Του ΚΩΣΤΑ ΔΟΥΖΙΝΑ

Αντίδωρο
στο δώρο των φίλων
που μίλησαν για το βιβλίο μου
«Από την Έδρα στα Έδρανα»

Στις δεκαετίες των ’70 και ’80, η Θάτσερ συμμετείχε τακτικά στις συνεδριάσεις του Conservative Philosophy Group και στα σεμινάρια του Institute of Economic Affairs. Εκεί γνώρισε τις φιλελεύθερες θεωρίες του Χάγιεκ, του Μίζες και του Φρίντμαν που αργότερα εφάρμοσε. Ο John Gray, ένας εκ των οργανωτών, περιγράφει το κλίμα στις συνεδριάσεις: «Υπήρχε μια σχεδόν μπολσεβίκικη αίσθηση του επείγοντος… Πιστεύαμε ότι, μάλλον από τύχη, είχαμε την ευκαιρία να πετύχουμε μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης και της κοινωνίας.» Θα είχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ καλύτερες επιδόσεις αν πριν την εκλογή και στη διάρκεια της θητείας της τα στελέχη συμμετείχαν σε εβδομαδιαίο σεμινάριο αριστερής θεωρίας; Δεν ξέρουμε. Είμαστε υποχρεωμένοι εν τούτοις να ανοίξουμε το μαρξιστικό και μετα-μαρξιστικό θεωρητικό μας αρχείο για να αποτιμήσουμε τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

H συζήτηση για τα αίτια της ήττας είναι απαραίτητη, αναπόδραστο κομμάτι του πένθους που ακολουθεί την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ή αντικείμενου. Για να γυρίσουμε στην κανονική νευρωτική μας κατάσταση πρέπει να θρηνήσουμε, να ρωτήσουμε εαυτόν και αλλήλους «γιατί», να βρούμε λόγους καταπραϋντικούς, καταγγελτικούς και απαλλακτικούς, για την απώλεια του αγαπημένου, μιας αξίας ή, εν προκειμένω, της κυβέρνησης. Θέλουμε να ακούσουμε και να ακουστούμε, να απαιτήσουμε τη συγγνώμη και να δώσουμε τη δικιά μας. Αλλά αν δεν τελειώσει αυτή η διαδικασία σύντομα, τότε μπορεί να γίνει μια μόνιμη αριστερή μελαγχολία που αδρανοποιεί, σε κάνει παθητικό και αδιάφορο. Όσα περισσότερα λέγονται, όσοι λόγοι αποτυχίας, τόσο δυσκολότερο γίνεται το εγχείρημα δημιουργίας ενός συνολικού αφηγήματος. Η πλήρης εξερεύνηση της ήττας και των αιτίων της θα είναι δουλειά μελετητών στο μέλλον, όταν έχει καταλαγιάσει ο κουρνός. Σήμερα η συνέχιση της κριτικής και αυτοκριτικής παίζει το ρόλο εκδραμάτισης, ψυχικής αποσυμπίεσης, απαραίτητης για την ολοκλήρωση του πένθους και την επιστροφή στη νευρωτική καθημερινότητα.
Αλλά πρέπει να βοηθάει επίσης στη συζήτηση για το μέλλον της Αριστεράς και του κόμματος. Έτσι μόνο θα κλείσει η απαραίτητη περίοδος πένθους για την ήττα. Όταν, έχοντας συμβιβαστεί οριστικά με την απώλεια που παραμένει πάντα μέσα μας ως μια παρουσία της απουσίας, ξεκινήσουμε τη νέα πορεία με τη γνώση του πριν και την προσδοκία του μετά. Ο χρόνος του παρόντος είναι πάντα μια επέκταση του παρόντος και μια ανάμνηση του μέλλοντος.

