΕ δήλωσαν αντίθετοι με την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση με ποσοστό άνω του 77%. Η έρευνα ανέδειξε τη δυσκολία του πολιτικού εγχειρήματος από πλευράς Ευρωπαίων ηγετών να πείσουν ένα διευρυμένο ευρωπαϊκό κοινό για την όποια σκοπιμότητα έντασης της Άγκυρας σε ένα δικαιικό και οργανωτικό χώρο με τον οποίο ελάχιστα κοινά έχει. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το Νοέμβριο του 2016 να διακόψει τις ενταξιακές συνομιλίες με την Άγκυρα (ακόμα κι αν είχε συμβολική, μη δεσμευτική αξία),  δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως μία αντανακλαστική απόφαση στις στρατηγικές επιλογές Ερντογάν. Η ένταξη της είναι μία μη πολιτικά διαχειρίσιμη επιλογή.

Η Τουρκία θεωρείται και χωροταξικά αποτελεί μία γέφυρα προς την Ασία. Ωστόσο οι επιλογές Ερντογάν αποδόμησαν τις ούτως ή άλλως περιορισμένες προοπτικές ένταξης της στην ΕΕ. Η χώρα στρέφεται προς τον φυσικό της χώρο, την Ασία και κυρίως τη Μέση Ανατολή.

Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε είναι αν η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια στόχευε πραγματικά να αποδεχτεί την Τουρκία σε ένα χώρο δικαίου, ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την Άγκυρα η ένταξη της και η ουσιαστική, θεσμική και συνταγματική αποδοχή του ευρωπαϊκού δικαίου θα έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωση της. Κεμαλισμός, τουρκισμός και πρόσφατα νέο-οθωμανισμός αποτελούν πρότυπα απόρριψης της διαφορετικότητας, μη συμβατά με το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης.

Ο Κεμαλισμός θεμελιώθηκε σε πρότυπα απόρριψης και όχι ένταξης και αποδοχής, σε πρότυπα εξανδραποδισμού. Συνεπώς η παρακαταθήκη του δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση διαφορετικών τρόπων αντίληψης της διαφορετικότητας. Το νέο-οθωμανικό πρόταγμα του Τ. Ερντογάν όχι μόνο δεν οικοδομεί γέφυρες προς ότι δεν εμπίπτει στην προκρούστεια κλίνη του τουρκισμού αλλά πλέον στρέφεται κατά ενός σημαντικού μέρους της τουρκικής κοινωνίας. Η Τουρκία του Τ. Ερντογάν οικοδομείται αφαιρετικά και όχι μέσα από μία εποικοδομητική δυναμική σύνθεσης, συνύπαρξης.

Ο τουρκισμός ιδιαίτερα προσφέρει το απαιτούμενο πρωτογενές ιδεολογικό υλικό με βάση το οποίο διαμορφώνονται αντιλήψεις στη γείτονα. Αυτές δεν θα μπορούσαν να επαναπροσδιοριστούν με όρους ευρωπαϊκού δικαίου, αφού αποτελούν την κυρίαρχη ιδεολογία της τουρκικής κοινωνίας και πολιτικού συστήματος και προσδιορίζουν το πλαίσιο διάδρασης του κράτους με τους πολίτες. Καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και το τι είναι αποδεκτό ή μη με βάση μια ανελαστική ιδεολογική βάση. Αυτή εξάλλου ήταν και η λογική εξανδραποδισμού των Κούρδων επί δεκαετίες, αφού θεωρούνται ξένο σώμα σε μία κοινωνία που οικοδομήθηκε με βάση τη βίαιη ενσωμάτωση ή εξανδραποδισμό. Η λογική αυτή είναι εντελώς ξένη προς την παράδοση της Ευρώπης, τουλάχιστον στην μετα-πολεμική περίοδο. Στην Τουρκία η δημιουργία κράτους προηγήθηκε της δημιουργίας έθνους, ενώ «η γραφειοκρατία ανέλαβε να δημιουργήσει την τουρκική εθνική ταυτότητα» [2]. Η επιλογή αυτή νομοτελειακά δημιουργεί ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες καταστατικής ασυμβατότητας ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία.

Ουσιαστικά οι στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας ήταν πάντα περιορισμένες, τουλάχιστον όσον αφορά την ευρωπαϊκή διάσταση τους. Ο διεθνής περίγυρος της χώρας διαμορφώνεται πλέον με ρυθμούς μάλλον καταιγιστικούς για δεδομένα ιστορικού χρόνου και δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας στην Άγκυρα. Τα προαπαιτούμενα για την «ομαλοποίηση» των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας είναι πολλά και εξαρτώνται αποκλειστικά από την Άγκυρα. Ωστόσο η λογική της πλήρους ένταξης ανήκει πλέον στη σφαίρα του μη εφικτού, γεγονός που καλείται να διαχειριστεί με ρεαλισμό η ελληνική πλευρά.

[1] Soner Cagaptay, «Kemalism Is Dead, but Not Ataturk», 2-5-2012, The Washington Institute

[2] Βλ. την ανάλυση και σχετική βιβλιογραφία στο Γ. Βοσκόπουλος, Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, από τον 20ο στον 21ο αιώνα, Παπαζήσης, Αθήνα, 2005

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here