Δύο ποιήματα του Λάνγκστον Χιουζ για το Χάρλεμ

 

Απόδοση-Σχόλια:  Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Το σπίτι του Λάνγκστον Χιουζ στο Χάρλεμ, στην Ανατολική 127η οδό, έγινε ιστορικό ορόσημο της Νέας Υόρκης το 1981 και προστέθηκε στο αντίστοιχο Εθνικό Μητρώο το 1982.

 

 

Χάρλεμ (Harlem, Νο 1)  

 

Τι συμβαίνει σ’ ένα όνειρο που αναβάλλεται;

Μήπως  στεγνώνει

Σαν σταφίδα στον ήλιο;

Ή κακοφορμίζει  σαν μια πληγή

Κι ύστερα πυορροεί;

Μήπως βρωμάει σα χαλασμένο κρέας;

Ή σαν κρούστα και  ζάχαρη  από πάνω

Σα σιροπιασμένο γλυκό;

Ίσως να γέρνει

Σαν βαρύ φορτίο.

Ή μήπως εκρήγνυται;

 

‘Harlem’

What happens to a dream deferred?/Does it dry up/like a raisin in the sun?/Or fester like a sore—/And then run?/Does it stink like rotten meat?/Or crust and sugar over—/like a syrupy sweet?/Maybe it just sags/like a heavy load./Or does it explode?

 

 

Ο αφηγητής αναρωτιέται τι συμβαίνει, άραγε, σε ένα όνειρο που αναβάλλεται ή καθυστερεί να πραγματοποιηθεί. Αναρωτιέται αν στεγνώνει σαν σταφίδα στον ήλιο, ή αν στάζει σαν μια πληγή στην αρχή κι ύστερα αιμορραγεί και πυορροεί, σαν να είναι σάπιο  κρέας, ή κάποιο ζαχαρωμένο γλυκό. Κι ακόμα να γέρνει σαν βαρύ φορτίο, ή ακόμα  και να διαλύεται. Αυτό το σύντομο ποίημα του Λάνγκστον Χιουζ, είναι  απ’ τα πιο γνωστά του. Γράφτηκε το 1951, και αντιμετωπίζει ένα από τα πιο κοινά θέματά του, δηλαδή τους περιορισμούς του αμερικανικού ονείρου για τους Αφροαμερικανούς. Ακόμα και στις αρχές του 1950, η Αμερική ήταν φυλετικά διαχωρισμένη. Οι Αφροαμερικανοί που επιβαρύνονταν με την κληρονομιά της δουλείας, ήταν  ουσιαστικά πολίτες δεύτερης κατηγορίας στα μάτια του νόμου, ιδιαίτερα στον πολύπαθο Νότο της χώρας. Ο τίτλος «Χάρλεμ» δόθηκε στο ποίημα για να τονίσει τη μεγάλη δημιουργική έκρηξη που έγινε  σ’ αυτή τη γειτονιά της Νέας Υόρκης στη μουσική, τη λογοτεχνία και την τέχνη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1910 και του 1920, η γνωστή μας «Αναγέννηση του Χάρλεμ». Δυστυχώς, η αίγλη του Χάρλεμ ξεθώριασε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν η Μεγάλη Ύφεση άφησε πολλές από τις αφροαμερικανικές οικογένειες που είχαν ακμάσει στο Χάρλεμ, άπορες για μια ακόμη φορά. Δεν είναι εντελώς σαφές ποιος είναι ο αφηγητής που βάζει  ο ποιητής να αναρωτιέται μέσα στο ποίημα. Το ερώτημα συνεχίζεται κρουνηδόν, αλλά στο τέλος επικρατεί η αίσθηση της  πλήρους σιωπής. Ο Χιουζ χρησιμοποιεί ζωηρά χρώματα και εικόνες για να υπενθυμίσει στον αναγνώστη την αναβολή της πραγματοποίησης του ονείρου. Φαντάζεται ότι τα όνειρα στερεύουν, σαπίζουν, βρωμίζουν,   αποξηραίνονται  και στο  τέλος, εκρήγνυνται. Εικόνες οι οποίες ενώ δεν είναι βίαιες, εν τούτοις περιβάλλονται από  μια σκοτεινή, ζοφερή χροιά. Σύμφωνα με τον ποιητή, ένα όνειρο που καθυστερεί να γίνει  πραγματικότητα, δεν εξαφανίζεται, αλλά θα  υποβληθεί σε περαιτέρω εξέλιξη, προς τη φυσική κατάσταση της πλήρους  αποσύνθεσης. Ποιο είναι όμως το συγκεκριμένο όνειρο, θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο αναγνώστης; Ο ποιητής δεν προτίθεται να δώσει απάντηση.   Αντίθετα, αφήνει έμμεσα να εννοηθεί ότι οι Αφροαμερικανοί δεν μπορούν να ονειρεύονται ή να επιθυμούν στη ζωή τους  σπουδαία πράγματα, ή να κάνουν μεγαλόπνοα σχέδια, λόγω ακριβώς του καθεστώτος  καταπίεσης που τους περιβάλλει πανταχόθεν. Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος, κινείται και το επόμενο ποίημα με τον ίδιο τίτλο που αναφέρεται επίσης στις γειτονιές του Χάρλεμ, της αγαπημένης, ιστορικά και πολιτιστικά, γωνιάς των Αφροαμερικανών στη Νέα Υόρκη.

 

* * * * *

 Χάρλεμ (Harlem, Νο 2)

 

Εδώ στο χείλος της κόλασης

Στέκει το Χάρλεμ –

Να θυμάται τα παλιά ψέματα,

Τις παλιές κλωτσιές στους πισινούς,

Το παλιό   «Κάνε υπομονή»

Που κάποτε μας είπαν.

 

Σίγουρα, τα θυμόμαστε.

Τώρα, όταν ο παντοπώλης στη γωνιά

Λέει ότι η ζάχαρη ανέβηκε άλλα δυο σεντς

Και το ψωμί ένα,

Κι’  έχουμε  κι άλλο φόρο στα τσιγάρα –

Θυμόμαστε τη δουλειά που ποτέ δεν είχαμε

Και ποτέ δεν μπορέσαμε να βρούμε

Κι’ ούτε καταφέραμε  να έχουμε

Επειδή είμαστε μαύροι.

 

Έτσι στέκουμε εδώ

Στο χείλος της κόλασης

Στο Χάρλεμ

Κι’  ατενίζουμε τον κόσμο

Και  απορούμε

Τι θα πράξουμε

Ενώπιον της μνήμης.

 

 

‘Harlem’

 

Here on the edge of hell/Stands Harlem –/Remembering the old lies/The old kicks in the back/The old “Be patient”/They told us before.

 

Sure, we remember./Now when the man at the corner store/Says sugar’s gone up another two cents/And bread one/And there’s a new tax on cigarettes – /We remember the job we never had/Never could get/And can’t have now/Because we’re colored.

 

So we stand here/On the edge of hell/In Harlem/And look out on the world/And wonder/What we’re gonna do/In the face of what/We remember.

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here