Διαχρονικές κοινωνικές  εξεγέρσεις και  παραλειπόμενα της χολέρας

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Ο γνωστός Βρεττανός ιστορικός Ρίτσαρντ Έβανς (Richard Evans, 1947- ), στις πολλαπλές διαλέξεις και στα πολυάριθμα κείμενά του, περιστρέφεται γύρω από τις ασθένειες και τις επιδημίες που ενέσκηψαν διαχρονικά πάνω στο ανθρώπινο γένος και τις οποίες με κανένα τρόπο δεν χαρακτηρίζει  ως «εξωγενείς εισβολείς». Τόσο η παρουσία  όσο και οι συνέπειές τους έχουν άμεση σχέση με τις ανθρώπινες δραστηριότητες, ισχυρίζεται,  καθώς και με τις πολιτικές και πολιτισμικές μας αντιλήψεις, σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η διασύνδεση αυτών των παραμέτρων, γίνεται καλύτερα κατανοητή με το παράδειγμα της επιδημίας της χολέρας του Αμβούργου, στα 1892. Η πόλη, την εποχή εκείνη, ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι της ηπειρωτικής Ευρώπης, και στην ουσία βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο μιας κάστας πλουσίων εμπόρων, οι οποίοι για λόγους καθαρά κερδοσκοπικούς απέφευγαν να διαθέσουν περαιτέρω κονδύλια για να βελτιώσουν τα συστήματα αποχέτευσης της πόλης και της αποκομιδής των λυμάτων της. Όταν όμως εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα χολέρας τα οποία σύντομα, σε διάστημα λίγων εβδομάδων,  έφτασαν σε κάποιες χιλιάδες, άρχισε να παρουσιάζεται  πολιτική στροφή στην προτίμηση των πολιτών, με αποτέλεσμα την άνοδο της δημοτικότητας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Τέτοιες κοινωνικές αντιδράσεις, σε άλλοτε άλλο βαθμό, βρίσκονται κατά κόρον στην κοινωνική ιστορία και την ιστορία της ιατρικής πολλών χωρών, καθώς και σε δημοφιλή εικαστικά δημιουργήματα και εμβληματικά λογοτεχνικά έργα. «Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν και η φυματίωση της εποχή εκείνης, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτού που συζητάμε.

Όμως, παρά το γεγονός ότι σήμερα βρισκόμαστε στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, σε πολλές περιοχές του πλανήτη υπάρχουν όλες οι κατάλληλες προϋποθέσεις για έναρξη επιδημιών λόγω των γνωστών ανεπαρκών συστημάτων σε βασικές υποδομές υγιεινής. Η φυματίωση δεν είναι καθόλου άγνωστη ούτε καινούργια υπόθεση σε πολλές χώρες της Ασίας και της Αφρικής, ενώ και τώρα, ακόμα, στην μαύρη ήπειρο είναι διάχυτες η σύφιλη και η χολέρα. Πέρα από την ατομική ιδιαιτερότητα  με την  επίπτωση των επιδημιών,  δεν πρέπει να μας διαφεύγει η παράλληλη αναγκαστική παύση της όποιας οικονομικής δραστηριότητας, με απύθμενες άμεσες και απώτερες συνέπειες, όπως το διαπιστώσαμε με τον καλύτερο τρόπο με την πρόσφατη πανδημία του κορονοϊού, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Στην περίοδο των επιδημιών, παράμετροι όπως, η κατάσταση των δημόσιων συστημάτων υγείας, οι κοινωνικές εκρήξεις, οι αντιδράσεις των πολιτών απέναντι σε κρατικούς υπαλλήλους και κυβερνητικά κελεύσματα, είναι στερεά αλληλένδετες. Πρόσφατα είδαμε τις αντιδράσεις νεαρών κυρίως σε πλατείες και δημόσιους χώρους στις πόλεις μας, είδαμε ακόμα χειρότερα σε πόλεις της Αμερικής όπου πολίτες αξίωσαν με την απειλή των όπλων την επαναφορά της προηγούμενης  από την πανδημία κατάστασης, βιώσαμε καταστάσεις πρωτόγνωρες για την εποχή μας, αλλά όχι και για  την πολύπειρη και πολύξερη ιστορία!

