Αυστηρή και τιμωρητική επιείκεια

 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

Είναι σκληρή η αναμέτρηση λόγω ιδεολογικών διαφορών ή μήπως λόγω της επιθετικότητας του αντιπάλου σε συνδυασμό με την δική μας αβεβαιότητα; Έχω γράψει σε παλαιότερα κείμενα, ότι σε κάθε μεταβατική φάση που περνά η χώρα υπό τις κυβερνήσεις με κορμό την Αριστερά, καταρρέουν όλα τα συστήματα, εκδηλώνονται όλες οι διαμαρτυρίες, «αποκαλύπτονται» όλες οι ελλείψεις.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, στις παρυφές αξιολογήσεων, στις παραμονές έγκρισης κάποιας δόσης, στα πρόθυρα κάποιου κρίσιμου Eurogroup, ως διά μαγείας εκρήγνυντο όλα τα προβλήματα. Η ικανότητα ενός βαθέος συστήματος να διεγείρει κάθε απαίτηση, να προβάλλει κάθε ελάττωμα, να ενεργοποιεί κάθε απωθημένο, φαίνεται εκπληκτική. Οι υποψίες ότι η Νέα Δημοκρατία κρύβεται πίσω από κάθε παροξυσμό είναι πολλές, συχνά και βάσιμες. Όμως πράγματι έχει τη μαγική ικανότητα να κινεί νήματα; Τότε γιατί απέτυχε σε όλα τα γιουρούσια, τέσσερα χρόνια τώρα; Γιατί απέτυχαν οι «παραιτηθείτε», οι αντ-αγανακτισμένοι, οι «αυθόρμητοι» λιντσαριστές; Γιατί απέτυχε η συγκρότηση λαϊκής εξέγερσης, ακόμα και με τις πιο εύκολες προφάσεις όπως ήταν οι Πρέσπες;

Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απέναντί του μια αυστηρή, τιμωρητική επιείκεια από τον κόσμο. Τσαντισμένος, φορολογικά πιεσμένος μικρέμπορος, όχι όμως αμετάκλητα χαμένος. Είναι σίγουρο ότι τη μάχη της πλατείας και των καφενείων την έχει χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί αυτοί που δίνουν το τέμπο, αυτοί που εκφράζονται, είναι οι αυτοτοποθετημένοι στη μεσαία τάξη.

Είναι πιεσμένοι φορολογικά νοικοκύρηδες, κουρασμένοι και απογοητευμένοι οφειλέτες, είναι μικροεπιχειρηματίες, είναι αυτοί με τα τιμολόγια αιχμάλωτοι μιας αδυσώπητης φορολογικής διαύγειας. Υπάρχει ένας ανταγωνισμός αγανακτισμένης νοικοκυροσύνης, που δημιουργεί την αίσθηση ότι όλος ο κόσμος είναι δεξιός. Ότι μετράνε οι κοινωνικοί αυτοματισμοί, η πολυφορολογία αλλά και η κούραση από τη μακροχρόνια διαβίωση στο όριο. Γιατί αν είναι σπαρακτικό φαινόμενο η ακραία φτώχεια, είναι επίσης συντριπτικό και το βίωμα εκπτώχευσης του μεσαίου, του μικροαστού.

Το λάθος είναι να τοποθετείς ανταγωνιστικά τα δύο φαινόμενα, τις δύο εκδοχές οδύνης. Το λάθος είναι να αντιδιαστείλεις τον αφανισμένο με τον εκπτωχευμένο. Γιατί δεν μπορούν να συγκροτηθούν πολιτικές τέτοιας κλίμακας που να άρουν υπαρκτά πολιτικά, ταξικά και πολιτισμικά χάσματα.

Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας ενός λάθους. Στη λογιστική αδυναμία να διατεθούν οι πόροι που να αγκαλιάζουν τους πάντες, στην πολιτική αδυναμία να θεσμοποιηθούν ολοκληρωμένες πολιτικές που να υποβοηθούν τους πάντες, στη διοικητική αδυναμία να διαμορφωθεί ένα συντακτικό όλον. Είναι λάθος, είναι και αδυναμία. Είναι αντικειμενικό λόγω δημοσιονομικής στενότητας, είναι όμως και εσωτερικό πρόβλημα ή χαρακτηριστικό της κυβέρνησης αλλά και του κόμματος. Μη μιλήσουμε για άλλα κόμματα.

Η επινόηση πρωτότυπων πολιτικών χρειάζεται έναν αντιδογματισμό ή μια απελευθέρωση από θεσμικές «δουλείες». Γιατί όμως χρειαζόμαστε πρωτότυπες πολιτικές και όχι εφαρμοσμένες σε άλλες χώρες; Γιατί σε μια υβριδική χώρα, από άποψη θεσμικών εκπροσωπήσεων, διοικητικών χαρακτηριστικών και κυρίως από άποψη παραγωγικής ταυτότητας, δεν μπορούν να εφαρμοστούν εισαγόμενες λύσεις και τυφλοσούρτες (όπως έκανε, σε μεγάλο βαθμό, η κυβέρνηση του κ. Σαμαρά). Δεν κολλάνε. «Ρίχνουν τις ασφάλειες», αποτυγχάνουν λόγω ασυμβατότητας.

Το δυστύχημα είναι ότι ο κεντρικός λόγος της αντιπολίτευσης είναι γεμάτος από στερεότυπα και χασμωδίες. Ένας από τους βασικούς λόγους της ρητορικής και ενίοτε συμπεριφορικής ακαμψίας, είναι η προσπάθεια, εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας, κάλυψης, απόκρυψης, της θεμελιώδους σχεδιαστικής αδυναμίας της. Ένα μεγάλο κόμμα, με ιστορικά φορτία, που φέρεται ως ειδικευμένο στην πρακτική εφαρμογή, πάσχει στην ίδια τη σύνθεση, πάσχει στον ορθό λόγο. Ορθοσκόπηση λοιπόν;

Από Αυγή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here