Δρομολογώντας τετράδια εγκλεισμού

 

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Σε πολλούς στίχους των ποιητών μας η περιπλάνηση ανάμεσά τους αποκαλύπτει κάποιες πραγματικά μεγάλες αλήθειες δοσμένες με τον τρόπο που μόνο εκείνοι ξέρουν, ξεχασμένες ή παραγκωνισμένες ίσως προσωρινά, που έχουν σχέση με την αφόρητη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, κι’ εκεί βέβαια κρύβεται τελικά και το εγνωσμένο μεγαλείο τους, τουτέστιν να μπορείς να επιστρέφεις ξανά και πάλι γιατί πιστεύεις και έχεις εμπιστοσύνη πως θα σού δώσουν εκείνα τα μικρά κρυφά τους μυστικά, τα οποία θα σου αποκαλύψουν διαφορετικά μονοπάτια στο νου, τόσο απαραίτητα σε αυτήν την τάλαινα, ποικιλοτρόπως,   ζωή. Ξαναδιαβάζω αυτές τις περίεργες μέρες, ας τις αποκαλέσω χάριν συντομίας «ημέρες εγκλεισμού»,  κάποια ποιητικά κείμενα που έπεσαν στην αντίληψή μου μετά από μερικές, φευ, δεκαετίες που βρίσκονταν στις πίσω, τις σκονισμένες  και ξεχασμένες, εν πολλοίς, σειρές της βιβλιοθήκης μου. Η ποίηση του νομπελίστα  Γιώργου Σεφέρη, έχει αναλυθεί κατά κόρον τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά η περιδιάβαση σε  αυτή πόσο επίκαιρη, σε τελική ανάλυση,  φαντάζει ακόμα στις μέρες μας! Προσπαθώ να έρθω σε επαφή και να διεισδύσω σε κάποια βαθύτερα νοήματά του που βρίσκονται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄» και το οποίο επιγράφεται  «Ο Τελευταίος Σταθμός». Γράφτηκε, όπως σημειώνεται στο τέλος του, στην κωμόπολη Cava dei Tirreni, λίγο χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Σαλέρνο, το πρώτο σημαντικό κέντρο μάθησης στην Ευρώπη, της ανάπτυξης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και ειδικότερα της Ιατρικής επιστήμης.  Κι’ αυτό γιατί η ιστορία μας υπενθυμίζει πώς ο Κωνσταντίνος ο Αφρικανός, ένας γιατρός του ενδέκατου αιώνα,  κατά κάποιο τρόπο συνέδεσε τη δόξα του ένδοξου ιατρικού κέντρου του Καϊρουάν  της Τυνησίας, μ’ ένα άλλο, εκείνο που βρισκόταν στη χριστιανική Δύση, συγκεκριμένα στο Σαλέρνο της Ιταλίας. Ταξιδεύοντας εκεί ο  Κωνσταντίνος, συνέβαλε όσο κανένας άλλος στην ανάπτυξή του, παίρνοντας μαζί του όλα τα έργα, τα κείμενα και τις γνώσεις που απέκτησε στη διάρκεια της παραμονής του στο Καϊρουάν. Ίσως βέβαια, ο Γιώργος Σεφέρης να μην τα γνώριζε κάποιες ειδικές λεπτομέρειες απ’ όλα  αυτά όταν έφτασε εδώ, αλλά σίγουρα ήξερε πολύ καλά πως βρίσκεται καθ’ οδόν προς τα πάτρια εδάφη μετά από  πολύ καιρό αναγκαστικής ξενιτιάς και πως η κατάσταση εκεί πέρα δεν ήταν προοιωνιζόταν  καθόλου καλή και ελπιδοφόρα. Είχε φύγει από την Ελλάδα, την άνοιξη του 1941, με την εισβολή των Γερμανών, αφού ήταν μέλος του διπλωματικού σώματος, ακολουθώντας την κυβέρνηση αρχικά στο Κάϊρο και αργότερα στην Πραιτόρια της Νότιας Αφρικής. Λόγω της ιδιότητάς του  έγινε μάρτυρας και από πρώτο χέρι όλων των υποχθόνιων παρασκηνιακών ενεργειών και δολοπλοκιών των αυτοεξόριστων συμπατριωτών του, καθ’ όλη  τη διάρκεια του πολέμου που μαινόταν στην πατρίδα του, οι οποίοι και  προσδοκούσαν και εποφθαλμιούσαν μερίδιο στα υψηλά αξιώματα και απαιτούσαν με τον τρόπο τους τρανταχτούς θώκους, την απαραίτητη φυσικά πολιτική επικράτηση στη χώρα, σε συνεργασία πάντοτε με τους γνωστούς ξένους παράγοντες, και οπωσδήποτε διείδε την τρομακτική συνέχεια της ιστορίας στην Αθήνα, και όχι μόνο, όπως πράγματι αυτή διαδραματίστηκε και εξελίχτηκε.