Διαλεκτικά ή διαζευκτικά;

Η μεγάλη σημασία του εξαιρετικού «Εντός παρενθέσεως;» του Αριστείδη Μπαλτά, με τον οποίο επανειλημμένα συζητάμε τα δύο βιβλία μας δημόσια, είναι ότι ο Αριστείδης είναι όσο εντός γίνεται, στην καρδιά της παρένθεσης. Το βιβλίο αποτελεί μια θεωρητική καταγραφή της δημιουργίας, ανόδου, νίκης, μερικής ήττας και δεύτερης έλευσης του ΣΥΡΙΖΑ από τα μέσα, από έναν εκ των πρωταγωνιστών. Η ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ είναι κεφάλαιο των απομνημονευμάτων του Μπαλτά και εν μέρει αστυνομικό μυθιστόρημα. Η λεπτομερής περιγραφή των συμβάντων, το δύσκολο πρώτο εξάμηνο του 2015 τα βάζει σε αλληλένδετη συνέχεια. Τα θεωρητικά και εμπειρικά στοιχεία, που δίνονται όσο προχωράει η πλοκή, κάνουν τον αναγνώστη συμμέτοχο, μας κάνει να προβλέπουμε τι θα γίνει ως κάτι καινούργιο παρ’ ότι ξέρουμε την κατάληξη του δράματος.
Ο Μπαλτάς είπε σε κάποια συνέντευξη ότι «δεν αλλοιώθηκαν οι ιδέες μας. Φύγαμε από τη θεωρία και πήγαμε στην πράξη». Αυτό ισχύει για τον Μπαλτά αλλά για άλλους; Πώς έγινε αυτή η μετάβαση; Διαλεκτικά, οπότε η θεωρία ενσωματώνεται και καθοδηγεί την πράξη οδηγώντας σε διαρκή αλληλεπίδραση; Ή με την έννοια της διαζευκτικής σύνθεσης, οπότε οι ιδέες δεν αλλοιώνονται αλλά θεωρία και πράξη παραμένουν δύο διαφορετικά πεδία, δύο δράσεις παράλληλες και ελάχιστα συνδυασμένες; Η συζήτηση για τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, της εμπειρίας, οι γκρίνιες και οι έπαινοι δεν βοηθούν από μόνοι τους. Παραμονεύει ο αγγλικός εμπειρισμός ή ο γαλλικός βολονταρισμός, δύο ασθένειες από τις οποίες υποφέραμε αρκετά. Η εμπειρία μας δίνει τη δυνατότητα να γενικεύσουμε, να βγάλουμε αρχές και κανονιστικές κατευθύνσεις για το μέλλον. Η εμπειρία της πρώτης φοράς αριστερά είναι ανεκτίμητη, όταν όμως γίνει μια σειρά καθολικεύσιμων εννοιών. Αλλά και η θεωρία, ή μάλλον οι πολλαπλές αριστερές προσεγγίσεις, εξελίσσονται μέσα από τη συνάντηση τους με την εμπειρία. Χρειαζόμαστε μια διπλή κίνηση, λοιπόν, από τα πάνω και τα κάτω. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις της ριζοσπαστικής φιλοσοφίας εξειδικεύονται στην ελληνική συνθήκη ενώ οι εμπειρίες γενικεύονται. Με αυτή την προσέγγιση από δύο κατευθύνσεις κτίζουμε τη θεωρία και στρατηγική της αριστεράς του 21ου αιώνα.
Εγώ είμαι μάλλον ένας φιλοσοφικός ανθρωπολόγος της αριστερής διακυβέρνησης από την πλευρά της ριζοσπαστικής θεωρίας. Η θέση του παρατηρητή στοχεύει στην εθνογραφικά συνεπή παρουσίαση των γεγονότων, των τελετουργικών και του τρόπου ζωής. Από την άλλη, ο ερευνητής που είναι και ο ίδιος αντικείμενο παρατήρησης στοχεύει σε φαινομενολογικά συνεπή παρουσίαση των τρόπων αντίληψης, της ιδεολογίας και της ψυχολογίας. Δεν διεκδικώ το εύσημο καμίας αντικειμενικότητας ή ουδετερότητας στην ανάλυση των γεγονότων. Αυτές οι δύο εξαιρετικά υπερτιμημένες αρετές αναγκαστικά απουσιάζουν από την πολιτική αρένα και τον πολιτικό καταγραφέα της. Η εθνογραφική μου παρατήρηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το όνομα της αριστεράς που καλείται να κυβερνήσει σε μια θάλασσα νεοφιλελευθερισμού είναι η συνεχής και πολύμορφη αντίφαση». Πρέπει να εξετάσουμε την εμπειρία, λοιπόν, μέσα από την οπτική της αντίφασης και της διαλεκτικής της υπέρβασης.