Τα πρότυπα της αντίδρασης και του μίσους, η μυθολογία και τα δημοσιεύματα ευθύνης και κατηγοριών που προκλήθηκαν και εκτοξεύονταν ασύστολα δημόσια από τις διάφορες επιδημίες που ενέσκηψαν, άλλαξαν τον 19ο αιώνα με τον ερχομό της  χολέρας. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες λοιμώδεις ασθένειες, συμπεριλαμβανομένου του Μαύρου Θανάτου, το μίσος και η βία που προκάλεσε η χολέρα διαδόθηκε πέρα από  γλωσσικά και πολιτικά σύνορα, αγγίζοντας σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ακόμα και σε διαφορετικούς πολιτισμούς, οικονομίες και καθεστώτα, το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας των συνωμοσιών, οι διαιρέσεις λόγω κοινωνικής τάξης και οι στόχοι της οργής των διαδηλωτών, ήταν ανεξήγητα και ασυνήθιστα παρόμοια. Χωρίς να διαφαίνεται κάποιο είδος προηγούμενης και προφανούς επικοινωνίας μεταξύ των εξεγερμένων από τη Νέα Υόρκη μέχρι και την Ασιατική Ρωσία, οι συνωμοσίες της χολέρας επαναλάμβαναν όλες εκείνες τις γνωστές ιστορίες που περιστρέφονταν γύρω από τους ελίτ, οι οποίοι κατά κύριο λόγο σχεδίασαν και οργάνωσαν  μια «Μαλθουσιανής»  έμπνευσης παγίδα και στη συνέχεια την εξόντωση των φτωχών και ανίκανων πολιτών, με τους υγειονομικούς συμβούλους, τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς, τους νοσηλευτές και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους, να βρίσκονται άμεσα «εμπλεκόμενοι» στο πανούργο, όπως ισχυρίζονταν,  σχέδιο.

Οι μύθοι των δηλητηριασμένων φρεατίων και άλλων πηγών φτάνουν στην αρχαιότητα και φαίνονται καλά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και της πρώιμης σύγχρονης περιόδου, όπως και με τη σφαγή των Εβραίων και των λεπρών το χρονικό διάστημα 1319-21. Αλλά σε αντίθεση με αυτές τις παλιότερες χρονικά σφαγές, οι ταραχές χολέρας του 19ου και του 20ου αιώνα σπάνια στόχευαν τους Εβραίους ή άλλες περιθωριακές ομάδες, και ποτέ τους λεπρούς. Η λαϊκή οργή, εν προκειμένω,  δεν στράφηκε προς τους «άλλους», τους «αλλότριους», αλλά εναντίον των κυρίαρχων τάξεων, ιδιαίτερα των γιατρών, των υπεύθυνων αστυνομικών της περιοχής και τέλος των κυβερνητών.