Μετά την οριστική ήττα των ναζί, ο Γιώργος Σεφέρης μαζί με τους άλλους διπλωμάτες, πολιτικούς και στρατιωτικούς, πήρε το δρόμο της επιστροφής από την Αφρική, με τελευταίο  σταθμό την  Cava dei Tirreni, όπως είπαμε, κοντά στο Σαλέρνο, αναμένοντας το πράσινο φως από τους έχοντες το γενικό πρόσταγμα Άγγλους για να συνεχίσουν οριστικά προς την Ελλάδα. Η παραμονή του εκεί, μάς άφησε παρακαταθήκη το διορατικό, μελαγχολικό αλλά αισιόδοξο, ποίημα «Τελευταίος Σταθμός», το οποίο όπως μας πληροφορεί γράφτηκε στις 5 Οκτωβρίου 1944, τουτέστιν δώδεκα μέρες πριν από την επιστροφή όλων των αυτοεξόριστων συντρόφων του στην Αθήνα. Γνωρίζοντας καλά την ελληνική ιστορία και μυθολογία, ενέπλεξε στο ποίημα  την απύθμενη ψυχολογία της ανθρώπινης φύσης, των βαθύτερων παραμέτρων του ανθρώπινου χαρακτήρα, κάνοντας κριτική στην αέναη προσπάθεια του καθημερινού ανθρώπου για κοινωνική και επαγγελματική άνοδο, με κάθε νόμιμο και μη τρόπο και μέσο,  επικρίνοντας τη δίψα για την πολυπόθητη εξουσία και σκεπτόμενος με βασανιστικά ερωτηματικά για την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου στα μονοπάτια της ζωής. Διαβάζουμε, κάπου στη μέση του ποιήματος που προαναφέραμε:

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν…

… Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

Σαν είναι οι ζωντανοί μακριά τι θα τα κάνεις;

 