1. Αντίφαση είναι το όνομα της αριστεράς

Η βασική αντίφαση: όταν ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα αναλαμβάνει τη διοίκηση του κράτους, συναντά έναν εχθρικό θεσμό που έχει οργανωθεί για να ανακόψει την ανοδική του πορεία και να ματαιώσει τα σχέδιά του. Η βασική αντίφαση πήρε σε μας τη συμπληρωματική μορφή μνημονιακού νεοφιλελευθερισμού / αριστερής ιδεολογίας.
Το τρίτο μνημόνιο ήταν ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα, μια επώδυνη εφαρμογή της εγγενούς και ανεπίλυτης έντασης μεταξύ κεφαλαίου και κράτους, από τη μια, εργαζομένων και της αριστεράς, από την άλλη, μια ειδική περίπτωση της γενικότερης αντίφασης. Η ένταση και οι αντιφάσεις επεκτάθηκαν σχεδόν νομοτελειακά στις σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης και κόμματος και μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης, από τη μια πλευρά, και κοινωνικών κινημάτων, από την άλλη.
Για τη διαλεκτική, βέβαια, η αντίφαση δεν είναι αναγκαστικά παράγοντας ακινητοποίησης, ούτε οδηγεί σε αδράνεια. Αντίθετα, επιτρέπει σε ένα ζωντανό οργανισμό να ανανεώνεται. Οι αντιφάσεις αποτελούν εκδηλώσεις των αξεπέραστων κοινωνικών συγκρούσεων. Αλλά η υπέρβαση της αντίθεσης δεν γίνεται με τη φιλελεύθερη αντιπαράθεση καθολικού και μερικού. Αντίθετα, το καθολικό, οι αξίες και αρχές, αναδύονται όταν η πολιτική παρεμβαίνει στο συγκεκριμένο και το μερικό και το διαχωρίζει – η ζωή έχει μόνο μερικότητες και συγκεκριμένα φαινόμενα. Ο πολιτικός διαχωρισμός ανυψώνει ένα κομμάτι του μερικού στην καθολικότητα και απορρίπτει, εγκαταλείπει, το άλλο. Σήμερα πια έχοντας βγει από τη βασανιστική αντίφαση τονίζουμε την ιδεολογική μας ταυτότητα. Δεν χρειαζόμαστε λεπτομερή προγράμματα, μπορούν να περιμένουν μέχρι τις επόμενες εκλογές. Η αντιπολίτευση σήμερα είναι ιδεολογική. Έχουμε δύο όπλα στη διάθεση μας: την ταξική αντιπαράθεση και τις ηθικές αξίες.

2. Δημοκρατικός δρόμος, οδός Πουλαντζά

Η Αριστερά οφείλει να είναι μέσα και ενάντια στο κράτος, πρέπει να το διεκδικεί αλλά και να ενεργεί ενάντια στους θεσμικούς περιορισμούς του. Ο δημοκρατικός δρόμος αποτελείται από δύο παράλληλες πορείες που σύντομα συναρθρώνονται, πολιτική και κινηματική, το κόμμα και το δρόμο. Η πρώτη, πολιτική και κοινοβουλευτική, επιδιώκει σημαντικές νίκες στο τυπικό πολιτικό και κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Για να πετύχει η κίνηση αυτή προϋποθέτει την αποφασιστική υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος βασισμένου σε πλατειές λαϊκές συμμαχίες. Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δομήθηκε στη βάση του κινηματικού ακτιβισμού και των μεγαλύτερων και συνεχών αντιστάσεων κα.τά της λιτότητας στην Ευρώπη των μνημονίων. Οι εκλογές καταπραΰνουν το δρόμο και στέλνουν το πλήθος σπίτι του. Εδώ βρίσκεται μια σημαντική αβλεψία της κυβέρνησης: Μόνο ένα πλατύ λαϊκό κίνημα αποτελεί εγγύηση και άμυνα απέναντι στην αναμενόμενη αντίδραση του αντιπάλου και τη ρουτινοποίηση της κυβέρνησης. Η κατανόηση αυτής της θέσης θα είχε βοηθήσει πιθανόν την κυβέρνηση, που φάνηκε να μην έχει πλήρη εκτίμηση της σημασίας και του μεγέθους της πρόκλησης που αντιμετώπιζε.
Όπως μας δίδαξε ο Πουλαντζάς, το κράτος δεν αποτελεί μια οντότητα ή εργαλείο, αλλά «όπως το «κεφάλαιο» είναι ένας συσχετισμός δυνάμεων ή, ακριβέστερα, η υλική και ειδική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων». Ως τέτοιο, το κράτος οργανώνει την ενότητα του κυρίαρχου μπλοκ και υπηρετεί τη συνολική νομιμοποίηση της κοινωνικής τάξης διαχειριζόμενο τη λαϊκή συναίνεση.

