Eύη Νικήτα: «Μπάζει νοτιά και η ιατρική ψυχή»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Μια βροχερή μέρα στο Μάντσεστερ, χρόνια πριν. Ζούσα σε μια εστία για ένα μήνα δουλεύοντας για το διδακτορικό μου και μια Κυριακή  –το θυμάμαι γιατί ήμουν στο δωμάτιο, δεν είχα πάει στη δουλειά– και κοιτώντας τα σύννεφα μες στη μίζερη υγρασία και τους περαστικούς να περπατούν σκυφτοί και σφιγμένοι, μου ήρθε στο μυαλό ένας παραπλανητικός έρωτας. Έτσι ξεκίνησα να γράφω, αρχικά με άλλον τίτλο που είχε να κάνει με τα σύννεφα. Η «Οδοντωτή μνήμη» προέκυψε ως έμπνευση της τελευταίας στιγμής, κατά καιρούς άλλαζα τίτλους που δεν με ικανοποιούσαν» .

Μιλάμε με την Εύη Νικήτα με αφορμή το βιβλίο της «Οδοντωτή μνήμη» εκδόσεις Ιωλκός.

-Δυο παράλληλες ιστορίες εξάρτησης;

Πράγματι, πρόκειται για ιστορίες δύο ζευγαριών σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια που τέμνονται, αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοσπαράζονται. Μέσα από τέσσερις φωνές που εκφράζονται από μια ρεαλιστική, διακοπτόμενη γραφή παρακολουθούμε ένα ζεύγος ηλικιωμένων κι ένα νεαρών, ταυτόχρονα θύματα της γονικής φιγούρας κι ο ένας του άλλου. Επειδή, όμως, «δε φυτρώσαμε απλά» όπως έλεγε κάποιος, το δομημένο οικογενειακό περιβάλλον του καθενός και οι τυχαίες συνθήκες ζωής, καλές ή κακές, μας οριοθετούν. Διαμορφώνουν πράξεις και συναισθήματα διότι δεν είμαστε μόνο, αλλά φτιαχνόμαστε κιόλας. Η επιστήμη παραδέχεται ως ισότιμα γονίδια και περιβάλλον. Εάν ο Μπαχ δεν προέρχονταν από μουσική οικογένεια, ίσως μόνο το ταλέντο του να μην αρκούσε για να τον απογειώσει. Εάν ο πατέρας του Παπανικολάου δεν ήταν γιατρός, ο ίδιος θα είχε προσχωρήσει άραγε στην ιατρική για να μας χαρίσει το παπ-τεστ;  Εκτυλίσσεται ένα παιχνίδι προέλευσης, όπου αν και οι «γέροι» είναι οι γονείς του νεαρού πρωταγωνιστή, ο αναγνώστης προσπαθεί να προσανατολιστεί προς αυτόν που φέρει την ευθύνη παρακολουθώντας σχεδόν κινηματογραφικά την ανάπτυξη του Σισύφειου διλήμματος «φταίμε εμείς ή οι άλλοι;”. Ο νεαρός εγκλωβίζεται σ’ έναν παραπλανητικό έρωτα που εμμονικά καταλήγει σε τραγική κάθαρση εξαιτίας της «φωλιάς» που εκκολάφθηκε ή μήπως έτσι γεννήθηκε και τα υπόλοιπα ήταν απλώς ο καταλύτης;  Ο πατέρας εγκλωβίζεται σ’ έναν πνιγερό γάμο επειδή του το επέβαλε το περιβάλλον του ή μήπως ο ίδιος δεν είχε το κουράγιο να σπάσει τα δεσμά κι επέλεξε το σίγουρο; 

-Γιατί οδοντωτή μνήμη;

Γιατί η μνήμη είναι αιχμηρή. Είναι γλυκόπικρη. Είναι αμείλικτη. Ο χρόνος μπορεί να την καταχωνιάσει στο βαθύτερο μπαούλο, αλλά εκείνη κάποια στιγμή θα αναδυθεί για να μας πονέσει καθρεφτίζοντας το τώρα σε μια δίδυμη «σιτεμένη»  εμπειρία  ή να μας δώσει κουράγιο με τις αναλαμπές κάποιας ευτυχισμένης στιγμής προκειμένου να συνεχίσουμε προς το στόχο. Η μνήμη αναμασά ολόκληρη τη ζωή μας, αυτά που δίνουμε, που παίρνουμε, που χάνουμε κι εμείς –ανάλογα με τις αντοχές μας– την καταπίνουμε με ανακούφιση σαν καυτή σούπα ή πνιγόμαστε. Είναι σαν το έρεβος της στοματικής κοιλότητας, τα δόντια συνθλίβουν, αλλά δεν συνθλίβονται. Σταματάμε για να μην πονέσουμε ξανά. Πονάμε γιατί σταματάμε. Συνεχίζουμε για να γελάσουμε ξανά. Γελάμε γιατί συνεχίζουμε. Το γιν και το γιανγκ της ζωής μας είναι η μνήμη.