Είναι κι’ αυτό ένα απόσπασμα από το τελευταίο ποίημα της συλλογής  «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄» του Γιώργου Σεφέρη που επιγράφεται  «Τελευταίος Σταθμός». Σημαδεύει κατ’ ευθείαν τις ζωώδεις εκφάνσεις και μεταβλητές του ανθρώπου, που δρομολογεί με το παραμικρό ξέσπασμα το αγκυροβολημένο γενετικά  ένστικτο επιβίωσης. Εκείνου του ανθρώπου που κάνει κάθε τι που είναι δυνατόν ώστε να επιβιώσει, ωσάν το  διψασμένο χορτάρι  που απλώνει παντού τις ρίζες του για να βρει το απαραίτητο για την ανάπτυξή του νερό, αλλά  ταυτόχρονα καυτηριάζει την άπληστη ανθρώπινη ιδιότητα που επιθυμεί με κάθε τρόπο και αναζητά, όχι μόνο τις άκρως αναγκαίες προϋποθέσεις  για την επιβίωσή του, αλλά   επιπλέον, το παράνομο κέρδος και την ευκαιρία που του δίνεται να εκμεταλλευτεί τους συνανθρώπους τριγύρω του. Τονίζει, πως «… προτιμούν να σφυρίξουν τα  δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι», εκείνοι δηλαδή που δεν επιθυμούν την δική τους, την προσωπική και άμεση εμπλοκή στις δύσκολες καταστάσεις αφήνοντας τους άλλους μόνους στον αγώνα, να πληρώσουν μόνον εκείνοι το  όποιο τίμημα διαφαίνεται αναπόφευκτο και όχι αυτοί, υπαινισσόμενος προφανώς  ότι τα ξόρκια και οι άνευ περιεχομένου ρητορείες δεν έχουν καμία σχέση με το χρέος όλων απέναντι στην πατρίδα, ότι απαιτούνται με λίγα λόγια  απτές και συγκεκριμένες πράξεις και όχι βαρυσήμαντα και κενά περιεχομένου λόγια. Πόσο κοντά άραγε βρίσκονται σήμερα τα λόγια εκείνα του ποιητή μας μετά απ’ όσα είδαμε να διαδραματίζονται τις τελευταίες μέρες σε πολυκαταστήματα, παραλίες, καφετέριες, μπαρ, από ανεύθυνους, απείθαρχους, μικρόνοες και ατίθασους  πολίτες, όλων των ηλικιών,  πόσο προφητικός είναι ο ποιητής μας λοιπόν όταν κάποιοι ανεγκέφαλοι στην αχαϊκή πρωτεύουσα δρομολογούσαν πορείες, συγκεντρώσεις και καρναβαλικές μαζώξεις την ώρα που στα νοσοκομεία της πόλης τους βρίσκονταν νοσηλευόμενοι σε βαριά κατάσταση ουκ ολίγοι συμπολίτες τους και ενάντια στα όποια,  σωστά κατά κοινή ομολογία, κατασταλτικά κυβερνητικά μέτρα απέναντι στην αόρατη απειλή της εποχής μας; Αλλά τονίζει λίγο παρακάτω ο Σεφέρης: «… Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν…»!

Το τέλος του ποιήματος, μελαγχολικό και κάπως σπαραχτικό συνάμα, αφού απεικονίζει την δρομολογημένη κατάσταση και όπως παρουσιαζόταν  στους δύσμοιρους καιρούς του:

 

… Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

 

Είναι εμφανές πως στο μυαλό του  ποιητή, στην τελευταία αυτή ενότητα του  ποιήματος, βρίσκονται όλοι οι πραγματικοί  πρωταγωνιστές και ήρωες του αγώνα απέναντι στο ναζισμό, οι αγωνιστές  εκείνοι που έδωσαν την ψυχή και σώμα τους για την ελευθερία της πατρίδας τους, για τις υψηλές αξίες και τα ιδανικά, και τώρα σέρνονται, όπως ο Μιχάλης στο ποίημα, «… μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο… μές τη συσκοτισμένη πολιτεία», και το σπουδαιότερο μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα όποια υπάρχοντα σωματικά τραύματα που τους ταλανίζουν, «… στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..», για τον κίνδυνο φυσικά των γνωστών βομβαρδισμών της πρωτεύουσας. Ο τελευταίος στόχος «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν», συμπυκνώνει την αγωνία του ποιητή γιατί αυτός ήξερε καλά. Ο εμφύλιος αδελφοκτόνος πόλεμος βρισκόταν προ των πυλών στην πατρίδα του! Κι’ όπως και έγινε! Το ποίημα γράφτηκε στις 5 Οκτωβρίου 1944, και δυό μήνες αργότερα στους δρόμους της  Αθήνας άρχιζε η απαράδεκτη, αιματηρή  και αποκρουστική  εμφύλια σύρραξη!

Ίσως όμως αν ζούσε ο ποιητής χθές το βράδυ να έβλεπε μία πραγματικά όμορφη νύχτα με λίγο και υποσημαινόμενο  στην πραγματικότητα φεγγάρι ψηλά στον συννεφιασμένο ουρανό, αρκετούς πολίτες να βγαίνουν στα μπαλκόνια τους και να χειροκροτούν  τους αόρατους μαχητές εναντίον του επίσης αόρατου, ετούτη τη φορά εχθρού!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here