Η πάλη των τάξεων εντός κράτους

Η πάλη των τάξεων βρίσκεται μέσα στο κράτος μια και οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ταξικά προσδιορισμένοι. Οι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί βρίσκονται στην πλευρά της αστικής τάξης, ένας μεγάλος αριθμός δημόσιων υπαλλήλων ανήκουν στη μικροαστική τάξη και επηρεάζονται από τους λαϊκούς αγώνες. Αποστασιοποιούνται από την κεντρική κρατική άποψη οδηγώντας σε ρωγμές, ρήξεις και διχασμούς στο προσωπικό και τους μηχανισμούς του κράτους. Έτσι αναδύονται στο κράτος «κέντρα αντίστασης» και εκδηλώνονται σε θεσμικές αποφάσεις που προωθούν τα συμφέροντα των εργαζομένων, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη συνολική ισορροπία δυνάμεων.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να μην ακολουθήσει την πρακτική της αντικατάστασης μεγάλης μερίδας των ανωτέρων δημοσίων υπαλλήλων με φιλικά διακείμενους ή ουδέτερους. Ο αριθμός των πολιτικών συμβούλων μειώθηκε ριζικά και καλλιεργήθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης προς το υπάρχον προσωπικό. Δεν έπρεπε να αποτελεί έκπληξη ότι η δημόσια διοίκηση δεν ήταν θετικά διακείμενη προς την αριστερή κυβέρνηση ούτε ανταπέδωσε την κίνηση καλής θέλησης.
Έτσι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί αλλά και υπάλληλοι κατώτερων βαθμίδων, συνηθισμένοι στην αδράνεια, την καθυστέρηση και την ελάχιστη προσπάθεια, κρατούσαν τους υπουργούς σε κατάσταση ομηρίας. Πολλοί διηγούνται ιστορίες ανημπόριας και ματαίωσης. Κάποιοι δεν έδιναν τα απαραίτητα στοιχεία για το σχεδιασμό πολιτικών. Άλλες απέτυχαν λόγω της απροθυμίας ανωτέρων κρατικών λειτουργών να τις υλοποιήσουν. Ανώνυμες ενημερώσεις και διαρροές ειδοποιούν τον Τύπο για το σχεδιασμό κάποιας νέας ριζοσπαστικής πολιτικής. Όπως λέει ο Δημήτρης Τζανακόπουλος σε συνέντευξη του «Οι εντολές [της πολιτικής ηγεσίας] φιλτράρονταν, αποσιωπούνταν ή ακόμη και ακυρώνονταν από μια αυτονομημένη δημόσια διοίκηση, που δίνει το δικό της ρυθμό και το δικό της στίγμα στο σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος… Υπάρχουν πολλά ακόμη παραδείγματα και εμπειρίες από τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς και την καθημερινή διακυβέρνηση.»1

