Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΟΥΚΑ                

Στη χώρα αυτή που κάθε θέμα είναι και μια ευκαιρία για να διαφωνήσουμε, στη χώρα αυτή που τα πράγματα συνήθως κυμαίνονται μεταξύ απελπισίας και αποθέωσης, δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο το δίπολο: Θάλασσα ή Βουνό.

Πρόκειται για πανάρχαια ιστορία με θαλάσσια έπη,  της Αργοναυτικής εκστρατείας, της Οδύσσειας, τα «ξύλινα τείχη» και να μην ξεχνάμε ότι οι Θεοί εγκαταστάθηκαν στην κορυφή του Ολύμπου, αλλά  είχαν ορίσει τον Ποσειδώνα Θεό των θαλασσίων υδάτων. Μετά  τα έπη στα βουνά (και στις θάλασσες) της Επανάστασης,    των Βαλκανικών της εθνικής διεύρυνσης, στους    «Αντίλαλους των βουνών» της Αντίστασης, στις εθνικές τραγωδίες συρρίκνωσης,   στον όλεθρο του  εμφυλίου, όλεθρος, όλεθρος και ο Άρης στον φανοστάτη, αυτά είναι γνωστά πράγματα. Διακυμάνσεις χώρου-χρόνου-συμβάντων-ταυτοτήτων μέχρι τα τελευταία, υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ και «κοινωνικής αποστασιοποίησης».

Το θέμα μας εδώ δεν είναι η ιστορική ανάλυση, αλλά το αποτύπωμά της στα κοινωνικο-πολιτιστικά βιώματα. Περνάμε τώρα στη σύγχρονη «εποποιία των διακοπών», με τις  διαφορετικές προτιμήσεις, εκείνη της ορεσίβιας (βουνίσιας) προτίμησης και εκείνη της νησιωτικής (θαλάσσιας) με  πολλές ενδείξεις  προβολής των πλεονεκτημάτων καθεμιάς μέσα από αφηγήσεις και σέλφι  φυσικών τοπίων, τρόπων διασκέδασης, τοπικών εδεσμάτων κ.α. Υπάρχει τέλος μια ενδιάμεση κατηγορία εκείνων που είναι «θαλασσινοί» το καλοκαίρι με τον καύσωνα και τα μπάνια και «ορεσίβιοι»  το χειμώνα, με το χιόνι, τα χιονοδρομικά, δίπλα στο τζάκι με τα κατάλληλη παρέα και τα απαραίτητα  συνοδευτικά.

Ας μας επιτραπεί να έχουμε επιφυλάξεις ως προς τις απόλυτες  κατηγοριοποιήσεις, δεν κατανοούμε το διαχωρισμό, τη μονομέρεια της μιας ή της άλλης άποψης, τη βαρύτητα των ταξινομήσεων σε εποχές  που άλλα θέματα διακυβεύονται.

Ταξίδευσα σε εμπειρίες, αναγνώσματα, ονειροπολήσεις με προσκέφαλο το «Τρελλό» Βουνό ,  το «μακρύ» φυσικό όριο που τέμνει το λεκανοπέδιο και συνομιλεί καθημερινά με προσδοκίες και ελπίδες, αναθεωρήσεις και μυστικοπάθειες καλά κρυμμένες στις σιωπηλές πλαγιές, υπενθυμίζοντας έναν κόσμο  άπειρης αίσθησης που όσο ανεβαίνεις ψηλότερα απλώνεται μπροστά σου στον ορίζοντα:  το γαλάζιο της θάλασσας. Και όταν το καλοκαίρι γνωρίζαμε την αίσθηση των ανοικτών οριζόντων του γαλάζιου, φτάναμε πάλι σε ένα σημείο αναστοχασμού, όταν ο ήλιος γίνονταν χλωμός, οι σκιές μάκραιναν και οι παραθεριστές μάζευαν τις σκηνές για την επόμενη χρονιά. Ήταν η αναπόφευκτη επάνοδος στην αποτίμηση, σε νέες σκέψεις και αφετηρίες, ένας κύκλος, ένας ρυθμός που  επαναλαμβάνεται διαφορετικός κάθε φορά χρόνια, αιώνες τώρα. Τί θα ήταν η απαντοχή του βουνού χωρίς τους ορίζοντες της θάλασσας, τί θα ήταν οι ορίζοντες της θάλασσας χωρίς την υπομονή, το «πρόγραμμα» του βουνού;

Αν υποθέσουμε ότι οι δυο οντότητες αποτελούν μια ενότητα βουνό-θάλασσα δυο διαφορετικών μορφών της ύλης, τότε φανταζόμαστε το χώρο του βουνού να υποδεικνύει στα κύματα πότε και που  να αρχίσουν να κινούνται και ο χώρος της θάλασσας να υποδεικνύει τη σταθερότητα-παγιοποίησή τους στους ορεινούς χώρους. Ουτοπία και πραγματισμός; Μνήμη και αλλαγή;  Ψάχνω αυτές τις αλληλεπιδράσεις, ψάχνω στις εκθέσεις του νησιού και στις θεατρικές παραστάσεις, παντού,  ή μήπως θάπρεπε να ψάξουμε άλλες σχέσεις;.

