Φωτεινή Στεφανίδη: «Απρίλη μου ξανθέ, Απρίλη ψεύτη»

 Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα […]»
Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι»

«Των ρόδων μήνας, της τρελής τριανταφυλλιάς, της παπαρούνας, της πρωταπριλιάς, της βροχούλας, του ατιθάσευτου κριαριού, της μαύρης μνήμης, και πάλι τραγούδι, “καρδιά μου πώς αντέ- καρδιά μου πώς αντέχεις μέσα στην τόση αγάπη μες στις τόσες ευωδιές”. “Άνοιγμα”, θα πει τ’ όνομά του, “ξεκίνημα”. Είναι η κεφαλή της χρονιάς. Με τη δύναμη και την ορμή. Όλα τα ξεκινά, και τίποτε δεν τελειώνει, μέσα στο πιο φρέσκο πράσινο της φύσης. Θα τα τελειώσουν οι άλλοι μήνες, ο καθένας με τη σειρά του». Ρωτάμε τη ζωγράφο Φωτεινή Στεφανίδη για τον Απρίλη μήνα.

Τι ανθίζει λοιπόν;

Και τι δεν ανθίζει! Μπουκέτα τα τριαντάφυλλα στις αυλές. Στρωμένοι νεραντζολούλουδα οι δρόμοι. Οι γαρυφαλλιές στις γλάστρες, μέχρι που θέλουν στηρίγματα για τα βαριά κεφαλάκια του ανθού τους. Οι κάλες (πάπιες) και οι πασχαλιές. Οι αγγελικούλες. Οι βιολέτες. Όλα που στολίζουν τον Επιτάφιο. Και οι πορτοκαλιές στο φόρτε τους, κι όλα σχεδόν τα δέντρα· οι ακακίες, οι λεύκες, οι ελιές… Κι αγριολούλουδα, από πού ν’ αρχίσεις… Λιβάδια οι παπαρούνες κι οι μαργαρίτες, το χαμομήλι, όλα, όλα… Ανθίζει και στην καρδιά μια ευφορία από φυσικού της, αγωνιζόμαστε οι μεγάλοι να την υποδεχτούμε, να την αποδεχτούμε, και όλα ετούτα μέσα στου αηδονοκότσυφα το τραγούδι.

Από καρπούς; Τι τρώμε;

Τα πορτοκάλια, μέλι. Οι ελιές οι ώριμες στο δέντρο, μέλι. Οι φράουλες στα παρτέρια ευωδιάζουν και γλυκαίνουν. Τις αγκινάρες δεν τις προλαβαίνεις· έρχονται και οι άγριες λίγο αργότερα. Τα μαρούλια, τα κρεμμυδάκια, ο άνηθος κι αχ ο μάραθος, μαζί με τα φρέσκα ανθότυρα και τα γιαουρτάκια!

Γιατί ψεύτης;

Μόνο ψεύτης; Και γκρινιάρης, και λαμπριάτης (αν και φέτος την έπαθε…), και αθέατος, και σκληρός κι ευαίσθητος…

Λοιπόν, ψεύτης για το ξεκίνημά του. Αφού από την πρώτη του μέρα ξεκινάμε τα ψέμματα: «Έλα να πούμε ψέμματα / ένα σακί γιομάτο / φόρτωσα έναν μπόντικα / σαράντα κολοκύθια / κι απάνου στα καπούλια του / ένα σακί ροβύθια». Ωραία τα ψέμματά του, παραμυθένια, να χουμε διάθεση και φέτος για τέτοια ψέμματα, όχι για τ’ άλλα των τελευταίων χρόνων που δεν διαλέγουν μήνα.

Γκρινιάρης όμως είναι! Κανένα του φαγώσιμο δεν είναι ώριμο. Ή τα τελευταία του χειμώνα μάς δίνει, ή τα πρώτα του καλοκαιριού που δεν έχουν γίνει ακόμη. Τινάζεις τα κοφίνια λένε τον Απρίλη, τρως ό,τι απόμεινε και …γκρινιάζεις. Ωραία όμως κι αυτά, μέλι, είπαμε!
Για το «λαμπριάτης», θα τα ζήσουμε όλα τον Απρίλη, εκτός από τη Λαμπρή που του την αρπάζει ο Μάης και κάνει την πρώτη του, φέτος εκείνος, διπλή τριπλή γιορτή! Η μεγαλοβδομάδα όμως δική του. Αυτός θα βάψει τ’ αβγά κόκκινα, μόνο κόκκινα. Αυτός θα βάλει στα βάζα τις παπαρούνες με τα στάχυα του αγρού. Αυτός θα προσφέρει τ’ άνθη και θα δώσει τον τόνο στο «ω, γλυκύ μου έαρ», μπροστά μπροστά στον επιτάφιο. Αυτός θα στεφανωθεί και την τρελή τριανταφυλλιά που είναι του Μάη σχεδόν πάντα. Ε, να μην του πάρει και ο Μάης κάτι; Γιατί τους λέμε κιόλας και τους δυο μαζί «Απριλομάη»; Δεμένοι, φίλοι αδελφικοί.