Όταν η χολέρα εξαπλώθηκε πέρα ​​από το Γάγγη, το 1817, στην Εγγύς Ανατολή και μέχρι το Βόλγα, για να φτάσει στο ταλαιπωρημένο Αστραχάν το 1823, ήταν πλέον μια νέα ασθένεια. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη αναφορές συνωμοσίας ή κοινωνικών ταραχών από την περίοδο αυτή. Αντίθετα, η συλλογική βία ακολούθησε τη χολέρα κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας της στο Βόλγα, όταν η ασθένεια και το μίσος διαδόθηκαν διαδοχικά σε ολόκληρη  την Ευρώπη. Κατά τα επόμενα πέντε κύματα της επικίνδυνης χολέρας, από το 1830 έως τον εικοστό αιώνα, οι ίδιοι μύθοι περί των εργαζομένων στον τομέα της υγείας και το κράτος που επινοεί και μηχανεύεται τη νόσο για να εξολοθρεύσουν τους φτωχούς, επαναλήφθηκαν σε αρκετά μέρη της Ρωσίας και της Ιταλίας, πολύ καιρό από τη χρονική στιγμή κατά την οποία  οι τρόποι  μετάδοσης της νόσου ήταν γνωστοί και πλήρως κατανοητοί όχι μόνο στο επιστημονικό αλλά και το ευρύ κοινό.  Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1890, οι ταραχές της χολέρας φαίνεται να έχουν εξαπλωθεί περισσότερο και ευρύτερα, από ποτέ, στην Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία,  στην Περσία, τη Συρία και την Αίγυπτο, με τους εκτιμώμενους αριθμούς των ταραξιών  πολιτών  να φτάνουν σε νέα υψηλά νούμερα. Η χολέρα ήρθε στη Ρωσία τον δέκατο ένατο  αιώνα ως μέρος μιας παγκόσμιας πανδημίας που είχε την απαρχή της στην Ινδία. Το 1823, συγκεκριμένα, η χολέρα, επισκέφθηκε τη Ρωσική Αυτοκρατορία για πρώτη φορά. Αρχικά ανακαλύφθηκε στα νότια της αχανούς έκτασής της, ειδικότερα στο Αστραχάν. Το 1830, η επιδημία ξέσπασε στη Μόσχα και έφτασε στην πρωτεύουσα, την Αγία Πετρούπολη, το 1831. Το έτος αυτό, η Αγία Πετρούπολη χτυπήθηκε από την πρώτη μεγάλη επιδημία χολέρας, η οποία ξεκίνησε στις 14 Ιουνίου και δεν έληξε παρά στις 5 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, δεκατρείς περίπου χιλιάδες άνθρωποι προσβλήθηκαν στην Αγία Πετρούπολη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, με τους μισούς περίπου να καταλήγουν κακώς. Η ευρεία διάδοση της ασθένειας προκλήθηκε από τις κακές υγειονομικές συνθήκες της πόλης, και σε μεγάλο βαθμό ήταν απότοκη  του τεράστιου προβλήματος της ρύπανσης των υδάτων της πόλης. Τα λύματα έπεφταν στα ποτάμια και τα κανάλια, ενώ ταυτόχρονα, οι πολίτες χρησιμοποιούσαν το επικίνδυνο νερό του ποταμού Νέβα ως πόσιμο. Τα κανάλια, που ήταν κατασκευασμένα για την εκτροπή των πλημμυρών, χρησιμοποιήθηκαν τόσο για την απόρριψη λυμάτων   όσο και για τις ανάγκες των νοικοκυριών σε νερό. Οι βόθροι των σπιτιών βρίσκονταν πολύ συχνά κοντά σε πηγάδια, έτσι ώστε το νερό των πηγαδιών να αποτελεί ιδιαίτερο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, αφού δεν άδειαζαν σε τακτική βάση, και αυτό διευκόλυνε φυσικά την ταχεία εξάπλωση της χολέρας. Οι γιατροί, παράλληλα, συμβούλευαν τους κατοίκους της πόλης να μην χρησιμοποιούν χαλασμένα συστατικά στην προετοιμασία των τροφίμων. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αγόραζε το φαγητό του σε λαϊκές αγορές, όπως στην πλατεία Sennaya, την οποία ο ηθοποιός Petr Karatygin (1805-1879) ονόμαζε, ειρωνικά, «βόθρο της Πετρούπολης». Οι αγορές δεν ήταν οι μόνες περιοχές όπου η ασθένεια βρήκε πρόσφορο έδαφος για εξάπλωση. Οι συχνές πλημμύρες συνέβαλαν, επίσης, στην ανθυγιεινή κατάσταση της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας στο σύνολό της. Η ανθυγιεινή κατάσταση στο εσωτερικό των αγορών, των σφαγείων και των καταστημάτων, παρέμεινε σημαντικός παράγων στο πρόβλημα της εξάπλωσης της χολέρας.  Οι επιπτώσεις της πλημμύρας του 1824 ήταν ορατές μέχρι και τη δεκαετία του 1830.

O Τσάρος Νικόλαος Ι στην πλατεία της αγοράς στην Αγία Πετρούπολη, διατάσσει το πλήθος των διαδηλωτών να πέσει στα γόνατα και να βγάλει τα καπέλα του.

