Του Πάνου Τριγάζη*

 

Ευρύτατου σχολιασμού, κυρίως από προσκείμενα στη Ν.Δ. ΜΜΕ, έτυχε κείμενο θέσεων για την εξωτερική πολιτική που αποδίδεται στην εσωκομματική τάση «53+» του ΣΥΡΙΖΑ και του οποίου εκτενή περίληψη αναδημοσίευσε «H Αυγή» υπό τον τίτλο «Με οδηγό τις Πρέσπες» (11.8.2020). Ας μου επιτραπούν ορισμένα κριτικά σχόλια.

Αρχίζω με την απορία αν η εν λόγω τάση έχει τέτοιους μηχανισμούς διαβούλευσης ώστε να τοποθετείται τόσο γρήγορα και σφαιρικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής που απαιτούν ειδίκευση και, προπαντός, τη μεγαλύτερη δυνατή πληροφόρηση. Στην περίπτωση της Συμφωνίας Ελλάδας – Αιγύπτου ακόμα και το επίσημο κείμενο διέρρευσε σε συγκεκριμένα ΜΜΕ προτού να δοθεί επισήμως στα κόμματα και κατατεθεί στη Βουλή. Επιπλέον, η υπογραφή της συμφωνίας ανακοινώθηκε αιφνίδια, με τον ΥΠΕΞ Νίκο Δένδια να δηλώνει πως δεν ήξερε ούτε ο ίδιος ότι θα πήγαινε να υπογράψει! Θεωρώ πως τέτοιες κυβερνητικές πρακτικές δεν μπορεί να μην επισημαίνονται και να επικρίνονται αυστηρά.

Το κείμενο των «53+» κάνει απαράδεκτους παραλληλισμούς, όπως όταν αναφέρεται σε «όχι πολλούς, αλλά αρκετούς φίλους και φίλες», που «δανείζονται… χλαμύδες, ακόντια και περικεφαλαίες που περίσσεψαν από την περίοδο των συλλαλητηρίων για το ‘Μακεδονικό’». Μια που αναφέρονται σε «φίλους και φίλες», υποθέτω ότι τους είναι γνωστοί και ενδεχομένως η κατηγορία να αφορά μέλη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Υποθέτω, για να είμαι ήπιος, ότι το «δανείζονται» αποτελεί σχήμα λόγου.  Όπως και να ’χει, πρόκειται για απαράδεκτο παραλληλισμό, γιατί ουδείς αριστερός δανείστηκε χλαμύδες, ακόντια και περικεφαλαίες προκειμένου να εκφράσει τη διαφωνία του με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία.

Συστήνω αυτοσυγκράτηση

Ο Νίκος Κοτζιάς υπήρξε ο πλέον κριτικός, αλλά, αρχικά τουλάχιστον, στάθηκε σε νομικά μειονεκτήματα της συμφωνίας, παραβλέποντας την πολιτική της σημασία στη συγκεκριμένη συγκυρία. Ωστόσο, η κριτική Κοτζιά αντιμετωπίστηκε με ανάρμοστες αναφορές στο παρελθόν τού εν λόγω συντρόφου, εκ των πρωταγωνιστών (μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα) της Συμφωνίας των Πρεσπών. Συστήνω αυτοσυγκράτηση.

Επειδή το κείμενο αφορά κυρίως τα ελληνοτουρκικά, περίμενα τη θετική αξιολόγηση των όσων έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και στον τομέα αυτό, υπογράφοντας και συμφωνίες για θέματα «χαμηλής πολιτικής», με τον Αλέξη Τσίπρα να επισκέπτεται τέσσερις φορές την Τουρκία ως πρωθυπουργός για συναντήσεις με τον Ερντογάν. Ωστόσο, θα έλεγα μακάρι τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις να ήταν παρόμοιας δυσκολίας με το «Μακεδονικό». Η Συμφωνία των Πρεσπών, πραγματικά ιστορική και μέγα επίτευγμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κατέστη δυνατή διότι, μετά το 2015, προέκυψαν προοδευτικές κυβερνήσεις στην Αθήνα και στα Σκόπια. Επιπλέον, το ισοζύγιο ισχύος ήταν πολύ διαφορετικό και υπέρ της Ελλάδας (κακά τα ψέματα) σε σύγκριση μ’ αυτό μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Το επισημαίνω αυτό παρότι ως Αριστερά δεν επιθυμούμε οι διεθνείς σχέσεις να βασίζονται στην ισχύ, αλλά στο Διεθνές Δίκαιο.