3. Διαφορά εξουσίας – κυβέρνησης

Η νίκη δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση μονιμότητας. Πίστεψαν ότι η Αριστερά έχει ανακαλύψει το βασιλικό δρόμο στην εξουσία, ότι η κυβέρνηση είναι συνώνυμη με την εξουσία. Αλλά η εξουσία δεν είναι ένα «πράγμα», κάτι που είτε το έχεις είτε όχι. Η εξουσία βρίσκεται σε σχέσεις, αναδύεται από το συσχετισμό δυνάμεων. Είναι ριζωματική και δικτυωμένη, λειτουργεί παντού στις προσωπικές, τις οικονομικές και τις πολιτικές σχέσεων, στην οικογένεια, το κόμμα, την κοινωνία. Το καπιταλιστικό «σύστημα» είναι αποτέλεσμα της σύμπλευσης και διαπλοκής δικτύων οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής και μιντιακής εξουσίας. Όλα μαζί και το καθένα χώρια ήξεραν τι να κάνουν στο χώρο επιρροής τους για να εγκλωβίσουν την κυβέρνηση και το έκαναν από την αρχή. Η κυβέρνηση βέβαια επηρεάζει τις σχέσεις εξουσίας στο κράτος και στην κοινωνία, αλλά σταδιακά και μερικά. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να αποσκοπούν συνεχώς στη συνεχή μεταφορά πόρων από το κεφάλαιο στην εργασία και ισχύος από το κράτος στους πολίτες. Η αριστερή στρατηγική αποβλέπει σε συνεχή ριζοσπαστικά κύματα μετάλλαξης της ταξικής ισορροπίας.
Η μη κατανόηση της σημασίας της διαφοράς μεταξύ κράτους και εξουσίας αλλά και της αλληλεπίδρασής τους οδήγησε σε δύο συμμετρικά αντίθετα λάθη. Για πολλούς, που πίστευαν ότι τα δύο διαχωρίζονται απόλυτα, βασικός στόχος ήταν να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, να διαχειριστούμε το υπάρχον, να είμαστε καλύτεροι στη διακυβέρνηση. Οι μεταρρυθμίσεις των αστοχιών του κράτους, η προώθηση της κρατικής ουδετερότητας και της χρηστής διοίκησης είναι συστατικά της αριστερής διακυβέρνησης και προϋποθέσεις της μελλοντικής αλλαγής. Αλλά αν δεν συνοδευτούν από την αριστερή στρατηγική, αν δεν επιδιωχτεί η αλλαγή του συσχετισμού στα άλλα δίκτυα της εξουσίας, αυτά συνεχίζουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους ενώ πιθανή κατάληξη της κυβέρνησης είναι η ενσωμάτωση, η αφομοίωση από το συνολικό σύστημα εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται το νέο σκέλος του παλιού δικομματισμού.
Η αντίθετη άποψη, ότι τα δυο ταυτίζονται, οδήγησε στην αλαζονεία της εξουσίας και το νομικό φετιχισμό: αρκεί να υιοθετήσουμε σωστές πολιτικές, αρκεί να αλλάξουμε το νομικό πλαίσιο και μετά η υλοποίηση τους και η κοινωνική αλλαγή θα ακολουθήσουν αυτόματα. Πόσες νομοθετικές πρωτοβουλίες πνίγηκαν στην κοινωνική άγνοια και σιωπή, ουδέποτε υλοποιήθηκαν. Εδώ η υπερβολική πίστη στη δύναμη μας οδηγεί στην ελάχιστη επιτυχία των δράσεων μας.