-Πως μια γιατρός και δη δερματολόγος καταπιάνεται με ένα τέτοιο θέμα;

Καταρχήν, το δέρμα έχει μνήμη. Όλες οι μορφές αλλεργίας, τόσο οι εξ επαφής όσο και οι οργανικές καθρεφτίζονται πάντα και στο δέρμα. Δεν ακουμπάμε ποτέ με γυμνό χέρι το αναμμένο μάτι της κουζίνας γιατί θα καούμε. Χαϊδεύουμε μια γάτα απολαμβάνοντας το μαλακό της τρίχωμα. Το δέρμα θυμάται αυτό που το ευχαριστεί και αυτό που το βλάπτει. Όπως άλλωστε κι ολόκληρο το σώμα μας.  Ας πούμε ότι η μνήμη είναι η πυρηνική ενέργεια του οργανισμού – ας μου επιτραπεί ο παραλληλισμός. Οι τροφές είναι η βενζίνη, η καρδιά ο κινητήρας, αλλά δίχως αναμνήσεις δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε. Η καρδιά του καθενός μας κι όλα τα όργανα, θα μπορούσαν να ανήκουν στον οποιοδήποτε, δίχως ταυτότητα. Το ονοματεπώνυμο, όμως, του καθενός είναι ο κωδικός στον αντιδραστήρα της μνήμης. Οι αναμνήσεις είναι πανίσχυρες, με ωφέλιμες ή καταστροφικές συνέπειες αναλόγως με τον τρόπο που τις δαμάζει ο καθένας μας. Μας προσδιορίζουν, καλώς ή κακώς, περισσότερο ή λιγότερο, δεδομένου ότι ούτε η μνήμη γλιτώνει από τη φθορά του χρόνου. Οι ασθενείς με διαταραχές μνήμης δεν έχουν απόλυτη συνείδηση της πραγματικότητας, ενώ το περιβάλλον δεν τους αναγνωρίζει πια σαν τους ίδιους ανθρώπους. 

-Ο γιατρός αναβλύζει από την κοινωνία;

Ας θεωρήσουμε το δίπολο ασθενής-γιατρός. Το ένα δεν υφίσταται δίχως το άλλο. Οι όχθες της κοινωνίας είναι γεμάτες γιατρούς και ασθενείς οι οποίοι συναντώνται στο χρονικό ποτάμι που κυλά ανάμεσα. Από την άλλη, θα μπορούσε και κάποιος να αναρωτηθεί εάν έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα. Ο Ιπποκράτης τον 5ο αιώνα π.χ. ήταν ο πρώτος που κατάφερε να απαλλάξει την ιατρική από τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες της τότε κοινωνίας και να εδραιώσει για πρώτη φορά την ορθολογική ιατρική. Έτσι απ’ τη μία εκείνος εφαρμόζει αλτρουιστικά τις επιστημονικές του υπηρεσίες του κι απ’ την άλλη ο κόσμος δε φοβάται πια να ζητήσει τη βοήθειά του.  Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, οι Αιγύπτιοι του 2600 π.χ. είχαν γιατρούς που επέβλεπαν τους εργάτες στην κατασκευή των πυραμίδων και βέβαια μην ξεχνάμε ότι κατείχαν αριστοτεχνικά την τέχνη της μουμιοποίησης. Άλλες πανάρχαιες φυλές, έχουν το μάγο-γιατρό που ξορκίζει τις ατυχίες και θεραπεύει με προσευχές και βότανα. Η σχέση θεραπευτή-θεραπευμένου, είναι πάντα μια αέναη κίνηση εμπιστοσύνης, προσφοράς, αλλά και αποδοχής.

-Και η πιο θωρηκτή ιατρική ψυχή κάπου μπάζει νοτιά;

Εξυπακούεται, δίχως συναίσθημα δεν υπάρχει λειτούργημα. Ο χειρουργός αγωνίζεται για την ανθρώπινη υπόσταση, όχι απλώς για μια αγγειακή αναστόμωση. Η συναισθηματική νοημοσύνη και η υψηλή ενσυναίσθηση, η ικανότητα δηλαδή του να μπαίνει κανείς στη θέση του άλλου, είναι η ασφαλιστική δικλείδα για το γιατρό και τον ασθενή. Είναι, θα λέγαμε, το δίδυμο της επιτυχίας. Κι επιτρέψτε μου, δεν μπάζει μόνο νοτιά, αλλά και βοριά στην όποια αποτυχία και λεβάντε στην επιτυχία.