Με βάση το Διεθνές Δίκαιο

Μου έκανε κακή εντύπωση και η υπενθύμιση – υπόδειξη του κειμένου ότι «δεν θα ακολουθήσουμε τη συνταγή Μητσοτάκη την περίοδο επίλυσης του μακεδονικού ζητήματος», δήλωση που είχε κάνει ο Αλέξης Τσίπρας μετά τις εκλογές του 2019. Υπήρχε όμως περίπτωση, με βάση την ιδεολογία, την ιστορία και τον πατριωτισμό της, η δική μας Αριστερά να συμπεριφερθεί σαν τη ρεβανσιστική Δεξιά του Μητσοτάκη; Το δείχνουν και οι επικρίσεις στην ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, που δεν συνιστούν ριζική απόρριψη και καταγγελία, αλλά βασίζονται στο αν ικανοποιεί τους όρους του Διεθνούς Δικαίου και εν προκειμένω του Δικαίου της Θάλασσας.

Επισημαίνω ότι μια συμφωνία με την Αίγυπτο, έστω μερική, κατέστη πολιτικά και νομικά αναγκαία για την Ελλάδα και τούτο διότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη «πιάστηκε στον ύπνο» με την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενώ αντέδρασε τουλάχιστον σπασμωδικά απελαύνοντας τον πρεσβευτή της Λιβύης και στη συνέχεια ποντάροντας στη συμμαχία με τον εντελώς αναξιόπιστο Χαφτάρ. Ωστόσο, το να ισχυρίζονται Μητσοτάκης και Δένδιας ότι η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία ακυρώνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι τουλάχιστον υπερβολικό και παραπλανητικό.

Κανένας αποκλεισμός

Επίσης, το κείμενο των «53+» επίσης πάσχει και στην αναφορά για επιχειρήσεις αποκλεισμού της Τουρκίας από περιφερειακές ή υποπεριφερειακές συνεργασίες. Πολλές και διαφορετικές τέτοιες συνεργασίες στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια προώθησε με επιτυχία ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να διανοείται κανέναν αποκλεισμό γειτονικής χώρας. Άλλωστε, η τριμερής Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, που πολεμήθηκε από πολλούς και εντός ΣΥΡΙΖΑ με όρους ιδεοληπτικούς έναντι του Ισραήλ, συνοδεύτηκε από την τολμηρή επιλογή της τριμερούς Ελλάδας – Κύπρου – Παλαιστινιακής Αρχής, που δεν νομίζω ότι θα ενεργοποιηθεί με κυβέρνηση Μητσοτάκη, δεδομένου ότι ο πρωθυπουργός πήγε στην Ιερουσαλήμ και δεν έκανε ούτε υπαινιγμό για το σχέδιο προσάρτησης στο Ισραήλ των παλαιστινιακών εδαφών, ούτε «καταδέχτηκε» να μεταβεί στη Ραμάλα.

Για να είμαι δίκαιος, το κείμενο των «53+» περιέχει αρκετά θετικά σημεία, αν και παραλείπει να αναφερθεί στην απαιτούμενη εθνική στρατηγική, δηλαδή στρατηγική για τη χώρα που βασική παράμετρός της είναι η διεκδίκηση ισότιμης θέσης της Ελλάδας στην Ε.Ε.

 

* Ο Πάνος Τριγάζης είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και συντονιστής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής

Aπό Αυγή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here