Η μαύρη μνήμη;

Θέλει και ρώτημα; Το ‘χουν τα ωραία όλα, να τα μαγαρίζουν οι άθλιοι. Τι να πρωτοθυμηθούμε απ’ τους απριλιανούς και το απανταχού αναρτημένο πουλί τους, που κάτσανε χρόνια εφτά, και της γενιάς μου τουλάχιστον σκίασαν τα παιδικά χρόνια. Κλείσε να μην ακουστεί το ραδιόφωνο, μιλάτε σιγότερα, χτυπά τηλέφωνο – καρδιοχτύπι, ο πατέρας στην ασφάλεια κάθε βδομάδα, οι ποιητές άρρωστοι στην εξορία, τα τραγούδια φιμωμένα, ο σκεπτόμενος κόσμος να βασανίζεται, προδοσίες, γκρεμίστηκε η Αθήνα και τα κάλλη της, τσιμεντώθηκε η ζωή μας. Ακόμη αυτό δεν διορθώθηκε, ούτε θα διορθωθεί. «Τι έγινε μπαμπά;» τον ρώτησα. «Από εδώ και πέρα κοριτσάκι μου, να μπορείτε και μόνοι σας, μου είπε. Μπορεί να φύγω. Να έχεις δύναμη». Όταν τον πρωτοκάλεσαν, ρώτησε ο αστυνόμος τη μάνα μας: «Έχετε παιδιά;» «Ναι». «Πόσων χρονών;» «Δέκα και πέντε». Δηλαδή αν ήμασταν λίγο μεγαλύτερα, τι; Θαρρώ ωστόσο, Γιώργο, πως συνεχίζουμε ως «ελεύθεροι» πολιορκημένοι.

Τραγουδάμε, διαβάζουμε, ζωγραφίζουμε;

Τραγουδάμε δυνατά «Απρίλη μου ξανθέ» με τη μουσική και τους στίχους του Μίκη Θεοδωράκη,

διαβάζουμε Ρίτσο και «… Ένα καροτσάκι / τέσσερις Απρίληδες το σέρνουν / στο στρατί-στρατί του γαλαξία / τέσσερις Απρίληδες με σέρνουν / μες στον ουρανό» από το «Πρωϊνό άστρο», και ζωγραφίζουμε δυο χαμομήλια, μια παπαρούνα και δυο ρόδα της γλάστρας στο ποτήρι του νερού.

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εύγε!!! Φωτεινή κέντησες πάλι. Με λέξεις. Με εικόνες. Με στίχους, με μυρωδιές, με την περιγραφή μιας Ελλάδας Άλλης. Μιας πατρίδας που φυτεύει ελπίδες στην καρδιά και αξιοπρέπεια στη στάση απέναντι στα γεγονότα- όσο αναπάντεχα και σκληρά και αν είναι αυτά.
    Ο Απρίλης είναι ο μήνας της χαράς και του θάλπους της ζωής κι εσύ τον στόλισες όπως του πρέπει. Και η ζωγραφιά με το σεμνό νεροπότηρο και τα φρέσκα ρόδα, τις γλυκιές θύμησες ανακαλεί…
    Εικόνες σαν αυτές δρουν λυτρωτικά, νιώθω πως μας πηγαίνουν «κατά την πόρτα του Ήλιου» (Σεφέρης)
    Καλό μήνα σε όλους μας, σε όλο τον κόσμο. Σε αναπαυμένους και κοπιώντες.

    • Καλό μήνα, πολυαγαπημένη Ελένη, καλό μήνα σε όλους μας. Ευχαριστίες μέσα από την καρδιά που στάθηκες και για τα λόγια σου τα όμορφα! Ο Απρίλης, μικρό αγόρι, παιδί, τρέχει και δεν το φτάνεις… Και πού αλλού να ξεδιψάσει μετά την τρεχάλα; Στο δροσερό νεράκι και στης αληθινής τέχνης τη δροσιά! Μακάρι να είμαστε στο ελάχιστο αντάξιοι.
      Χίλια φιλιά!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here