 

Οι χαλασμένοι δρόμοι, το ερειπωμένο νεκροταφείο του Σμόλενσκ και άλλες κατεστραμμένες εγκαταστάσεις βοήθησαν δεόντως στην έκρηξη της πρώτης επιδημίας χολέρας.  Ωστόσο, το νερό δεν ήταν γνωστό ότι ενοχοποιείται για  την επιδημία, και σύντομα ο πληθυσμός άρχισε να κατηγορεί ανοιχτά τους γιατρούς, τους ευγενείς, τους αξιωματούχους και τους ξένους, για την εξάπλωση της επιδημίας.  Ήταν τότε που ξέσπασε η περίφημη ταραχή της χολέρας, στις 22 Ιουνίου 1831, λόγω των αυξανόμενων κοινωνικών εντάσεων μεταξύ των φτωχών ανθρώπων, οι οποίοι επηρεάστηκαν περισσότερο από την επιδημία σε σύγκριση με  τις μορφωμένες τάξεις, όταν  ένα εξαγριωμένο πλήθος ανθρώπων συγκεντρώθηκε για να διαμαρτυρηθεί στην πλατεία Sennaya, στο κέντρο της Αγίας Πετρούπολης. Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονταν κατά των κυβερνητικών μέτρων εξαιτίας των επιδημιών της χολέρας, όπως οι καραντίνες και οι αποκλεισμένες περιοχές με τις γνωστές ταινίες των αστυνομικών, κατασταλτικά μέτρα τα οποία θεωρούσαν συνωμοσία των μορφωμένων τάξεων με αντικειμενικό και απώτερο σκοπό για να καταπιέσουν τους φτωχούς. Καθώς η απλή διαμαρτυρία μετατράπηκε σε ταραχή, το ερεθισμένο και εξεγερμένο  πλήθος άρχισε να επιτίθεται και λεηλατεί το κύριο νοσοκομείο της πόλης, να γρονθοκοπεί τους επιθεωρητές υγιεινής των καταστημάτων της αγοράς, τους οποίους κατηγόρησε ότι εκείνοι διέδιδαν την ασθένεια, και ζήτησαν μάλιστα τον θάνατο όλων των γιατρών της πόλης, τους οποίους κατηγόρησαν ευθέως  ότι εκείνοι έχουν δηλητηριάσει τα πηγάδια των φτωχών.  Η κυβέρνηση μπροστά στο διαφαινόμενο κίνδυνο δραματικής ανατροπής, αναγκάστηκε να στείλει στρατιωτικά στρατεύματα για να επιβάλλουν την τάξη. Ωστόσο, οι  ταραχές σταμάτησαν μόνο όταν ο Τσάρος Νικόλαος Ι εμφανίστηκε στην πλατεία της αγοράς και διέταξε το πλήθος των διαδηλωτών να πέσει στα γόνατά του και να βγάλει τα καπέλα του ως δείγμα σεβασμό προς αυτόν. Ο Τσάρος, αργότερα, θα θεωρούσε την καταστολή της ταραχής χολέρας ως ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα  της ζωής του. Αν και οι ταραχές σταμάτησαν, τα πραγματικά προβλήματα, όπως η ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας του πόσιμου νερού στην Αγία Πετρούπολη, δεν αντιμετωπίστηκαν ριζικά. Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, η χολέρα συνέχισε να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την πόλη. Από την άλλη πλευρά, όμως, η καταιγίδα που ξέσπασε στις  20 Αυγούστου 1831 επιτάχυνε το τέλος της επιδημίας. Οι σύγχρονοι της εποχής ανέφεραν ότι η πόλη «καθαρίστηκε» και στη συνέχεια υπήρξαν λιγότερες περιπτώσεις ασθενειών. Αυτή η πρώτη επιδημία χολέρας έδειξε την ύπαρξη σοβαρών υγειονομικών προβλημάτων στην πόλη, αλλά δεν βρέθηκε λύση, κι’ έτσι  η χολέρα έγινε συχνός επισκέπτης στην Αγία Πετρούπολη τον 19ο αιώνα, όπου παρέμεινε η πιο φοβερή επιδημία του αιώνα.

Death’s Dispensary»: Αυτή η καρικατούρα που δημοσιεύτηκε κατά τη διάρκεια της επιδημίας χολέρας του Λονδίνου του 1866, ήταν μια απάντηση στην υπόθεση του Άγγλου επιδημιολόγου John Snow, ο οποίος συνέδεσε την επιδημία της χολέρας με τα λύματα που διέρρεαν σε υπόγεια ύδατα που χρησιμοποιούνταν για πόσιμο νερό.