4. Ιδεολογική ηγεμονία

Πρώτη ανάγκη σήμερα είναι να αντιστοιχίσουμε τις εκλογικές επιτυχίες με την (απούσα) ιδεολογική ηγεμονία. Υπήρξε χάσμα μεταξύ εκλογικών αποδόσεων και ιδεολογικής αποδοχής. Η ηγεμόνευση του κοινού νου, η αποδοχή ενός κυρίαρχου αφηγήματος αποτελεί κεντρικό πεδίο σύγκρουσης κάθε κοινωνίας. Η Αριστερά κυβέρνησε μια κοινωνία, η φαντασιακή τάξη της οποίας είναι ριζικά αντίθετη με τις πίστεις της. Αλλά γιατί «φαντασιακή τάξη» αντί για ιδεολογία; Γιατί είναι ένας γενικότερος περιεκτικότερος τρόπος κατανόησης της κοινωνίας και γιατί συνδέει το κοινωνικό αλλά με το ατομικό συστατικό της ηγεμονίας. Το φαντασιακό καλύπτει για την «έλλειψη», την φροϊδική δυσφορία, για τις καθημερινές αποτυχίες και απογοητεύσεις, προβάλλοντας μια ιδεατή ταυτότητα: είμαι πετυχημένος, ενημερωμένος, κοινωνικά αποδεκτός παρά τα προβλήματα της καθημερινότητας. Το συλλογικό φαντασιακό, από την άλλη, παρουσιάζει την ιστορία μας δοξασμένη και το μέλλον λαμπρό. Ή Μακεδονία, ο Αλέξανδρος, ο Τσιτσιπάς μάς αποζημιώνουν για τις ταπεινώσεις, τη φτωχοποίηση, τη μιζέρια της καθημερινότητας. Η περίφημη «κοινή γνώμη» αποτελεί τον πυρήνα που συντονίζει την ατομική με τη συλλογική φαντασίωση.
Η φαντασιακή τάξη έχει στοιχεία περιγραφικά, ιδεολογικά και κανονιστικά. Τα πρώτα περιλαμβάνουν γεγονότα και πεποιθήσεις που δέχονται απόδειξη ή ανταπόδειξη, επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται. (Έχουμε φαινόμενο του θερμοκηπίου; Είναι η ανισότητα μέρος της ανθρώπινης φύσης;) Εδώ κριτήριο αποτελεί η «αλήθεια» που κρίνεται από τους «επιστήμονες» του πεδίου και τους δημοσιογράφους. Αν οι δικιές μας πίστεις είναι στέρεες, οι ιδέες αληθινές, οι άλλοι καθοδηγούνται από ιδεοληψίες. Η πίστη ότι η αλήθεια είναι με το μέρος μας, αποτελεί την πιο ισχυρή ιδεολογία της μετα-ιδεολογικής μας εποχής. Γι’ αυτό δίνει τόση σημασία η Δεξιά στη διάδοση fake truths και fake news.
Δεύτερον, έχουμε στοιχεία ιδεολογικά. (Μικρότερη φορολογία των πλουσίων ή καλύτερα σχολεία και νοσοκομεία; είναι πιο σημαντική η ανάπτυξη ή η προστασία του περιβάλλοντος;) Εδώ βάση της κρίσης αποτελεί το «δίκαιο ή άδικο» και κριτήριο επιτυχίας η πολιτική πράξη. Τέλος, κανονιστικές αρχές, αξίες και αρετές: η ισότητα, η δημοκρατία και η αλληλεγγύη αλλά και η ευθύνη, η αγάπη, η πίστη, η γενναιοδωρία. Αξίες που αποτελούν χώρους μάχης, μιας αξιακής πάλης τάξεων και ιδεών για την ηγεμόνευση της καθολικότητας τους. Εδώ κριτήριο είναι το «ηθικά σωστό» και μέσο επιτυχίας η συμπεριφορά και το παράδειγμα. Τρεις συνιστώσες, λοιπόν, με πολλά στοιχεία και εκδοχές καθεμιά και άπειρους πιθανούς συνδυασμούς, συνθέσεις και αντιπαραθέσεις.
Σε κάθε εποχή ένας συνδυασμός τέτοιων στοιχείων γίνεται κοινή λογική, «κοινή γνώμη», αυτά που πιστεύει ο φανταστικός «μέσος άνθρωπος». Στο κέντρο του βρίσκεται ένας σκληρός πυρήνας από γεγονότα, ιδέες και πίστεις με ασαφή και πορώδη όρια που επιτρέπουν να προσθέτουμε τις δικές μας διαφοροποιήσεις και προτιμήσεις.
Ο μεγαλύτερος αγώνας, λοιπόν, γίνεται για την ηγεμόνευση της φαντασιακής τάξης και της κοινής λογικής, με τα ιδεολογικά της στοιχεία. Οι δεξιοί ενδιαφέρονταν πάντα για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και την καλλιέργεια της «σιωπηρής πλειοψηφίας». Η κοινωνική οργάνωση του καπιταλισμού και η πειθάρχηση της καθημερινής συμπεριφοράς αποτελούν μεγάλο σύμμαχο. Εμείς είχαμε παραμελήσει τη στενή σύνδεση της ιδεολογίας με την ψυχική οικονομία. Η αριστερή ιδεολογία πρέπει να αρχίσει να απευθύνεται και στο μυαλό και στο συναίσθημα, να μιλάει για την κοινωνική θρησκευτικότητα και τον λαϊκό πατριωτισμό, για τη δημοκρατία ως μορφή ζωής. Χρειαζόμαστε μια πολιτισμική και ηθική επανάσταση και τον εκδημοκρατισμό της οικονομίας για το σταδιακό περιορισμό της παντοδυναμίας της ιδιοκτησίας. Διαφορετικά θα μείνουμε στη μιζέρια της απόστασης μεταξύ προσωρινών εκλογικών επιτυχιών και της ελλειπτικής ιδεολογικής αποδοχής. Αυτή η αντιστοίχιση είναι πιο σημαντική από την άλλη μεταξύ εκλογικών αποτελεσμάτων και μελών του κόμματος.

Σημείωση

1. epohi.gr/synenteuxh-me-ton-koinovouleutiko-ekproswpo-tou-syriza-dhmhtrh-tzanakopoulo

Από την Εποχή

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here