-Ως γιατρός και συγγραφέας πιστεύετε ότι είναι ιαματική η λειτουργία της οδύνης;

Υπάρχουν, είναι η αλήθεια, ποικίλα είδη οδύνης. Ένας χωρισμός, μια απώλεια ζωής, ένα γδαρμένο γόνατο, οι άστεγοι που κοιμούνται στην Ερμού, μια σοβαρή ασθένεια, ακόμα και τα capital controls κι αυτά οδύνη είναι. Το θέμα είναι εάν όντως η οδύνη γίνεται πιο διαχειρίσιμη εάν την αγκαλιάσουμε και πενθήσουμε για το καθετί που μας συνέβη, όπως προτρέπει η ψυχιατρική, εάν το δεχτούμε, αντί να στρουθοκαμηλίζουμε. Ας θυμηθούμε το Λακάν που θεωρεί ότι πένθος είναι η βύθιση στην απώλεια κα άρα η διάσχισή της, ούτως ώστε να προχωρήσουμε στη ζωή.

-Πόσο ακουμπάει το θέμα στην σημερινή αιχμηρή κοινωνική πραγματικότητα;  

Το θέμα αγγίζει την οικογενειακή ελληνική πραγματικότητα, όχι με το γάντι, αλλά σε στιγμές με το πάτημα του ελέφαντα. Τους ομφάλιους λώρους που δεν κόβονται ποτέ, που παντρεύονται και μπερδεύονται ακόμα περισσότερο μεταξύ τους, το πιγκ πογκ ευθυνών ανάμεσα στον εαυτό και στους άλλους, τα αμαρτήματα γονέων που παιδεύουν τέκνα, εν ολίγης, το οικογενειακό σφαγείο. Όπως είπε ένας φίλος «το βιβλίο σε χαστουκίζει με εκατόν είκοσι οκτώ σελίδες ελληνικής οικογενειακής αλήθειας!».

-Στη ρευστή εποχή που ζούμε μάλλον αδυνατούμε να διαχειριστούμε το συναίσθημα;

Η απάντηση  δυστυχώς είναι καταφατική. Μάλλον αδυνατούμε κι όλο το βάρος πέφτει στην έλλειψη ενσυναίσθησης, όπως προαναφέρθηκε. Η ανικανότητα να βιώσουμε την εμπειρία του άλλου και ο απόλυτος, σχεδόν αυτιστικός εγκλωβισμός στον εαυτό σε μια κοινωνία που δεν προάγει την κοινωνικότητα, αλλά ευνοεί τον ναρκισσισμό μέσα από την εικονική ζωή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οδηγεί σε μια υστερία του «εγώ» αποκλείοντας τη δυνατότητα του δούναι και λαβείν των συναισθημάτων. Εκείνος που δεν έχει μάθει να παίρνει, είναι σίγουρο πως όχι μόνο δε θα δώσει, αλλά και θα τρομάξει όταν κάτι του προσφερθεί. Θα πληγώσει και θα πληγωθεί, ξανά και ξανά.

-Πώς μπορούμε να προστατευτούμε από την νοσταλγία της απόλυτης γονεϊκής θαλπωρής; 

Νομίζω κάνοντας κάποιος τη δική του, αλλάζοντας ρόλο, εξελισσόμενος από παιδί σε γονιό με την προϋπόθεση, βέβαια, να κόβεται εγκαίρως ο ομφάλιος λώρος. Αυτό προϋποθέτει τη συνέργεια και των δύο μερών. Όπως το παιδί δεν είναι η πραγμάτωση των γονεϊκών απωθημένων, έτσι και ο γονιός δεν παραμένει δια παντός ζωοδότης. Θα τολμήσω να πω ότι τέτοια ωριμότητα λείπει ακόμα από την ελληνική οικογένεια, αν και παρακολουθούμε σημαντικά βήματα «αποκόλλησης».

-Τελικά γινόμαστε αυτό που μας κάνουν οι γονείς μας;  

Δε νομίζω να υπάρχει μονοσήμαντη απάντηση. Γινόμαστε αυτό που μας κάνουν οι γονείς μας, στο βαθμό που εμείς τους το επιτρέπουμε. Όσο περισσότερο ανοίγουμε πανιά για το δικό μας ταξίδι, για να απομακρυνθούμε από το οικογενειακό νησί της Κίρκης, τόσο περισσότερο γινόμαστε «εμείς». Μικρές ή μεγάλες επιτυχίες κόβουν με αυτοπεποίθηση τον ομφάλιο λώρο. Θα μου ρωτήσετε: «και πως φτάνει κάνεις να έχει τα εφόδια για τις επιτυχίες, αν όχι μέσω των γονιών;». Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Οι γονείς μας, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε σ’ αυτήν τη ζωή. Τους χρωστάμε που αναπνέουμε καταρχήν.  Απλά οι πατερίτσες, εάν και ασφαλείς, ωχριούν μπροστά στο τρέξιμο κι αυτό το καταλαβαίνεις μόνο όταν αρχίσεις να τρέχεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here