 

 

Στο Αστραχάν,  το 1892, οι φήμες διέδιδαν ότι οι άρρωστοι μεταφέρονταν στα νοσοκομεία για να θαφτούν ζωντανοί, με αποτέλεσμα ένα πλήθος δέκα χιλιάδων ανθρώπων να πολιορκήσει το τοπικό νοσοκομείο που νοσήλευε τα κρούσματα της χολέρας. Αντί να επιτεθούν στα θύματα της νόσου, οι διαδηλωτές είδαν τους εαυτούς τους ως «απελευθερωτές», που θα απελευθερώσουν  τους προσβεβλημένους από την επιδημία, από τη μέγγενη των υποτιθέμενων θανατηφόρων «νοσοκομειακών στρατοπέδων νοσηλείας». Το μανιασμένο πλήθος ακολούθως έφτασε  στο σπίτι του κυβερνήτη και το έκαψε ολοσχερώς. Ένα μήνα αργότερα, κάτοικοι από παλιές εθνότητες που ζούσαν μέσα και γύρω από την Τασκένδη, ισχυρίστηκαν ότι η χολέρα ήταν το έργο των Ρώσων γιατρών που συστηματικά τους δηλητηρίαζαν για να τους αφανίσουν, και τελικά πέντε χιλιάδες απ’ αυτούς ξετρελαμένοι από τις αναφερόμενες «σκληρότητες» στους ασθενείς με χολέρα, εισέβαλαν στη ρωσική συνοικία της πόλης. Οπλισμένοι με περίστροφα και μαχαίρια, λεηλατούσαν τα καταστήματα, λιθοβολώντας  όλους τους πολίτες που συναντούσαν στο δρόμο τους. Κατάστρεψαν την κατοικία του κυβερνήτη και τον κυνήγησαν στους δρόμους, πατώντας, λιθοβολώντας και χτυπώντας τον μέχρι θανάτου, αλλοιώνοντας πλήρως τα χαρακτηριστικά του ώστε η αναγνώρισή του να μην γινόταν  αργότερα δυνατή. Τελικά, οι Κοζάκοι κατάφεραν και σταμάτησαν την επικίνδυνη και ανεξέλεγκτη εξέγερση, αφού πρώτα δολοφόνησαν εβδομήντα διαδηλωτές  και τραυματίζοντας  εκατοντάδες. Μεταξύ αυτών των δύο γεγονότων, πολλές άλλες μικρότερες αλλά θανατηφόρες ταραχές χολέρας ξέσπασαν γύρω από τις περιοχές  του Βόλγα.

* * * * *

Τις δεκαετίες 1920 και 1930, ο Γιόζεφ Ροτ ταξίδεψε πολύ σε χώρες της Ευρώπης, διαμένοντας σε διάφορα καταλύματα και ξενοδοχεία και καταγράφοντας τις εντυπώσεις του απ’ τα μέρη που επισκεπτόταν. Αργότερα εκείνα τα κείμενα συγκεντρώθηκαν σε τόμο και κυκλοφόρησαν πρόσφατα και στη χώρα μας με τον τίτλο   «Τα χρόνια των ξενοδοχείων». Στις 5 Οκτωβρίου του 1926, ο Γιόζεφ Ροτ  έγραψε για την εφημερίδα Frankfurter Zeitung ένα άρθρο που επιγραφόταν «Κατεβαίνοντας το Βόλγα ως το Αστραχάν», όπου διαβάζουμε: «…Οι πόλεις του Βόλγα είναι οι πιο θλιβερές που έχω δει ποτέ μου. Θυμίζουν τις καταστραμμένες πόλεις του γαλλικού μετώπου. Τα σπίτια τους κάηκαν στον Κόκκινο εμφύλιο. Τα αποκαΐδια τους είδαν τη Λευκή πείνα να καλπάζει στους δρόμους τους…». Και συνεχίζει λίγο παρακάτω: «… Δεν απορώ που οι πόλεις αυτές είναι όμορφες από ψηλά και από μακρυά… Μακάρι να μπορούσα να κάνω τον περίπατό μου πάνω στις όμορφες σκεπές κι’ όχι στα σκαμμένα σχεδόν λιθόστρωτα»!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here