Περπατώ με τις σκέψεις αυτές σε γνωστούς τόπους με άγνωστο προορισμό. Παραγγέλνω ένα «ακόμα ούζο με τα σχετικά» στη «Συνάντηση» κάτω από τη δροσιά των πεύκων στο δρόμο του βουνού ντάλα μεσημέρι, που είναι το ίδιο με «μια ρακί με συνοδευτικό»  στην παραλία με τις μουριές στο νησί, ίδιο με ανήλιαγα  κουτούκια, σε καφενεία και ταβέρνες στα γνωστά  στέκια, σε όλη τη χώρα , σε όλο τον κόσμο όπου συναντιούνται άνθρωποι,  το τοπίο αλλάζει αλλά οι άνθρωποι μένουν  ίδιοι «μαρμαρωμένοι» στην  ίδια θέση, παρόμοιες συζητήσεις για πολλά χρόνια τώρα, -και παρακαλώ  μην αρχίσουμε καλοκαιριάτικα τις ίδιες κουβέντες «τί ήρθαμε να κάνουμε στον κόσμο αυτό, πώς, γιατί» και άλλα παρόμοια.

«Τί γίνεται», ρωτώ, «Άπνοια» μου απαντούν και καταλαβαίνω τη προσδοκία του προβλέψιμου, ενώ ξέρουμε από τα μετεωρολογικά δελτία για την  καταιγίδα θυελλωδών ανέμων, μελτέμια στο Αιγαίο, κίνδυνοι πυρκαγιών, ο ιός δε σταματά, πλημμύρες, χρεωκοπίες,  το τίμημα που πληρώνουμε για διάφορες υπερβάσεις,  για διάφορες βεβαιότητες, αλαζονείες που  μας διακατέχουν και δεν ξέρουμε τί να κάνουμε ..

Μας στοιχίζει να σκεφτούμε τις καταστάσεις αυτές, μας πονάει η ανασφάλεια, θέλουμε τη βεβαιότητα, τώρα όμως το πράγμα  αλλάζει,  όσα θεωρούσαμε βεβαιότητες έχουν γίνει πιθανότητες προς εξερεύνηση, από  το «είτε το ένα είτε το άλλο», τώρα στο «και το ένα και το άλλο», δηλαδή ότι όλα συνυπάρχουν σε μια ενότητα με πολλές αιτίες και  διάφορα συμβάντα.

Για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας, αφού και οι  δύο  οντότητες βουνό-θάλασσα  είναι διαφορετικές μορφές ύπαρξης της  ύλης, τότε είναι από την  ίδια ύστατη ύπαρξη  μικροσωματιδίων  ύλης-αλληλεπίδρασης, αυτά τα περίεργα δισυπόστατα ηλεκτρόνια, κουάρκς, φωτόνια και όλα αυτά, που  λένε ότι  εκτελούν ποικίλες χορογραφίες, όλα εδώ δονούνται, ό

 

 

λα πάλλονται. Και μήπως εμείς δεν είμαστε από τα ίδια υλικά φτιαγμένοι και η περίφημη νόηση-σοφία μας δεν είναι άλλο από μια χορογραφία, ίσως μια πιο ρυθμική χορογραφία, ποιός  ξέρει; Αν είναι έτσι, παίρνει άλλο νόημα μια σχέση, ένας διάλογος με ό,τι δε μιλάει. Ας δώσουμε μια φορά το λόγο  στο βουνό, τη θάλασσα, ένα δέντρο, τη δύση, τη βροχή, ένα πέταγμα πουλιού, ας ακούσουμε,  αφού το καθένα από αυτά έχει το δικό του ρυθμό σε ένα πολυρυθμικό κόσμο που πολλές φορές τον αντιμετωπίζουμε ως μονορυθμικό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας. Και τότε ο διάλογος αυτός  θα είναι σαν να βλέπουμε τα όντα της φύσης που κοιτάζουμε, όχι πλέον με τα δικά μας μάτια, αλλά με τα δικά τους μάτια να κοιτάξουμε πάλι  τον κόσμο και τον εαυτό μας.

«Το μελτέμι δεν λέει να πέσει», είπε. «Καλύτερα να κολυμπήσουμε στο Βίντζι. Για αύριο κανόνισα να πάμε ψηλά στο Κατάκοιλο για κόκορα κρασάτο. Βουνό και θάλασσα, αυτό δεν θέλεις;»

«Ναι, βέβαια» απάντησα αφηρημένος,  και ετοιμάστηκα για το μεσημεριανό ρεμβασμό στο κύμα.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here